Του Παναγιώτη Παλαιοκαστρίτη,

Τον περασμένο Ιούνιο, το Ανώτατο Δικαστήριο των Η.Π.Α. (SCOTUS) έθεσε ένα δικαστικό προηγούμενο και επιβεβαίωσε ένα παλαιότερο, που φέρνουν την αμερικανική κοινότητα ένα βήμα πιο κοντά στην αποδοχή και χειραφέτηση των ατόμων της LGBTQ κοινότητας και ενισχύουν το δικαίωμα της σωματικής αυτοδιάθεσης των γυναικών. Mε αυτές του τις αποφάσεις, το SCOTUS θέτει μια στάση που σηματοδοτεί αλλαγή νοοτροπίας, όχι μόνο στις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και γενικότερα στο δυτικό κόσμο.

Η πρώτη σημαντική απόφαση, με την ονομασία “Medical Services, LLC v. Russo”, έλαβε χώρα στις 29 Ιουνίου και κατήργησε ένα νόμο της Louisiana, κρίνοντάς τον ως αντίθετο προς το σύνταγμα. Πιο συγκεκριμένα, αυτός ο νόμος εξαρτούσε τη δυνατότητα διενέργειας εκτρώσεων μόνο από γιατρούς οι οποίοι θα είχαν ειδικά προνόμια εισδοχής σε νοσοκομεία. Αυτή η απόφαση, η οποία λήφθηκε με πλειοψηφία πέντε ψήφων έναντι τεσσάρων της μειοψηφίας, επιβεβαίωσε ένα παλαιότερο δικαστικό προηγούμενο του 2016, με την ονομασία ”Woman’s Health v. Hellerstedt”. Σε αυτή την απόφαση, το SCOTUS κατήργησε έναν νόμο του Texas, που -όπως και στη Louisiana-, έθετε τις αμβλώσεις κάτω από τον περιορισμό των προνομίων που θα έπρεπε να φέρουν οι γιατροί σε ειδικές νοσοκομειακές μονάδες. Σύμφωνα με γνώμη δικαστή της πλειοψηφίας, αυτός ο νόμος (της Louisiana) ήταν «λέξη προς λέξη πανομοιότυπος» με εκείνον του Texas.

Η πλειοψηφία, επίσης, του δικαστηρίου επισήμανε ότι από τους πέντε γιατρούς, που εκτελούσαν εκτρώσεις στη Louisiana, μόνο οι δύο είχαν αποκτήσει προνόμια εισδοχής σε νοσοκομεία. Ένας στη New Orleans και ένας στο Shreveport. Ο γιατρός, όμως, στο Shreveport είχε δηλώσει ότι δεν μπορούσε να φέρει εις πέρας όλη τη δουλειά της κλινικής. Επομένως, αν ο νόμος αυτός αποκτούσε ισχύ, θα άφηνε τη Louisiana μόνο με έναν γιατρό ικανό να διενεργήσει τις αμβλώσεις. Αυτό θα αποτελούσε ένα σοβαρό εμπόδιο για τις γυναίκες που επιθυμούν την άμβλωση, καθώς θα τις ανάγκαζε να εκτελέσουν μεγάλες αποστάσεις, για να κινηθούν από τον τόπο προέλευσης μέχρι τη New Orleans. Επίσης, θα απέβαινε δυσβάσταχτο για τις γυναίκες που διαθέτουν χαμηλά εισοδήματα, καθώς όλη αυτή η διαδικασία θα αποτελούσε μια σημαντική οικονομική επιβάρυνση. Οπότε, η πλειοψηφία κατέληξε ότι ο νόμος της Louisiana ήταν αντίθετος ως προς το συνταγματικό δικαίωμα των γυναικών στην άμβλωση, καθώς το περιόριζε ασύμμετρα.

