Του Αυγέρη Αυγέρη, 

Ο Donald Trump βρίσκεται σε μπελάδες τον τελευταίο καιρό. Ο μονίμως διχαστικός πρόεδρος μειονεκτεί σε σχέση με τον αντίπαλό του, Joe Biden, με απόσταση διόλου ευκαταφρόνητη (κατά μέσο όρο των 10 μονάδων σε γκάλοπ προτιμήσεων), σε μία μονομαχία, που φαίνεται να αποτελεί αγώνα για την (πολιτική) επιβίωση του τωρινού Αμερικανού ηγέτη. Το κόμμα του 45ου Προέδρου αρχίζει να ανησυχεί, ευλόγως θα έλεγε κανείς, μιας και δεν είναι μόνο η προεδρία που μοιάζει να ξεγλιστράει από το χέρια του, αλλά και η πλειοψηφία στη Γερουσία. Σε τι κατάσταση πετυχαίνουμε, λοιπόν, το Ρεπουμπλικανικό κόμμα έναν μόλις μήνα πριν από το RNC (το κομματικό συνέδριο) και κάτι λιγότερο από 100 μέρες πριν από τις εκλογές του Νοεμβρίου;

Η νέα χρονιά δεν άρχισε καθόλου καλά για τον Trump, αφού οι εντάσεις είχαν ανέβει σε πυρετώδη ύψη στη Μέση Ανατολή και η λέξη «πόλεμος» και «Ιράν» ακούστηκαν στην ίδια πρόταση πολύ περισσότερο από ότι θα εύχονταν κανείς, ίσως ακόμα και ο ίδιος ο Πρόεδρος. Η αν μη τι άλλο προκλητική εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης (π.χ. η δολοφονία του Ιρανού αξιωματούχου Soleimani) δεν άρεσε σε όλους τους Ρεπουμπλικάνους, μιας και πολλοί από αυτούς δεν ήθελαν μια τυχόν επανάληψη της τραγωδίας του Ιράκ. Ήταν ακόμη η περίοδος που το Κογκρέσο είχε ψηφίσει τα Articles of Impeachment και ο Πρόεδρος ανέμενε την αθώωσή του από τη Γερουσία. Παρά το γεγονός ότι ο Trump δεν καθαιρέθηκε από το αξίωμά του, η φήμη του αμαυρώθηκε μεταξύ των μετριοπαθών συντηρητικών και πολλοί Γερουσιαστές της κεντρώας και κεντροδεξιάς πτέρυγας υπέστησαν δριμεία κριτική για το γεγονός ότι ψήφισαν με καθαρά κομματικά κριτήρια υπέρ της αθώωσης (εκτός από τον Mitt Romney), όχι κατά συνείδηση ή κατόπιν εξέτασης (έστω και τυπικά) των ενοχοποιητικών στοιχείων. Κάποιοι τριγμοί άρχισαν να φαίνονται στο τραμπικό οικοδόμημα, αφού ο Mitch McConnell κατάφερε μεν να κάνει την ομάδα του να πειθαρχήσει, αλλά δεν κατάφερε (όχι μόνο ο ίδιος, αλλά σχεδόν όλοι οι ρεπουμπλικανικοί παράγοντες) να πείσει τη κοινή γνώμη για την αθωότητα του Αμερικανού Προέδρου.

Πηγή: https://www.google.gr/url?sa=t&rct=j&q=&esrc=s&source=web&cd=&cad=rja&uact=8&ved=2ahUKEwi_nu24svnqAhWC-KQKHdcKCNgQFjAAegQIAxAB&url=https%3A%2F%2Fwww.usatoday.com%2Fin-depth%2Fnews%2F2020%2F01%2F03%2Fus-iran-conflict-since-nuclear-deal%2F2803223001%2F&usg=AOvVaw3eq4aJ8ciUE0dpmxDV6J9J

