Της Ιωάννας Παπαδοπούλου,

Η αντιπαλότητα μεταξύ της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν και του Βασιλείου της Σαουδικής Αραβίας υφίσταται εδώ και δεκαετίες. Η Ισλαμική Επανάσταση του Ιράν, το 1979, αποτέλεσε το σημείο καμπής στις σχέσεις των δύο χωρών, οπότε η Τεχεράνη υιοθέτησε μία επαναστατική εξωτερική πολιτική ενάντια στις δυτικές θέσεις. Η έριδα των δύο κρατών του Περσικού Κόλπου βασίζεται, παράλληλα, στο θρησκευτικό στοιχείο και στους δύο βασικούς κλάδους του Ισλαμισμού: η Σαουδική Αραβία αποτελεί μία συντηρητική μοναρχία Σουνιτών, ενώ το Ιράν, ένα επαναστατικό καθεστώς Σιιτών.

Οι διπλωματικές σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών επιδεινώθηκαν περαιτέρω, όταν ξέσπασαν συγκρούσεις μεταξύ Ιρανών διαδηλωτών και των ενόπλων δυνάμεων της Σαουδικής Αραβίας στο ετήσιο μουσουλμανικό προσκύνημα στη Μέκκα, το 1987. Η σύγκρουση κόστισε τη ζωή σε 400 σχεδόν προσκυνητές, εκ των οποίων οι περισσότεροι ήταν Ιρανοί. Ως επακόλουθο, το 1988, η Σαουδική Αραβία διέκοψε τις διπλωματικές της σχέσεις με την Τεχεράνη και απαγόρευσε στους Ιρανούς να επισκέπτονται την ιερή μουσουλμανική πόλη τη Μέκκα για το προσκύνημα Χατζ.

Η Αμερικανική ανάμειξη

Η πτώση του Σάχη του Ιράν και η άνοδος του Αγιατολάχ Χομεϊνί (Ayatollah Khomeini), μέσω της Επανάστασης, φόβισαν τη Σαουδική Αραβία, η οποία, ανέκαθεν, ήθελε να θεωρείται ως η ηγέτιδα δύναμη του Μουσουλμανικού κόσμου. Πριν το 1979, οι δύο Περσικές χώρες ήταν σύμμαχοι των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, γεγονός που δημιουργούσε σημαντικά οικονομικά και πολιτικά προνόμια στις εταιρίες υδρογονανθράκων. Έκτοτε, η ιρανική βιομηχανία πετρελαίου υπόκειται σε αμερικανικές πιέσεις, και, ούσα διεθνώς απομονωμένη, αδυνατεί να πλησιάσει τα επίπεδα παραγωγής πετρελαίου της Σαουδαραβικής κρατικής εταιρίας «Aramcο», αναζητώντας, έτσι, νέους φερέγγυους συμμάχους. Ως εκ τούτου, οι Ηνωμένες Πολιτείες θεωρούν το Ιράν ως μία αποσταθεροποιητική δύναμη στη Μέση Ανατολή, που θα μπορούσε να περιορίσει τα δικαιώματά τους περί ελεύθερης ναυσιπλοΐας στον Περσικό Κόλπο.

Στο ίδιο πλαίσιο, ο θάνατος του Ιρανού στρατάρχη Κασέμ Σoλεϊμανί (Qasem Soleimani), μέσω αμερικανικών αεροπορικών επιδρομών, στις 3 Ιανουαρίου 2020, στο αεροδρόμιο της Βαγδάτης, υποδηλώνει το βαθμό της ανάμειξης. Ο Σoλεϊμανί, έχοντας χαρακτηριστεί ως μία στρατηγική ιδιοφυΐα από τους Ιρανούς, κατηγορήθηκε από το Πεντάγωνο πως «προετοίμαζε σχέδια επιθέσεων εναντίον Αμερικανών διπλωματών και στρατιωτικών στο Ιράκ». Επιπροσθέτως, αξίζει να σημειωθεί πως το 2015 διέρρευσαν κρατικά δεδομένα της Σαουδικής Αραβίας (Saudi Leaks), η οποία συνιστά σημαντικό σύμμαχο των Ηνωμένων Πολιτειών. Συγκεκριμένα, φανέρωναν την έντονη απαρέσκεια των Σαουδαραβών προς το Ιράν, περιγράφοντας τη γειτονική χώρα ως έναν κίνδυνο που πρέπει να αναχαιτιστεί.

