7 C
Athens
Τρίτη, 31 Ιανουαρίου, 2023
ΑρχικήΚοινωνίαΥγείαOverthinking: Η παγίδα της υπερανάλυσης

Overthinking: Η παγίδα της υπερανάλυσης


Της Άννας Αρκούδη,

Μία παγίδα από την οποία οι περισσότεροι δύσκολα μπορούμε να ξεφύγουμε, καθώς αποτελεί κομμάτι της καθημερινότητας και της ρουτίνας μας, είναι το πολυσυζητημένο “overthinking”, ή ελληνιστί «υπερανάλυση» και είναι ακριβώς αυτό που υποδηλώνει η ετυμολογία της λέξης: υπερ + ανάλυση, δηλαδή υπερβολική ανάλυση των πάντων. Οι overthinkers αναλύουν σε μεγάλο βαθμό στο μυαλό τους οτιδήποτε συμβαίνει. Ακόμη κι ένα ασήμαντο γεγονός που κάποιος απλώς θα τα προσπερνούσε ή θα το άφηνε γρήγορα στην άκρη, το άτομο που λειτουργεί με αυτό τον τρόπο μπαίνει στη διαδικασία να το επεξεργαστεί, με αποτέλεσμα όλα να παίρνουν τεράστιες διαστάσεις στο μυαλό του. Σκέψεις, παντού σκέψεις: «Μήπως έπρεπε να κάνω αυτό, μήπως έπρεπε να κάνω εκείνο, έχουν άραγε καλή εικόνα για μένα;».

Πόσο κοστίζει η υπερανάλυση των πάντων…

Αν αναγνωρίσατε τον εαυτό σας στις παραπάνω γραμμές, τότε ανήκετε στην κατηγορία των overthinkers. Αν πάλι όχι, τότε είστε ομολογουμένως από τους τυχερούς, καθώς η υπερβολική σκέψη δεν είναι αποτέλεσμα μιας υγιούς διαδικασίας, αλλά περισσότερο μιας ψυχικής κατάστασης που «εμπαίζει» το μυαλό του ατόμου και το εμποδίζει από το να πάρει απλές αποφάσεις μέχρι να επιλύσει πιο σύνθετα προβλήματα. Η υπερανάλυση δημιουργεί ένα γεμάτο μυαλό από αχρείαστες πληροφορίες, που όχι μόνο είναι ουσιαστικά ασήμαντες, αλλά προκαλούν σημαντικά προβλήματα που επιβαρύνουν τη σωματική και την ψυχική μας υγεία.

Όσον αφορά τα σωματικά συμπτώματα, οι άνθρωποι δυσκολεύονται να κοιμηθούν, είναι νευρικοί, παρουσιάζουν συμπτώματα κόπωσης, όπως ζαλάδες ή πονοκέφαλο και μπορεί να αισθάνονται από πόνο στο στήθος ή στο στομάχι μέχρι δυσκολία στην αναπνοή. Το άγχος και η υπερανάλυση έχουν αρκετά κοινά ή παρεμφερή σωματικά συμπτώματα. Επίσης, η υπερβολική σκέψη έχει ως βασικό χαρακτηριστικό της την έντονη εγκεφαλική δραστηριότητα, η οποία προσφάτως αποδείχτηκε πως συνδέεται με τη μακροζωία. Σύμφωνα με έρευνα επιστημόνων του Ινστιτούτου Blavatnik της Ιατρικής Σχολής του Χάρβαρντ η οποία δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Nature τον περασμένο Οκτώβριο, η υπερβολική νευρική δραστηριότητα του εγκεφάλου συνδέεται με ένα μικρότερο προσδόκιμο ζωής και η καταστολή της, μπορεί να μας χαρίσει χρόνια και ενδεχομένως, να επιβραδύνει τις επιπτώσεις τής γήρανσης. Οι ερευνητές από το Harvard Medical School, εξέτασαν τους εγκεφάλους των ανθρώπων που πέθαναν σε ηλικίες 60 και 70 ετών, και τους συνέκριναν με αυτούς που είχαν πεθάνει μετά τα 100. Η έρευνα βρήκε πως οι άνθρωποι που πέθαναν νεότεροι είχαν χαμηλότερα επίπεδα πρωτεΐνης γνωστής ως REST (RE-1 Silencing Transcription). Αυτή η πρωτεΐνη βοηθά στην ηρεμία της εγκεφαλικής δραστηριότητας. Έτσι, ανακάλυψαν ότι ο ιστός των ανθρώπινων εγκεφάλων που έζησαν μέχρι τα 100 περιείχε περισσότερη ποσότητα από αυτήν την πρωτεΐνη, η οποία αντιδρά σε γονίδια που είναι γνωστό ότι πυροδοτούν τον εγκέφαλο όταν σκέφτονται. Δεν σκέφτονταν τόσο πολύ και είχαν περισσότερη πρωτεΐνη που βοηθά στη χαλάρωση του εγκεφάλου. Οι ειδικοί θα χρειαστεί να διεξάγουν έρευνες και να εμβαθύνουν περισσότερο τη μελέτη τους για να προτείνουν αποτελεσματικές λύσεις, παρ’ όλα αυτά τα πρώτα στοιχεία από τις μελέτες τους είναι αναμφίβολα αποκαλυπτικά και θέτουν στο μικροσκόπιο το ερώτημα κατά πόσο τελικά ωφελεί να επιβαρύνουμε τον εαυτό μας με περιττούς προβληματισμούς.