Συμπληρωματικά, οι ειδήσεις από την Κίνα δεν ήταν καθόλου ενθαρρυντικές, μιας και στη χώρα είχε κάνει την εμφάνισή του ο κορωνοϊός, με άγνωστες τότε συνέπειες για την ανθρώπινη υγεία και με δυνατότητα ταχύτατης μετάδοσης. Ο Trump, όπως έγινε γνωστό εκ των υστέρων, αποφάσισε να αγνοήσει τις προειδοποιητικές καμπάνες των επιδημιολόγων και απέρριψε την απειλή του «κινέζικου» -με τα δικά του λόγια- ιού, παρουσιάζοντάς τον ως εποχική γρίπη με διαφορετικό όνομα. Αν η προεδρία Trump ήταν άστατη προηγουμένως, λόγω της κλιμάκωσης της πολιτικής αντιπαράθεσης στο εσωτερικό, με την ανελέητη επίθεση των Δημοκρατικών, τότε ο ιός ήρθε να ανατρέψει όλη την προετοιμασία της προεκλογικής καμπάνιας του Trump και στέρησε στους Ρεπουμπλικάνους το μήνυμα της επιτυχίας του προέδρου στο κομμάτι της οικονομίας και της εσωτερικής ασφάλειας. Η κυβέρνηση, όσο και να ήθελε να αποφύγει την επιβολή περιοριστικών μέτρων, φοβούμενη τις οικονομικές επιπτώσεις ενός lockdown, δεν κατάφερε να περιορίσει την εξάπλωση του κορωνοϊού, με αποτέλεσμα οι Η.Π.Α. να καταστούν επίκεντρο της πανδημίας και η οικονομία τους να περάσει σε κατάσταση δραματικής ύφεσης.

Το πιο πρόσφατο γεγονός, που στιγμάτισε την αμερικανική κοινωνία, είναι η στυγνή και εξοργιστική δολοφονία του άοπλου Αφροαμερικανού, George Floyd, από την αστυνομία της πόλης του. Το δεκάλεπτο βίντεο, που απαθανατίζει την αδυναμία του Floyd να αναπνεύσει και ταυτόχρονα την κτηνώδη απάθεια του δολοφόνου και των συνεργατών του, έκανε τον γύρο του διαδικτύου και προκάλεσε ένα κύμα διαδηλώσεων, που οι Η.Π.Α. είχαν να βιώσουν από τις ταραγμένες δεκαετίες του 1960-70. Η οργή του λαού (και κυρίως των νέων) υπερχείλισε και δημιούργησε μια εκρηκτική κατάσταση. Η αστυνομία χρησιμοποίησε ωμή βία, οι διαδηλωτές άρχισαν να αντιδρούν και να καταφεύγουν σε πιο άγριες τακτικές, τη στιγμή που ο Trump έριχνε λάδι στη φωτιά. Οι Ρεπουμπλικάνοι ήταν και πάλι διχασμένοι. Το ερώτημα ήταν αν θα υποστήριζαν τον πρόεδρο στην σκληρή εφαρμογή την πολιτικής «νόμος και τάξη», με τον ταυτόχρονο χαρακτηρισμό όλων ανεξαιρέτως των διαδηλωτών ως αριστερών «μπαχαλάκηδων» ή αν θα επιδίωκαν την προσέγγιση των Δημοκρατικών, με σκοπό την εξεύρεση από κοινού μιας λύσης, που θα βοηθούσε στην επίλυση των προβλημάτων ρατσιστικής συμπεριφοράς στο σώμα. Αν και ομολογουμένως πολλοί δεξιοί Γερουσιαστές προσπάθησαν να συνεργαστούν με τους αριστερούς συναδέλφους τους, οι προσπάθειές τους ναυάγησαν και ο Trump ήταν ελεύθερος να δυναμιτίζει κάθε λίγο την ατμόσφαιρα και να χρησιμοποιεί πρωτοφανή διχαστικό λόγο.

