Του Ευθύμιου Αθανασίου,

Ως αρκτική περιοχή ορίζεται εκείνη που πλαισιώνει το Βόρειο πόλο, περιλαμβάνοντας τον αρκτικό ωκεανό και βόρεια εδάφη των ΗΠΑ, του Καναδά, της Ρωσίας, της Νορβηγίας, της Ισλανδίας, της Δανίας (Γροιλανδία), της Σουηδίας και της Φινλανδίας. Τα τελευταία χρόνια είναι ιδιαίτερα δημοφιλής και κατέχει υψηλή θέση στην ατζέντα των αρκτικών «παικτών», καθώς και της διεθνούς κοινότητας εν γένει. Η ελκυστικότητα της έγκειται στα μεγάλα κοιτάσματα φυσικών πόρων, ορυκτών μεταλλευμάτων και σπάνιων γαιών που διαθέτει, παρέχοντας ευκαιρίες ενεργειακής αυτονόμησης, σε μία περίοδο, όπου τα ενεργειακά αποθέματα ακόμη και των πιο ισχυρών ενεργειακών παικτών εξαντλούνται. Ενδεικτικά, τα αποθέματα φυσικού αερίου στην περιοχή ξεπερνούν το 25,5% των παγκόσμιων αποθεμάτων, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό αναφορικά με τα αποθέματα πετρελαίου ξεπερνά το 10,5%. Επιπρόσθετη αξία στην περιοχή παρέχουν οι ευκαιρίες ναυσιπλοΐας που προέκυψαν από το λιώσιμο των πάγων, διευκολύνοντας το διατλαντικό εμπόριο μέσω του διάπλου από το Northern Sea Route. 

Η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται σε άμεση γεωγραφική συνάφεια με την Αρκτική, αφού τρεις αρκτικοί δρώντες και συγκεκριμένα, η Σουηδία, η Φινλανδία και η Δανία είναι μέλη της. Παράλληλα, τα υπόλοιπα αρκτικά κράτη στην πλειοψηφία τους έχουν αναπτύξει στενές οικονομικές και αμυντικές σχέσεις μαζί της, στα πλαίσια του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (Νορβηγία, Ισλανδία) και  του ΝΑΤΟ (ΗΠΑ, Καναδάς) αντίστοιχα. Δεν θα μπορούσε, επομένως, να απουσιάζει από τους ανταγωνισμούς συμφερόντων στην περιοχή, αναζητώντας τρόπους ενεργούς ανάμειξης στις εξελίξεις και αποτελεσματικής προώθησης των στόχων της. Προς αυτήν την κατεύθυνση, έχει αναπτύξει συγκεκριμένη πολιτική για την Αρκτική και έχει συνάψει ποικίλες διμερείς και πολυμερείς συμφωνίες.

Βασική επιδίωξη της Ένωσης αποτελεί η αναζήτηση της «χρυσής τομής» στις ισορροπίες μεταξύ του εύθραυστου αρκτικού κλίματος και της αξιοποίησης του πλούτου και των ευκαιριών που προσφέρονται. Ο στόχος αυτός αντανακλάται στην αρκτική πολιτική του 2016, που δομείται σε τρεις πυλώνες. Ο πρώτος εξ αυτών επικεντρώνεται στην κλιματική αλλαγή και την προστασία του περιβάλλοντος. Η Ε.Ε. κρίνει απαραίτητη τη σχολαστική και σε βάθος κατανόηση των σύγχρονων περιβαλλοντικών προβλημάτων που πλήττουν τη ραγδαίως μεταβαλλόμενη Αρκτική και μακροπρόθεσμα απειλούν και την υπόλοιπη διεθνή κοινότητα. Το λιώσιμο των πάγων, παραδείγματος χάρη, δεν ανοίγει μόνο το δρόμο σε μεγάλα εμπορικά πλοία ενώνοντας τις πιο απομακρυσμένες περιοχές του πλανήτη, αλλά αυξάνει παράλληλα τη στάθμη της θάλασσας, οδηγώντας σε εκτοπισμούς πληθυσμών από παραθαλάσσιες περιοχές. 