Η μειοψηφία του δικαστηρίου, από την άλλη, θεωρούσε αυτό το νόμο ως ένα εχέγγυο υπέρ της προστασίας της υγείας και της ασφάλειας των γυναικών. Θεωρούσαν ότι «υπάρχουν αρκετές ενδείξεις ότι τα προνόμια εισδοχής βοηθούν στη προστασία των γυναικών, με το να εξασφαλίζουν ότι οι γιατροί, που θα εκτελούν τις εκτρώσεις, θα διαθέτουν ένα υψηλό επίπεδο κατάρτισης σε σχέση με την κατοχή της απλής άδειας». Σε απάντηση αυτού του επιχειρήματος, η πλειοψηφία επισήμανε ότι ο νόμος της Louisiana, ο οποίος θεσπίσθηκε το 2014, συνιστούσε ένα σοβαρό εμπόδιο στη προσβασιμότητα στις αμβλώσεις και παράλληλα δεν έκανε τίποτα, για να προστατέψει την υγεία των γυναικών, που είχε ως «δήθεν» πρωταρχικό σκοπό. Συμπλήρωσε, επίσης, ότι οι νοσηλείες μετά την άμβλωση ήταν σπάνιες, οι γυναίκες εισέπρατταν ούτως ή άλλως φαρμακευτική αγωγή, ανεξάρτητα αν οι γιατροί είχαν τα απαραίτητα προνόμια και συχνά οι γιατροί αδυνατούσαν να λάβουν αυτά τα προνόμια για λόγους που δε σχετίζονταν με την κατάρτισή τους.

Όμως, πιο σημαντική απόφαση, φαίνεται να αποτελεί η απόφαση του SCOTUS στις 15 Ιουνίου, με την ονομασία “Bostock v. Clayton County”. Σε αυτή την υπόθεση, ένας εργαζόμενος στο σύστημα παιδικής πρόνοιας απολύθηκε το 2013, μετά τη συμμετοχή του σε ένα πρωτάθλημα softball για ομοφυλόφιλους. Αυτή η υπόθεση ενώθηκε με άλλες δύο υποθέσεις. Η πρώτη εκ των δύο αφορούσε την απόλυση ενός εκπαιδευτή ελεύθερης πτώσης, το 2010, μετά τη γνωστοποίηση σε πελάτη ότι αυτός ήταν ομοφυλόφιλος και η δεύτερη, την απόλυση ενός συντονιστή κηδειών, το 2013, μετά την πληροφόρηση ότι ήταν τρανσέξουαλ. Το SCOTUS, με απόφαση έξι ψήφων υπέρ και τριών κατά, έκρινε ότι «ένας εργοδότης που απολύει ένα άτομο μόνο για το λόγο του ότι είναι ομοφυλόφιλο ή τρανσέξουαλ, παραβιάζει το νόμο». Πριν από αυτήν την απόφαση, οποιοσδήποτε εργοδότης μπορούσε να απολύσει κάποιον, μόνο για το λόγο ότι αυτός είναι ομοφυλόφιλος, αμφιφυλόφιλος ή τρανσέξουαλ. Μετά από αυτή την απόφαση, δεν ισχύει κάτι τέτοιο.

Σε αυτή την υπόθεση, το SCOTUS δεν έκρινε με βάση το σύνταγμα, αλλά με βάση έναν ομοσπονδιακό νόμο, με την ονομασία “Civil Right Act of 1964” (CRA). Αυτός ο νόμος απαγόρευε τις εργασιακές διακρίσεις με βάση το φύλο. Το ανώτατο δικαστήριο επέκτεινε αυτή την απαγόρευση και κατά των διακρίσεων που γίνονται με βάση τον σεξουαλικό προσανατολισμό και την ταυτότητα του φύλου. Η μειοψηφία άσκησε κριτική στην απόφαση της πλειοψηφίας, με το επιχείρημα ότι αν ο νομοθέτης ήθελε στο νόμο CRA την απαγόρευση των διακρίσεων με βάση τον σεξουαλικό προσανατολισμό ή την ταυτότητα του φύλου, θα το είχε προβλέψει αυτό ρητά. Σε κάθε περίπτωση, επισήμανε ότι η απαγόρευση των διακρίσεων με βάση τον σεξουαλικό προσανατολισμό ή το καθεστώς των τρανσέξουαλ δεν ήταν «καν το ζητούμενο» εκείνη την εποχή.

Η πλειοψηφία, από την άλλη, που εξέδωσε την απόφαση, ανέφερε ότι «οι διακρίσεις που βασίζονται στην ομοφυλοφιλία ή στο καθεστώς των τρανσέξουαλ, αναγκαία αποτελούν και διακρίσεις με βάση το φύλο. Το πρώτο δεν μπορεί να συμβεί χωρίς το δεύτερο». Ένας από τους κορυφαίους μελετητές της ιστορίας της LGBTQ κοινότητας, ο δόκτωρ George Chauncey, πρόσθεσε ότι λίγο μετά την ψήφιση του CRA, το θέμα του σεξουαλικού προσανατολισμού και των τρανσέξουαλ ήταν ήδη ζήτημα, σε αντίθεση με ότι πίστευε η μειοψηφία του δικαστηρίου, και βρισκόταν κιόλας ως πρώτο θέμα στα εξώφυλλα των εφημερίδων εκείνης της εποχής.