Όλα αυτά ήταν και εξακολουθούν να είναι πολύ κακά μαντάτα για τους Ρεπουμπλικάνους, που, στο μεταξύ, και ίσως από τη στιγμή της εκλογής του προέδρου, συμμορφώθηκαν πλήρως στο «δόγμα Trump». Αν μάλιστα αναλογιστούμε το γεγονός ότι ο πρόεδρος δεν αμφισβητήθηκε καν στις φετινές προκριματικές και δεν χρειάστηκε να διεκδικήσει το χρίσμα του κόμματός του, συμπεραίνουμε σε πόσο μεγάλο βαθμό ο νυν Αμερικανός Πρόεδρος καθορίζει τους κανόνες του παιχνιδιού μέσα στο κόμμα του. Στην εποχή Trump, όποιος δεν συμφωνεί με την κυρίαρχη ή έστω με επιμέρους κομμάτια της κυρίαρχης πολιτικής γραμμής μπορεί να περιμένει σφοδρή και οργισμένη αντίδραση του προέδρου, που φτάνει και σε επίπεδο σαμποτάζ του «αντιδραστικού» στελέχους. Όποιος διαφωνεί διαγράφεται και βλέπει τις πιθανότητες επανεκλογής του να καταρρέουν. Όποιος αντιβαίνει στον Trump θα αντικατασταθεί με κάποιον φιλικά προσκείμενο σε αυτόν.

Πρόσφατες εξελίξεις, μάλιστα, στο εσωτερικό της προεκλογικής καμπάνιας του προέδρου στέλνουν ένα ξεκάθαρο μήνυμα -και επιβεβαιώνουν αυτά που όλοι σκέφτονται και ψιθυρίζουν στα κρυφά στο εσωτερικό της: ο Trump αρχίζει να νιώθει πίεση. Ο Ρεπουμπλικανός Πρόεδρος φαίνεται να μην διστάζει να καταφύγει σε ανορθόδοξες μεθόδους, με απώτερο σκοπό να μην χάσει τον Νοέμβρη. Ήδη, από τώρα, υψηλόβαθμα στελέχη της κυβέρνησής του, όπως ο William Barr και ο Mike Pompeo, ανοίγουν αργά και προσεκτικά  τον δρόμο, για να αμφισβητήσει ο Trump το εκλογικό αποτέλεσμα, σε περίπτωση που ηττηθεί. Ο ίδιος ο πρόεδρος κάνει λόγο εδώ και πολύ καιρό για νοθεία τεραστίων διαστάσεων, σε περίπτωση που οι εκλογές πραγματοποιηθούν δι’ αλληλογραφίας, παρά το γεγονός ότι όλα τα στοιχεία δείχνουν ότι αυτός ο τρόπος διεξαγωγής των εκλογών δεν θα διακινδυνεύσει την εγκυρότητα της διαδικασίας. Πριν από λίγα εικοσιτετράωρα, ο Trump πρότεινε μέσω Twitter την καθυστέρηση των εκλογών. Αν αφήσουμε στην άκρη το αντισυνταγματικό της πρότασης αυτής και αναλογιστούμε όσα αναφέρθηκαν παραπάνω, μένουμε να αναρωτιόμαστε, αν ο πρόεδρος θέλει να ακυρώσει, στην πράξη, τις εκλογές, όχι επειδή φοβάται για τη δημόσια υγεία, λόγω κορωνοϊού, όπως βολικά υποστηρίζει, αλλά επειδή θέλει περισσότερο χρόνο, για να αναδιοργανώσει την καμπάνια και το προεκλογικό του μήνυμα. Συμπληρωματικά, η τύχη του RNC είναι ακόμα άγνωστη μετά από τις συνεχείς αλλαγές τοποθεσίας του «θεαματικού» του σκέλους, δηλαδή της απονομής του χρίσματος και της ομιλίας Trump, στην οποία παρατηρούμε ότι ο πρόεδρος πόνταρε πολλά ενόψει των εκλογών, πιστεύοντας ότι με τον λόγο του θα καταφέρει να ενοποιήσει τη δεξιά συμμαχία (και όχι μόνο το κόμμα) πίσω του για μια ακόμα τετραετία και να ανατρέψει την τάση φυγής παραδοσιακών ρεπουμπλικάνων ψηφοφόρων στα προάστια και αλλού.