Η μελέτη των περιβαλλοντικών αυτών προβλημάτων επιτυγχάνεται μέσω της χρηματοδότησης της επιστημονικής έρευνας και της κοινοποίησης δεδομένων, που με τη σειρά τους αποκαλύπτουν τα απαραίτητα μέτρα προς λήψη. Από το 2015 η Ε.Ε. διενεργεί σειρά από ερευνητικές δράσεις υπό τον ευρύ τίτλο EU Polar Net. Σημαντικό αποκύημα των παραπάνω ερευνών αποτελεί η πρωτοβουλία της Ένωσης για τη μείωση των εκπομπών μαύρου άνθρακα, που επιταχύνουν το λιώσιμο των πάγων. Ο δεύτερος πυλώνας της εν λόγω πολιτικής αφορά στη βιώσιμη ανάπτυξη και την πρόσβαση στους φυσικούς πόρους της περιοχής, χωρίς να διαταράσσονται οι περιβαλλοντικές ισορροπίες. Η Ε.Ε. επενδύει σε υποδομές που ενισχύουν τη συνδεσιμότητα της ευρωπαϊκής πλευράς της Αρκτικής με την υπόλοιπη Ευρώπη, προκειμένου να διευκολυνθεί το εμπόριο. Στα πλαίσια μια βιώσιμης βιομηχανοποίησης της Αρκτικής, η Ένωση χρηματοδοτεί οικολογικές καινοτομίες επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται εκεί, ακολουθώντας τις υποδείξεις της Ατζέντας των Ηνωμένων Εθνών για βιώσιμη ανάπτυξη μέχρι το 2030. 

Απαραίτητη προϋπόθεση, όμως, προκειμένου να επωφεληθούν οι εμπλεκόμενες πλευρές από την Αρκτική, είναι να διατηρηθεί η τελευταία ζώνη ειρήνης και ασφαλείας. Πρόκειται για ένα δύσκολο εγχείρημα δεδομένης της υψηλής της γεωστρατηγικής σημασίας και των συνεπακόλουθων διλημμάτων ασφαλείας που δημιουργούνται μεταξύ της Ρωσίας και των αρκτικών κρατών που εκφράζονται στρατιωτικά από το ΝΑΤΟ. Η Ε.Ε. επιδιώκει μέσω της διεθνούς συνεργασίας να εκτονώσει τις εντάσεις και να προωθήσει τη σταθερότητα και την πολύπλευρη αλληλεπίδραση των χωρών. Από το 1993 είναι μέλος του Ευρωαρκτικού Συμβουλίου του Μπάρεντς, ένα χώρο ανταλλαγής απόψεων και λήψης αποφάσεων με απώτερο σκοπό τη βιώσιμη ανάπτυξη. Ταυτόχρονα, η πολιτική των Βορείων Διαστάσεων, καλύπτει τους τομείς του περιβάλλοντος, των μεταφορών, της υγείας και της κουλτούρας.

Δυστυχώς, η Ε.Ε. δεν έχει καταφέρει να κατοχυρώσει τη θέση του μόνιμου παρατηρητή στο βασικό αρκτικό όργανο, το Αρκτικό Συμβούλιο και έτσι εκπροσωπείται από τα κράτη μέλη της, που είτε είναι ταυτόχρονα μέλη του Συμβουλίου, είτε έχουν καθεστώς μόνιμου παρατηρητή, όπως η Γαλλία και η Γερμανία. Το αίτημά της αρχικά απορρίφθηκε το 2008 από τις οργανώσεις που εκπροσωπούν τους αυτόχθονες, ως αντίδραση στο εμπάργκο της Ένωσης στα προϊόντα που προκύπτουν από την αλιεία φώκιας, λόγω της γενικότερης εναντίωσης στο κυνήγι άγριων ζώων. Η εναντίωση αυτή φαίνεται να έχει υποχωρήσει, ωστόσο, όπως μαρτυρούν οι αναφορές στους ντόπιους και τις κυνηγετικές τους συνήθειες, στο κείμενο του 2016. Το αίτημά της, πάντως, απορρίφθηκε δεύτερη φορά το 2015 από τη Ρωσία, το βασικό πάροχο ενέργειας στην Ευρώπη. Η κίνηση αυτή, ενδεχομένως, να οφείλεται σε ανησυχία της Ρωσίας, μήπως η περαιτέρω διείσδυση της Ε.Ε. στα αρκτικά ζητήματα, οδηγήσει σε πρόσβασή της στον αρκτικό φυσικό πλούτο και σταδιακά στη μερική ενεργειακή της ανεξαρτητοποίηση. 

