Του Κωνσταντίνου Λίκα,

Τόκιο, Ιαπωνία. Η Τράπεζα της Ιαπωνίας (Bank of Japan, BoJ ή Nihon Ginko [日本銀行]) βρίσκεται αντιμέτωπη με την οικονομική κρίση που προκλήθηκε από την πανδημία του SARS-CoV-2. Ο Διοικητής της BoJ, Χαρουχίκο Κουρόντα (黒田 東彦), γνωστός για την επιθετική πολιτική ποσοτικής χαλάρωσης που επεδίωξε το 2013 και για την επιβολή αρνητικών επιτοκίων το 2016, προχώρησε σε αυξημένες αγορές κρατικών ομολόγων προς στήριξη της ιαπωνικής οικονομίας.

Σε επίσημη ανακοίνωσή της στις 27 Ιουλίου 2020, η Τράπεζα της Ιαπωνίας ανέφερε ότι οι επιπτώσεις του κωρονοϊού ήταν σοβαρές στην ιαπωνική οικονομία, ωστόσο τονίζει ότι υπάρχει σταδιακή ανάκαμψη στην οικονομική δραστηριότητα. Παρ’ όλα αυτά, τονίζει ότι η ανάκαμψη θα είναι μετριασμένη και ότι «η μεταβολή στη νοοτροπία και στις μέσο- και μακροπρόθεσμες προσδοκίες εταιρειών για ανάπτυξη χρήζει στενής παρακολούθησης», καθώς δεν αναμένει ανάκαμψη της ιαπωνικής οικονομίας ούτε μέχρι το 2022.

Παρ’ όλα αυτά, η BoJ διατηρεί μία συγκρατημένη στάση και διατηρεί τα βραχυπρόθεσμα επιτόκια στο -0,1%. Αφετέρου, δε, αποφάσισε να προσπαθήσει να μειώσει τις αποδόσεις του δεκαετούς ομολόγου του ιαπωνικού δημοσίου «γύρω στο 0%» κατά πλειοψηφία. Σκοπείται, σύμφωνα με τη ΝΗΚ, η «απεριόριστη» αγορά κρατικών ομολόγων και η στήριξη της οικονομίας με το ποσό του 1 τρισεκατομμυρίου δολαρίων.

Ο Σίνζο Άμπε (安倍 晋三), Πρωθυπουργός της Ιαπωνίας από το 2012 (Πηγή: mainichi.jp)

Στην πραγματικότητα, διακρίνουμε μία διαιώνιση της οικονομικής πολιτικής του Σίνζο Άμπε. Ο Σίνζο Άμπε, πρόεδρος της φιλελεύθερης-συντηρητικής παράταξης του Φιλελεύθερου Δημοκρατικού Κόμματος (Liberal Democratic Party (LDP) ή 自由民主党, Τζιγιού-Μινσουτό, ή εν συντομία Τζιμιντό (自民党), ουσιαστικά είναι η ιαπωνική Νέα Δημοκρατία, έχοντας προηγουμένως κυβερνήσει από το 2006 έως το 2007, ανέλαβε και πάλι την Πρωθυπουργία το 2012, κατόπιν της διεθνούς οικονομικής κρίσης. Η στιγμή που ανέλαβε τα ηνία της διακυβέρνησης της Ιαπωνίας, η χώρα είχε ήδη διανύσει μία απολεσθείσα δεκαετία. Προκειμένου να εξισορροπηθεί ο προϋπολογισμός, επιβλήθηκαν νέοι φόροι πωλήσεως το 1997 –εν όψει της χρηματοοικονομικής κρίσης της Ασίας– πράγμα που οδήγησε σε περαιτέρω συρρίκνωση της ιαπωνικής οικονομίας. Στασιμότητα, μειωμένη κατανάλωση, μειωμένες εξαγωγές. Το 2013 μάλιστα η οικονομία είχε πέσει στα επίπεδα του 1991. Παράλληλα, η άνοδος της Κίνας βιομηχανικά και σε επίπεδο χρηματοοικονομικό αποτέλεσε κίνητρο για τον κο Άμπε να λάβει μέτρα στήριξης της οικονομίας.

Έτσι γεννήθηκε η ιδέα των Abenomics. Η οικονομική πολιτική του κου Άμπε ήταν βασισμένη σε «τρία τόξα»:

  1. Δημοσιονομική πολιτική: μαζικά προγράμματα τόνωσης της οικονομίας, ύψους 10,3 τρισεκατομμυρίων γιεν.
  2. Νομισματική πολιτική: χαλαρή νομισματική πολιτική, μαζικό τύπωμα χρήματος και υποτίμηση του γιεν προς ενίσχυση εξαγωγών, αρνητικά επιτόκια. Στόχος είναι ο πληθωρισμός στο 2%.
  3. Δομικές μεταρρυθμίσεις στο Ιαπωνικό δημόσιο.