Πολλά πράγματα πήγαν φέτος στραβά για τους Ρεπουμπλικάνους. Παρά το γεγονός ότι ήξεραν ήδη από καιρό ότι η επανεκλογή Trump θα ήταν ένας άθλος από μόνος του, δεν μπορούσαν να φανταστούν ότι το 2020 θα επιφύλασσε τόσες δυσκολίες για αυτούς. Η επιλογή, εκλογή και προεδρία Trump έδειξε μια αλλαγή τόσο στο εσωτερικό του «κόκκινου» κόμματος όσο και στις επιλογές των ψηφοφόρων του. Η αλήθεια είναι ότι ο Donald Trump είναι το πολιτικό πρόσωπο με τη μεγαλύτερη επιρροή μέσα στο GOP και αποτελεί σημείο αναφοράς για όλες σχεδόν τις αποφάσεις που λαμβάνονται από στελέχη του κόμματος. Ενόψει του συνεδρίου και κυρίως με τα μάτια στραμμένα στον Νοέμβριο, φαίνεται να επικρατεί μια αναστάτωση μιας και η κομματική ηγεσία αρχίζει να αντιλαμβάνεται ότι πρέπει να καταστρωθεί ένα σχέδιο κατάσβεσης πυρκαγιών στο εσωτερικό του, στη ρεαλιστική περίπτωση που ο τωρινός πρόεδρος αποτύχει να επανεκλεγεί. Το ερώτημα είναι: μετά τον Trump, τι; Αλλά και πάλι, σε περίπτωση που οι Ρεπουμπλικάνοι καταφέρουν να διατηρήσουν τον υποψήφιό τους στο ανώτατο αξίωμα, θα είναι ο Trump έτοιμος να διαπραγματευτεί με τους Δημοκρατικούς, αν αυτοί πετύχουν πλειοψηφίες στα δύο σώματα του Κογκρέσου ή θα καταστεί ένας πλήρως αναποτελεσματικός πρόεδρος, που το μόνο που θα καταφέρει θα είναι να δημιουργήσει ακόμα μεγαλύτερα προβλήματα στο κόμμα του;

Η απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα δεν μπορεί να δοθεί πριν από τις εκλογές. Αυτό που μπορούμε να κάνουμε, όμως, είναι να παρακολουθήσουμε τις εξελίξεις στις εργασίες του συνεδρίου στη Charlotte της Νότιας Καρολίνας, όπου θα προκύψουν τα πρώτα σημάδια για τον τρόπο με τον οποίο θα αντιμετωπίσει το κόμμα το αποτέλεσμα των εκλογών, είτε αυτό είναι θεμιτό για αυτούς είτε όχι. Με μεγάλη προσοχή, λοιπόν, αναμένουμε να δούμε πως οι Αμερικανοί συντηρητικοί θα αντιμετωπίσουν τις δυσκολίες, που αναδείχθηκαν, όχι μόνο φέτος, αλλά και κατά τα προηγούμενα τρία χρόνια διακυβέρνησης Trump και τον τρόπο με τον οποίο θα καταφέρουν (αν κάτι τέτοιο συμβεί) να ενοποιήσουν το μήνυμά τους, παρουσιάζοντας λύσεις σε συγκεκριμένα προβλήματα (κάτι που απέφυγε πεισματικά να κάνει η παρούσα κυβέρνηση), τη στιγμή που όλες σχεδόν οι δημοσκοπήσεις προβλέπουν ένα «γαλάζιο» κύμα να καταφθάνει αποφασισμένο για θρίαμβο τον Νοέμβριο.


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ


Αυγέρης Αυγέρης

Γεννήθηκε στη Γερμανία το 2001 από Έλληνες μετανάστες, αλλά μεγάλωσε στις Σέρρες. Είναι προπτυχιακός φοιτητής στο τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ και ενδιαφέρεται για την πολιτική ανάλυση, τη συγκριτική πολιτική σκέψη, τις διεθνείς σχέσεις και την ιστορία. Μιλάει αγγλικά και γερμανικά και στον ελεύθερο του χρόνο του αρέσει να παίζει και να ακούει μουσική, όπως και να διαβάζει λογοτεχνία.