Καταλυτικό ρόλο στην προώθηση των Ευρωπαϊκών συμφερόντων στην Αρκτική διαδραματίζουν οι σχέσεις της Ένωσης με τη Γροιλανδία. Η νήσος της Δανίας που βρίσκεται σε καθεστώς αυτοδιάθεσης, αποχώρησε από την ΕΟΚ το 1985, διατηρεί, ωστόσο στενές επαφές με την Ε.Ε. πλέον. Η τρέχουσα συμφωνία των δύο για την αλιεία, που λήγει με την εκπνοή του 2020, επιτρέπει την πρόσβαση στις αλιευτικές ζώνες της Γροιλανδίας. Η ανανέωσή της είναι κομβικής σημασίας, δεδομένης της τροπής που έχουν πάρει οι διαπραγματεύσεις κατά τη μεταβατική περίοδο του Brexit και του φόβου για αποχώρηση χωρίς συμφωνία, που ενδεχομένως να συνεπάγεται και τον τερματισμό της ελεύθερης πρόσβασης στα βρετανικά ύδατα, χωρίς ποσοστώσεις. 

Η Γροιλανδία αποτελεί την αρκτική πλευρά της Δανίας, ενός δηλαδή εκ των τριών κρατών μελών της Ε.Ε. στην Αρκτική. Η έντονη παρουσία μεγάλων δυνάμεων σε αυτή σε διπλωματικό και οικονομικό επίπεδο, δυσχεραίνει την ανάμειξη της Ένωσης στην αρκτική γενικότερα. Ήδη κάποιοι αρκτικοί παίκτες είναι δύσπιστοι ως προς τη συνάφεια Ε.Ε. και Αρκτικής. Η πρόθεση του Αμερικανού προέδρου Donald Trump, λοιπόν, να αγοράσει τη νήσο θα οδηγήσει σε μεγαλύτερη δυσκολία της Ένωσης να αιτιολογήσει το αίτημα της για εμπλοκή στις εξελίξεις στην περιοχή. Έντονο ενδιαφέρον για τη Γροιλανδία παρουσιάζει και η Κίνα, που μεταξύ άλλων συμμετέχει ως μόνιμος παρατηρητής στο αρκτικό συμβούλιο από το 2013. Συγκεκριμένα η χώρα είχε εκφράσει ενδιαφέρον για τη χρηματοδότηση της κατασκευής τριών αεροδρομίων στη Γροιλανδία που θα εδραίωναν την παρουσία της εκεί.

Συνοψίζοντας η Αρκτική σαφώς δημιουργεί νέες προοπτικές για την Ένωση. Η πρόσβαση στα αποθέματα υδρογονανθράκων προσφέρει μια εναλλακτική στην ενεργειακή εξάρτηση από τη Ρωσία. Οι σπάνιες γαίες της περιοχής καταργούν το παρ ολίγον κινεζικό μονοπώλιο. Οι αλιευτικές ευκαιρίες στη Γροιλανδία ελαφρύνουν τις επιπτώσεις ενός no deal Brexit. Η χρήση του Northern Sea Route διευκολύνει το εμπόριο, μειώνοντας χρόνο και καύσιμα. Με σεβασμό στο περιβάλλον και τους αυτόχθονες πληθυσμούς, συνεπώς, η Ε.Ε. οφείλει να στραφεί αποφασιστικότερα προς την αρκτική πλευρά της.


Ευθύμιος Αθανασίου

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1997, όπου και διαμένει ως σήμερα. Σπούδασε στο τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιά. Έχει υπάρξει μέλος του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων, όπου διεξήγαγε έρευνα σε ζητήματα που αφορούν την Ε.Ε. και το ΝΑΤΟ. Πραγματοποίησε την πρακτική του άσκηση στο Υπουργείο Εξωτερικών, στη Διεύθυνση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Μετανάστευσης. Ομιλεί την αγγλική και τη γερμανική γλώσσα και έχει συμμετάσχει σε προγράμματα Erasmus+ σχετικά με τη μετανάστευση και την Ευρωπαϊκή Ένωση.