Τα «Αμπενομικά» σημείωσαν κάποια επιτυχία στη μείωση της ανεργίας από 4% το Q2 2012, στο 3.7% το Q1 2013. Η υποτίμηση του γιεν, που έφτασε μέχρι και το 25%, έκανε πιο ακριβές τις εισαγωγές προϊόντων (η Ιαπωνία είναι εξαρτημένη από εισαγωγές πρώτων υλών), αλλά τόνωσε τις εξαγωγές.

Το νυχτερινό κέντρο της Όσακα, Νομαρχίας Όσακα. Η Όσακα είναι η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Ιαπωνίας. Ο κωρονοϊός έχει πλήξει την καθημερινή ζωή των Ιαπώνων – παρόλο που δεν επεβλήθηκε ποτέ lockdown εφάμιλλης αυστηρότητας με εκείνο της Ελλάδας. (Πηγή: New York Times)

Ο κορωνοϊός, όπως προαναφέρθηκε, θα δώσει ένα γερό πλήγμα στην Ιαπωνική οικονομία, αλλά όχι τόσο σθεναρό όπως σε άλλες χώρες της Ευρώπης ή του Αγγλοσαξονικού κόσμου (Βρετανία, ΗΠΑ, Αυστραλία, Νέα Ζηλανδία). Συνιστά επίσης και ευκαιρία για να εξεταστεί εάν και κατά πόσο τα «Αμπενομικά» μπορούν να σώσουν την Ιαπωνική οικονομία.

Εκεί, λοιπόν, φαίνονται και οι ρωγμές της Αμπενομικής. Οι μαζικές δαπάνες αύξησαν το έλλειμμα, επομένως η Ιαπωνική κυβέρνηση προέβη σε μέτρα λιτότητας, με αύξηση του φόρου πωλήσεων, προς εξισορρόπηση του ελλείμματος. Συγχρόνως, όμως, η Ιαπωνία έχει ένα από τα πιο οξεία δημογραφικά προβλήματα παγκοσμίως, με αποτέλεσμα την ενίσχυση του αποπληθωρισμού, και το δημόσιο χρέος της Ιαπωνίας υπερβαίνει το 220% –ακόμα και η χώρα μας απέχει πολύ από ένα τέτοιο επίπεδο χρέους– τουλάχιστον προτού γίνει αισθητή η πλήρης βία της κρίσης του κωρονοϊού. Όλα αυτά περιόρισαν την αποτελεσματικότητα της οικονομικής πολιτικής του κου Άμπε.

Ο κορωνοϊός θα πλήξει τις παγκόσμιες αγορές και όχι μόνο στην Ιαπωνία. Το ιαπωνικό κράτος προέβη σε μαζικά προγράμματα στήριξης της οικονομίας, εφάμιλλα σε μέγεθος μόνο με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Συνολικά δαπανήθηκαν 234 τρισεκατομμύρια γιεν (€1.892 τρις), περίπου εφάμιλλα με τα πακέτα σωτηρίας της αμερικανικής ομοσπονδιακής κυβέρνησης, ήτοι άνω των $3 τρις – παρόλο που το ΑΕΠ των ΗΠΑ είναι πενταπλάσιο του Ιαπωνικού.

Αυτό φέρει και ρίσκα φερεγγυότητας. Η αύξηση του δημοσίου χρέους της Ιαπωνίας, συναρτήσει του ολοένα και φθίνοντος αριθμού γεννήσεων, θα ασκήσουν πίεση κατά της οποιασδήποτε αποτελεσματικότητας μελλοντικών πακέτων σωτηρίας της ιαπωνικής οικονομίας. Η ιαπωνική Κυβέρνηση θα χρειαστεί να αλλάξει τακτική – θα χρειαστεί να γίνουν πιο ριζικά τα μέτρα, αλλά κυρίως στο 3ο τόξο, τις δομικές μεταρρυθμίσεις, στις οποίες η Ιαπωνία, ούσα συντηρητική κοινωνία, υστερεί.


Κωνσταντίνος Λίκας

Γεννήθηκε το 1995 στον Πειραιά. Είναι απόφοιτος του τμήματος Ναυτιλιακών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιώς και μεταπτυχιακός φοιτητής στο ΠΜΣ Εφαρμοσμένα Οικονομικά και Χρηματοοικονομικά του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών. Ενδιαφέρεται κυρίως για διεθνή χρηματοοικονομικά, τραπεζικά, φορολογικά και εμπορικά ζητήματα, όπως και για γερμανικά και διεθνή πολιτικά ζητήματα. Ενδιαφέρεται επίσης για ζητήματα άμυνας και ασφάλειας. Είναι υπότροφος της διεθνούς ακαδημαϊκής υποτροφίας (IPS) του Γερμανικού Κοινοβουλίου. Μιλάει αγγλικά, γερμανικά, γαλλικά, τουρκικά και ελληνικά.