Του Δημήτρη Τόλια, 

Ζούμε σε περίεργες εποχές. Γραφική ατάκα που θαρρώ πως ακούγεται και ακουγόταν σε κάθε εποχή, ανεξαρτήτως των δεδομένων καταστάσεων που επικρατούσαν την εκάστοτε χρονική στιγμή. Έχει και μια ειρωνεία η φράση, μια εγγενή αντίφαση ενδεχομένως που όσο την απλώνεις αναλυτικά τόσο οδηγείσαι στο χάος και τη σύγχυση. Θα μπορούσε, πράγματι, σήμερα να πει κανείς τη φράση, βλέποντας προσωπικότητες σαν τον Τράμπ, τον Πούτιν ή τον Μπολσονάρου να διαθέτουν μεγάλες εξουσίες, έχοντας στο μυαλό του τις πιο «απλές», λιγότερο χαώδεις, μα ποτέ πιο βουβές δεκαετίες του 70’ ή του 80’.

Θα τολμούσε, ωστόσο, να ξεστομίσει τη φράση αυτή σε κάποιον βετεράνο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου; Μα τι περίεργες εποχές! Σε κάποιον που βίωνε την φυλετική ρατσιστική διαστροφή ως κυβερνητικό πρόγραμμα. Μα, ακολούθως ο ίδιος βετεράνος ζούσε σε λιγότερο περίεργα χρόνια από όσο ένας δουλοπάροικος του φεουδαρχικού μεσαίωνα; «Η εκκλησία ζητά να πληρώσουμε, για μια θέση στον παράδεισο, μα τι περίεργα χρόνια». Άρα, ποια εποχή είναι και ποια δεν είναι περίεργη; Τι καθιστά μια εποχή περίεργη; 

Η σημερινή περίεργη εποχή για τους εκφραστές του «περίεργου» προκύπτει από την σύγκριση με άλλες βιωμένες εποχές. Το «περίεργο» της όλης κατάστασης είναι η μεγέθυνση του χάους. Η πολυπλοκότητα που χαρακτηρίζει την ίδια την κοινωνική οργάνωση. Ενδεχομένως, η εποχή να βαφτίζεται περίεργη, όχι επειδή έγινε τώρα πολύπλοκη, αλλά απλώς επειδή σήμερα μάθαμε και μαθαίνουμε μέσω της τεχνολογίας, πως ο κόσμος λειτουργεί λίγο πιο σύνθετα απ’ όσο το έχουμε στο μυαλό μας. Άρα, πιθανώς η περίεργη εποχή υπήρχε, απλώς τώρα βρήκαμε τον τρόπο να δούμε πως είναι περίεργη. 

Το περίεργο συνεχίζεται όμως γύρω μας. Δεν ήταν ενδεχομένως έτσι πριν. Γιατί τώρα ο Τραμπ θέλει να κάνει τις ΗΠΑ great again, δεν ήταν πριν; Και αυτό το «ξανά» πού αναφέρεται, ποια «περίεργη εποχή» θέλουμε να (ξανά)έρθει; Γιατί τώρα η Μεγάλη Βρετανία περιχαρακώνεται στα νησιωτικά της σύνορα; Αν το έλεγες αυτό σε έναν έμπορο του 19ου αιώνα, θα σου μιλούσε όντως για «περίεργη εποχή». Και για να έρθω στη γειτονιά μας, γιατί ο Ερντογάν τερματίζει την μακρά περίοδο ανοικτότητας της Τουρκίας στην Δύση; Γιατί μετατρέπει σε τζαμί ένα παγκόσμιο μνημείο πολιτισμού; 

Πηγή εικόνας: BBC

Περίεργη εποχή, γιατί ο αντιδραστικός εθνικισμός ως αποτέλεσμα της διαδικασίας της παγκοσμιοποίησης κατατρώει την ίδια τη διαδικασία. Αυτή και αν είναι χιλιοειπωμένη φράση στην δική μας «περίεργη εποχή». Θυμάμαι αμερικανικές εφημερίδες, μετά την νίκη του Ντόναλντ Τραμπ, το Νοέμβριο του ’16 να μιλούν για το «τέλος της παγκοσμιοποίησης», την «ήττα της παγκοσμιοποίησης». Διαφωνώ, όμως, με την αντίληψη αυτή. Δεν βλέπω καμία ήττα της παγκοσμιοποίησης. Αντίθετα, βλέπω την νίκη της να αποτυπώνεται στα «περίεργα» γεγονότα αυτής της «περίεργης» εποχής. 