Μια άλλη κριτική, λιγότερο δημοφιλής, ασκήθηκε στην απόφαση του δικαστηρίου, από τη συγγραφέα Andrea Long Chu, η οποία επισήμανε ότι αυτή η απόφαση θέτει δικαστικό προηγούμενο, που εξαναγκάζει τους τρανσέξουαλ να αναζητήσουν νομική προστασία κάτω από το φύλο της γέννησής τους και όχι κάτω από το καθεστώς των τρανσέξουαλ. Έτσι, με τη μη ρητή κατοχύρωση του καθεστώτος προστασίας των τρανσέξουαλ, θα μπορούσαν αυτοί να πέσουν θύματα διακρίσεων με βάση το φύλο της γέννησης, αν σε ειδικές περιπτώσεις ο νόμος απαιτεί αυτό το φύλο για συμμετοχή σε ορισμένες δραστηριότητες, όπως π.χ. της συμμετοχής σε γυναικεία αθλήματα. Σε κάθε περίπτωση, όμως, όπως αναφέρει ο δόκτωρ Chauncey, η απαγόρευση των διακρίσεων με βάση τον σεξουαλικό προσανατολισμό ή την ταυτότητα του φύλου, απελευθερώνει τα άτομα της LGBTQ κοινότητας από ένα βασικό φόβο, που τα εξανάγκαζε να κρύβουν την ταυτότητά τους ή να διαλύουν τις προσωπικές τους σχέσεις.

Τέλος, είναι αξιοσημείωτο ότι οι παραπάνω αποφάσεις λήφθηκαν με πλειοψηφία, που σχηματίστηκε ύστερα από την προσχώρηση και συντηρητικών ψήφων στις τέσσερις της φιλελεύθερης πτέρυγας του δικαστηρίου. Πιο συγκεκριμένα, στη πρώτη απόφαση, που λήφθηκε με πέντε ψήφους υπέρ της κατάργησης των περιορισμών στις αμβλώσεις, ο προεδρεύων δικαστής, John G. Roberts, και μέλος της συντηρητικής πτέρυγας, συντάχθηκε με τις ψήφους των φιλελεύθερων συνάδελφών του, αφήνοντας τη συντηρητική πτέρυγα να μειοψηφήσει με τέσσερις ψήφους. Στη δεύτερη απόφαση, για την κατάργηση των διακρίσεων εις βάρος των ομοφυλόφιλων, των αμφιφυλόφιλων και των τρανσέξουαλ, αυτή τη φορά ο δικαστής, Neil McGill Gorsuch, που διορίστηκε από τον Πρόεδρο Trump, συντάχθηκε μαζί με τον Roberts στις ψήφους της φιλελεύθερης πτέρυγας, σχηματίζοντας, έτσι, την πλειοψηφία του δικαστηρίου, με έξι ψήφους υπέρ και τρεις κατά. Οι παραπάνω αποφάσεις κάνουν φανερή τη διάθεση του ανώτατου δικαστηρίου των Η.Π.Α. να θέσει δικαστικά προηγούμενα, που θα επιφέρουν ουσιώδεις αλλαγές στην αμερικανική κοινότητα και όχι μόνο.


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ


Παναγιώτης Παλαιοκαστρίτης

Γεννήθηκε το 1992 στην Αθήνα. Είναι απόφοιτος του τμήματος Πολιτικών Επιστημών και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου. Σπουδάζει Νομική στο ΑΠΘ. Γνωρίζει άριστα Αγγλικά. Έχει έντονο ενδιαφέρον για την Πολιτική Φιλοσοφία, την Ιστορία, την Κοινωνιολογία και τις διεθνείς σχέσεις. Φιλοδοξεί να αποκτήσει ένα μεταπτυχιακό στην Εγκληματολογία. Τέλος, ως χόμπι έχει την ενασχόληση με τις πολεμικές τέχνες.