Η υπερανάλυση δεν είναι κάτι με το οποίο γεννιέται κανείς. Αποτελεί συνήθεια που αποκτάται με τον καιρό, πιθανότατα ως αμυντικός μηχανισμός έναντι στην πιθανότητα αποτυχίας, καθώς οι overthinkers τρέμουν σε μια τέτοια προοπτική. Όταν σκεφτόμαστε υπερβολικά και καταλήγουμε να αναλύουμε τις πράξεις, τα λόγια και τα συναισθήματα των άλλων ανθρώπων αλλά και του εαυτού μας, τότε κινδυνεύουμε από κατάθλιψη και άγχος. Στην προσπάθειά μας να ελέγξουμε κάθε πτυχή της ζωής μας, καταλήγουμε να ανησυχούμε για τις προθέσεις, τις σκέψεις, ή τις ενέργειες των άλλων ανθρώπων, ενώ στην πραγματικότητα προδιαγράφουμε αυτό που φοβόμαστε, με αποτέλεσμα να μας συμβαίνει τελικά. Εξάλλου, η «υπερ-ανάλυση» δεν στηρίζεται σε ρεαλιστικές σκέψεις, επιθυμίες και συναισθήματα, αλλά αντίθετα, ενισχύει τις αρνητικές σκέψεις, τους φόβους, τον θυμό και τα αισθήματα μειονεξίας και κατωτερότητας και εν συνεχεία γεννά νέες φοβίες και ανασφάλειες. Η κατάσταση μάλιστα για αρκετούς είναι αρκετά έντονη, καθώς περνούν όλη την ζωή τους υπεραναλύοντας τα πάντα και μην πράττοντας τίποτα. Η μία σκέψη ακυρώνει την προηγούμενη και τελικά δεν πραγματοποιείται κανένα βήμα προόδου. Το άτομο γίνεται αναβλητικό, αποκτά πρακτικά προβλήματα σε διάφορους τομείς της ζωής και νιώθει συνεχώς αγχωμένο και προβληματισμένο. Έχει ξαφνικά «δημιουργήσει» με το μυαλό του δεκάδες πιθανά σενάρια που το μπερδεύουν και δεν του επιτρέπουν να προχωρήσει.

Σαφώς το να μας προβληματίζει για παράδειγμα μία δύσκολη απόφαση σχετικά με το μέλλον μας, μία διένεξη με τον σύντροφο ή με κάποιον από το φιλικό μας περιβάλλον είναι κάτι φυσιολογικό. Είναι ίδιον της ανθρώπινης φύσης να σκέφτεται, να προβληματίζεται, να αγχώνεται, να στεναχωριέται και όσο και αν προσπαθήσουμε, αυτά είναι συναισθήματα και καταστάσεις που κάποια στιγμή θα μας «προλάβουν» και θα κληθούμε να τα διαχειριστούμε. Όμως πάντα χρειάζεται να ξέρουμε που να σταματάμε, κάτι που οι overthinkers δεν μπορούν να πράξουν. Η υπερανάλυση δεν είναι υγιής στάση & συμπεριφορά. Γι’ αυτό άλλωστε και αποκαλείται «παγίδα». Μία παγίδα του μυαλού, την οποία θα πρέπει να έχουμε υπόψιν μας και να μην αγνοούμε, τόσο για να την αποφύγουμε όσο και για να την αντιμετωπίσουμε εφόσον υποφέρουμε από αυτή.

Η «Υπερανάλυση» χρήζει αντιμετώπισης

Το συναίσθημα που απορρέει από τις καλπάζουσες σκέψεις είναι αρκετά ενοχλητικό και τρομακτικό, γιατί δημιουργεί μια αίσθηση ότι βρίσκεστε εκτός ελέγχου. Όμως, το να κάνετε τέτοιου τύπου σκέψεις δεν σημαίνει ότι πράγματι είστε εκτός ελέγχου, αλλά ότι νιώθετε ιδιαίτερα ανήσυχοι συγκριτικά με άλλους ανθρώπους. Αρχικά θα πρέπει να κατανοήσετε ότι πρόκειται για μία κατάσταση διαχειρίσιμη. Είναι ένας τρόπος σκέψης αρκετά περίπλοκος μεν, τον οποίο όμως σταδιακά μπορείτε να μάθετε να διαχειρίζεστε και τελικά να αποβάλετε. Ένα βασικό ερώτημα το οποίο πρέπει να θέσουμε στον εαυτό μας είναι πότε η «υπερανάλυση» μας βοήθησε πραγματικά να αντιμετωπίσουμε μια προβληματική κατάσταση. Η απάντηση είναι ποτέ. Και αυτό γιατί μαζί με τη συνήθεια της υπερανάλυσης έρχονται όλα τα αρνητικά συμπτώματα τα οποία δεν μας αφήνουν να αξιολογήσουμε ψύχραιμα την κατάσταση.