Θα πάρω ως παράδειγμα το ζήτημα που απασχόλησε τις τελευταίες ημέρες την ελληνική δημόσια ατζέντα. Την μετατροπή της Αγίας Σοφιάς σε τζαμί. Όσα άρθρα διάβασα, με τεκμήρια και όχι κραυγές, εντάσσουν ξανά την απόφαση αυτή στον θρίαμβο του εθνικού στον κόσμο, στην απόρριψη του υπερεθνικού, του κοσμοπολίτικου, του παγκόσμιου. Στην πράξη αυτή του Ερντογάν όμως, όσο και αν πράγματι παρατηρώ την κίνηση αυτή να καίει εθνικιστικό καύσιμο, δεν διαπιστώνω καμιά απόρριψη του υπερεθνικού, της παγκοσμιοποίησης, έξω από τον λόγο ενός Προέδρου, που αντιμετωπίζει μια σωρεία εγχώριων προβλημάτων. 

Το μνημείο αυτό προσεκτικά και επιφανειακά ντύθηκε κάτι το «εθνικό» για να κατευνάσει. Μπήκε απλά ένας μανδύας και δέκα χαλιά, ώστε να ανανοηματοδοτηθούν οι συνειρμοί του  λόγου για μια μάζα ύλης. Σκεφτείτε την εικόνα της βαρβαρότητας, να ξήλωνε, να έβαφε, να έσπαγε. Τοιχογραφίες, μανουάλια, δάπεδα χιλιετιών να καταστρέφονταν. Δεν τα έκανε αυτά. Το μόνο που συνέβη είναι πως μπήκε μια κουρτίνα,  ώστε η ύλη να συμβαδίζει με τον λόγο της δεδομένης στιγμής. Αυτή και αν είναι παράξενη εποχή, έτσι; 

Πηγή εικόνας: TO BHMA

Εδώ βλέπω την νίκη της παγκοσμιοποίησης να αποτυπώνεται στις πράξεις απελπισίας ηγετών να νομιμοποιηθούν από τους πολίτες που αισθάνονται συγχυσμένοι στην «περίεργη» αυτή εποχή. Πολιτικών που αντιλαμβάνονται την αλληλεξάρτηση οικονομιών και πλέον των κοινωνιών. Μπροστά σε κοινά απογοητευμένα προβάλλουν τον πυλώνα του εθνικού. Έναν κούφιο «περίεργο» λόγο, που δεν μπορεί να σταθεί στην πραγματικότητα, δεν καταφέρνει να αντιδράσει πέραν των συνόρων και αλλάζει. Ακυρώνεται στην πράξη, για τον ίδιο λόγο που και ο Ερντογάν έβαλε απλώς δέκα κουρτίνες και δέκα χαλιά. 

Για τον τουρκικό εθνικιστικό λόγο, η ύλη αυτή είναι ένα τζαμί, μια νίκη της θρησκείας, μια νίκη του έθνους, αντίδραση στους «άλλους». Στην πραγματικότητα είναι ένα μνημείο που έχει ανάγκη την αλληλεξάρτηση με τον υπόλοιπο κόσμο και η ίδια η χώρα έχει ανάγκη την εισροή πόρων από το εξωτερικό. Από ένα μνημείο, γίνεται ένα μνημείο με δέκα μανδύες και δέκα χαλιά. Έτσι, μπροστά στην ανάγκη που επιβάλλει η παγκόσμια αλληλεξάρτηση, εθνικιστικοί μανδύες και χαλιά γίνονται φτερά στον άνεμο. Εκεί είναι η νίκη του υπερεθνικού. Η υστέρηση του βρίσκεται αλλού.

Ηττάται κατά μέρους στις συνειδήσεις των πολιτών και είναι απόλυτα λογικό. Κανείς δεν αγαπά το πολύπλοκο, φαίνεται όμως πως καθημερινά αγαπά τα παραγόμενά του. Και εκεί βρίσκεται η νίκη του υπερεθνικού στο εθνικό. Τι και αν η κουρτίνα κρύβει το παράθυρο, εκείνο είναι εκεί. Όσο και αν φοβόμαστε το ύψος του και την έκθεσή μας στα απέναντι μπαλκόνια, το φως του θα μας πείθει να αγοράζουμε σπίτια με μεγάλα παράθυρα. Και όταν υπάρχουν καβγάδες εντός, θα κλείνουμε για λίγο την κουρτίνα. Τι περίεργες εποχές.


Δημήτρης Τόλιας, Υπεύθυνος Επικοινωνίας

Γεννήθηκε το 1998 και μεγάλωσε στον Ωρωπό Αττικής. Είναι προπτυχιακός φοιτητής του τμήματος Πολιτικών Επιστημών στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, ενώ έχει φοιτήσει και για ένα έτος στο ίδιο τμήμα του Πανεπιστημίου Κρήτης. Είναι λάτρης της πολιτικής ιστορικής ανάλυσης και έρευνας. Ασχολείται με την ανίχνευση της διαδικασίας διάδοσης και τις επιδράσεις των πολιτικών ιδεών στην κοινωνία τόσο στο παρελθόν όσο και φυσικά στο σήμερα.