Ο πόλεμος δι’ αντιπροσώπων

Η αντιπαράθεση ανάμεσα στις δύο δυνάμεις δεν έχει οδηγήσει, έως και σήμερα, σε μία μάχη των ιδίων, αλλά σε έναν πόλεμο δι’ αντιπροσώπων (proxy war). Η πρώτη από αυτές τις συγκρούσεις πραγματοποιήθηκε στον οκταετή πόλεμο ανάμεσα στο Ιράκ και στο Ιράν (1980-1988), όπου η Σαουδική Αραβία, υπό τον φόβο νίκης του Ιράν, παρείχε στρατιωτική και οικονομική βοήθεια στον ιρακινό Πρόεδρο Σαντάμ Χουσεΐν, παρατείνοντας, κατά αυτόν τον τρόπο, τον πόλεμο.

Η κρίση στην Υεμένη αποτελεί, επίσης, ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα ανάμειξης ξένων δυνάμεων στη δικαιοδοσία των κρατών και αποτυχίας της «Αραβικής Άνοιξης», που έλαβε χώρα το 2011. Επεξηγηματικά, ο εμφύλιος στην Υεμένη ξεκίνησε το 2015 ανάμεσα στην κυβέρνηση της χώρας, υπό τον Πρόεδρο Abd Rabu Mansur Hadi, και των Χούθι (Houthis), μιας εθνοτικής μουσουλμανικής μειονότητας Σιιτών. Ως απόρροια, η Σαουδική Αραβία, υπό το πρόσχημα πως το αντίπαλο Ιράν στηρίζει τους Χούθι, πραγματοποίησε αεροπορικές επιδρομές ενάντια της εν λόγω εθνοτικής ομάδας στα κοινά σύνορα τους, στηρίζοντας, έτσι, τον Πρόεδρο Hadi. Οι αεροπορικές αυτές επιδρομές ευθύνονται για τους θανάτους χιλιάδων αμάχων στην Υεμένη, προκαλώντας μία από τις χειρότερες ανθρωπιστικές κρίσεις παγκοσμίως. Άλλωστε, ο στόχος των Σαουδαραβών είναι ο περιορισμός της δυναμικής των Σιιτών.

Στη Συρία, που αποτελεί, επίσης, έδαφος της εχθρότητας των κρατών του Κόλπου, το Ιράν στηρίζει το καθεστώς του Μπασάρ αλ Άσαντ, ο οποίος έχει Αλαουιτικές καταβολές, καθόσον η μυστικιστική αυτή θρησκευτική ομάδα αποτελεί έναν κλάδο του σιιτικού Ισλάμ. Η Σαουδική Αραβία, απεναντίας, είναι γνωστό ότι προμηθεύει όπλα σε διάφορες ομάδες ανταρτών, που μάχονται το καθεστώς. Έναν ακόμη πυρήνα της αντιπαράθεσης συνιστά ο Λίβανος, όπου η σιιτική στρατιωτική και πολιτική οργάνωση Χεζμπολάχ (Hezbollah) έχει στενούς δεσμούς με το Ιράν, ασκώντας ισχυρή επιρροή στους Σιίτες της χώρας.

Συνοψίζοντας, ο ανταγωνισμός της Σαουδικής Αραβίας και του Ιράν είναι τόσο προφανής, όσο και ο στόχος αμφοτέρων να αποτελέσουν κυρίαρχες περιφερειακές δυνάμεις με ικανή πολιτική, στρατιωτική και πετρελαϊκή ισχύ. O «μαύρος χρυσός», όπως ονομάζεται το πετρέλαιο, καθίσταται ένα στρατηγικό διεθνές εμπόρευμα, όπου ο ρόλος της Αμερικανικής δύναμης σε ένα παγκόσμιο σύστημα είναι καθοριστικός για τη διαμόρφωση του περιφερειακού πολιτικού ανταγωνισμού των δύο δυνάμεων. Η θρησκεία, συγχρόνως, δεν πρέπει να λησμονείται στην περίπτωση αυτή, καθώς καθίσταται το «όπλο» των κυβερνήσεων, ώστε να πείσουν το λαό να ταχθεί υπέρ των ηγεμονικών αξιώσεών του, οι οποίες, είναι πρόδηλο πως έχουν καταστροφικές συνέπειες, κυρίως για τους ίδιους τους πολίτες και όχι για την εξουσία.


Ιωάννα Παπαδοπούλου

Φοιτήτρια του Τμήματος των Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστήμιου Πειραιώς, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον στις διεθνείς σχέσεις και στους τομείς ενέργειας. Κατά την διάρκεια των σπουδών της, έχει συμμετάσχει σε προσομοιώσεις στα όργανα των Ηνωμένων Εθνών (MUN), στην διοργάνωση των εκδηλώσεων TEDx και μιλάει 3 ξένες γλώσσες.