Για να περιορίσετε την υπερανάλυση, μπορείτε να ακολουθήσετε τις εξής συμβουλές:

• Εστιάστε στο παρόν. Μην αναμασάτε γεγονότα και καταστάσεις που ανήκουν στο παρελθόν και σας προκαλούν αρνητικές σκέψεις. Και με την ίδια λογική μην αφήνετε το μέλλον και το «αύριο» να σας τρομάζουν. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορείτε να κάνατε σχέδια και όνειρα, αλλά αυτό είναι κάτι που πρέπει να σας δίνει χαρά, αντί να σας τρομάζει.

• Αναρωτηθείτε πόσο ρεαλιστικές είναι οι σκέψεις που έχετε για τον εαυτό σας. Έχουν ουσιαστική βάση ή είναι απλώς ανασφάλειες με τις οποίες όλοι οι άνθρωποι έρχονται αντιμέτωποι;

• Ενεργείστε αντί να αναλώνεστε σε σκέψεις. Αξιολογείστε και πάρτε την κατάσταση στα χέρια σας. Αν παραμένετε μόνο στις σκέψεις, σίγουρα το πρόβλημα δεν θα λυθεί.

• Τα λάθη είναι ανθρώπινα. Μην μένετε αδρανείς επειδή φοβάστε τα λάθη. Όλοι ιδανικά θέλουμε να τα αποφεύγουμε, αλλά είναι κομμάτι της καθημερινότητάς μας και δεν είναι εφικτό να τα διαχειριζόμαστε όλα άψογα.

• Το χειρότερο σενάριο είναι συνήθως και το πιο απίθανο να συμβεί. Δεν χρειάζεται να στρέφεστε απευθείας στην χειρότερη πιθανή έκβαση μίας κατάστασης.

• Ξεκουράστε το μυαλό σας. Μην φορτώνετε υπερβολικά το πρόγραμμά σας, τουλάχιστον όχι σε καθημερινή βάση.

• Αποκτήστε νέες ασχολίες. Ένα νέο χόμπι ή αθλητική δραστηριότητα, ένα βιβλίο θα σας βοηθήσει να ξεφύγετε και να χαλαρώσετε όταν αισθάνεστε αγχωμένοι και καταβάλλεστε από αρνητικά συναισθήματα.

Η υπερανάλυση είναι μία ψυχική κατάσταση την οποία μπορούμε και πρέπει να ξεπεράσουμε. Όταν αυτό δεν μπορούμε να το κάνουμε μόνοι, τότε χρειαζόμαστε την βοήθεια ειδικού, που θα μας βοηθήσει να ξεφύγουμε από αυτόν τον τρόπο σκέψης.

https://hms.harvard.edu/news/new-player-human-aging


Άννα Αρκούδη

Γεννήθηκε το 1998 στην Αθήνα, όπου και μεγάλωσε. Αποφοίτησε από το Γενικό Λύκειο Καλλιθέας και το 2016 ξεκίνησε τις σπουδές της στο Πάντειο Πανεπιστήμιο στο τμήμα Επικοινωνίας, Μέσων και Πολιτισμού στο οποίο βρίσκεται μέχρι και σήμερα. Ειδικεύεται στη Διαφήμιση και τις Δημόσιες σχέσεις, ωστόσο διακατέχεται από την αγάπη της για την αρθρογραφία. Άλλα ενδιαφέροντα της είναι η φωτογραφία, τα ταξίδια, η βοτανολογία και το  beauty. Λατρεύει να μαθαίνει διαρκώς νέα πράγματα και να διευρύνει τα ενδιαφέροντά της.

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Άννα Αρκούδη
Γεννήθηκε το 1998 στην Αθήνα, όπου και μεγάλωσε. Αποφοίτησε από το Γενικό Λύκειο Καλλιθέας και το 2016 ξεκίνησε τις σπουδές της στο Πάντειο Πανεπιστήμιο στο τμήμα Επικοινωνίας, Μέσων και Πολιτισμού στο οποίο βρίσκεται μέχρι και σήμερα. Ειδικεύεται στη Διαφήμιση και τις Δημόσιες σχέσεις, ωστόσο διακατέχεται από την αγάπη της για την αρθρογραφία. Άλλα ενδιαφέροντα της είναι η φωτογραφία, τα ταξίδια, η βοτανολογία και το  beauty. Λατρεύει να μαθαίνει διαρκώς νέα πράγματα και να διευρύνει τα ενδιαφέροντά της.