Της Δανάης Λυπιρίδη,

Εδώ και αρκετά χρόνια, όσοι αντιμετώπιζαν οικονομικές δυσκολίες στη χώρα τους μετανάστευαν στην Αμερική. Είχαν μάθει ότι εκεί μπορούσαν να «προκόψουν», να αυξήσουν το εισόδημά τους και να υποστηρίξουν οικονομικά την οικογένειά τους. Σε μεγάλο βαθμό, τέτοιοι άνθρωποι, μαζί με πολλούς άλλους, οικοδόμησαν τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, όπως τις γνωρίζουμε σήμερα. Μια Αμερική, όμως, που σήμερα «τρεκλίζει». Έχει περάσει κάτι παραπάνω από ένας μήνας από τη δολοφονία του George Floyd και οι ΗΠΑ ακόμη «φλέγονται». Οι βίαιες διαδηλώσεις συνεχίζονται, τα θύματα της πανδημίας του κορωνοϊού πολλαπλασιάζονται μέρα με τη μέρα, οι Δημοκρατικοί και οι Ρεπουμπλικάνοι πιάνονται στα χέρια πάνω από τις επερχόμενες κάλπες του Νοεμβρίου, ενώ ο υπόλοιπος κόσμος γίνεται μάρτυρας μιας κοινωνίας υπό ρήξη και ενός μεταβαλλόμενου πολιτικού σκηνικού σε μια υπερδύναμη (;) έναν ωκεανό μακριά.

Η αναδιάρθρωση της αστυνομίας και η κοινωνική-φυλετική δικαιοσύνη είναι τα κύρια αιτήματα των μαζικών αυτών διαδηλώσεων. Ωστόσο, η συγκυρία της πανδημίας έφερε στο φως και το χρόνιο πρόβλημα των μεγάλων ταξικών και οικονομικών ανισοτήτων, του οποίου τα αίτια εντοπίζονται στις διαρθρωτικές ατέλειες του αμερικάνικου φιλελεύθερου συστήματος. Το δημόσιο σύστημα υγείας είναι σοβαρά υποβαθμισμένο, η κοινωνική πρόνοια είναι ισχνή και η ανεργία στη μεσαία τάξη έχει φτάσει στο υψηλό επίπεδο του 11.1% (εντείνοντας, έτσι, και το υπάρχον πρόβλημα στέγασης λόγω των ακριβών τιμών στα ενοίκια ή στην αγορά σπιτιού). Πολλοί νέοι Αμερικανοί, οι οποίοι είναι απόφοιτοι κολλεγίων/πανεπιστημίων, μπαίνουν στην αγορά εργασίας ήδη υπερχρεωμένοι, λόγω του υπέρογκου κόστους της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, ενώ το μεγαλύτερο μέρος του πλούτου συνεχίζει να συσσωρεύεται στο 1% της κοινωνίας. Από ό,τι φαίνεται τελικά, το «Αμερικάνικο Όνειρο» δεν είναι για όλους.

Εντούτοις, αυτά τα οικονομικά αδιέξοδα της δυστροπίας του συστήματος, σε συνδυασμό με τη σχεδόν παθολογική σχέση των Αμερικάνων µε τα όπλα (αποτυπωμένη στο σύνταγμα των ΗΠΑ) και το διαπλεκόμενο λόμπι του Εθνικού Οργανισμού Οπλών (NRA), οδηγούν στην ύπαρξη πολλών βαριά οπλισμένων συμμοριών και σε υψηλούς δείκτες σκληρής εγκληματικότητας σε πολλές πολιτείες της Αμερικής. Με αυτόν τον τρόπο, λοιπόν, γεννήθηκαν οι δυο διαβόητες σαλβαδοριανές συμμορίες, MS-13 και Barrio 18.

Όπως σε πολλά κράτη της Λατινικής Αμερικής, έτσι και στο Ελ Σαλβαδόρ ξέσπασε εμφύλιος πόλεμος που διήρκησε από το 1980 έως το 1992 μεταξύ των αριστερών ανταρτών και της πλούσιας ελίτ, που υποστηρίζονταν από το στρατιωτικό καθεστώς, καταπιέζοντας την αγροτική τάξη. Έχοντας ως στόχο να σταματήσουν την εξάπλωση του κομμουνιστικού κινήματος στη Λατινική Αμερική, οι ΗΠΑ υποστήριξαν τις δεξιές δικτατορίες του Ελ Σαλβαδόρ με δισεκατομμύρια δολάρια σε οικονομική και στρατιωτική βοήθεια, παρατείνοντας την αιματοχυσία. Μέχρι τη λήξη του πολέμου, 75.000 Σαλβαδοριανοί ήταν νεκροί και περισσότεροι από ένα εκατομμύριο εκτοπίστηκαν, εκατοντάδες χιλιάδες εκ των οποίων κατέφυγαν στις ΗΠΑ. Τα παιδιά που ήρθαν μαζί τους, δυσκολευόμενα να προσαρμοστούν στο αμερικανικό καπιταλιστικό σύστημα και να προσεγγίσουν το «Αμερικανικό Όνειρο», δημιούργησαν τη συμμορία MS-13 (γνωστή και ως Mara Salvatrucha) στους δρόμους του Λος Άντζελες, ενώ άλλα στελέχωσαν τις τάξεις μιας αντίπαλης ισπανικής συμμορίας, της Barrio 18 (18th Street – η συμμορία της 18ης οδού). Καθώς οι συμμορίες επεκτείνονταν, θεσπίστηκαν νόμοι που διευκόλυναν την απέλαση μεταναστών με ποινικά μητρώα. Έτσι, στα τέλη της δεκαετίας του 1990, οι ΗΠΑ άρχισαν να απελαύνουν χιλιάδες καταδίκους πίσω στο Ελ Σαλβαδόρ κάθε χρόνο. Πολλοί, ωστόσο, από τους επαναπατρισθέντες που μεγάλωσαν στις ΗΠΑ δυσκολεύθηκαν να προσαρμοστούν στη χώρα και συνέχισαν τις παράνομες δραστηριότητές τους, οργανωμένοι στις ίδιες συμμορίες όπως αυτές του Λος Άντζελες, εκμεταλλευόμενοι την ανυπαρξία στοιχειώδους κράτους δικαίου στο Ελ Σαλβαδόρ, με το αδύναμο σύστημα επιβολής του νόμου και δικαιοσύνης. Σήμερα, ο ανταγωνισμός για τον έλεγχο περιοχών και την απόκτηση υψηλού κοινωνικού status από τις συμμορίες έχουν καλλιεργήσει ένα κλίμα πολύ πιο ακραίο από εκείνο στους δρόμους του Λος Άντζελες. Μια κόλαση απόλυτης βίας και οικονομικής απελπισίας έχει κατακλύσει το Ελ Σαλβαδόρ και τις γειτονικές του χώρες, οδηγώντας ξανά δεκάδες χιλιάδες Σαλβαδοριανούς προς τις ΗΠΑ. Οι διαβόητες συμμορίες, MS-13 και Barrio 18, ευθύνονται για τη διακίνηση ναρκωτικών, εκβιασμούς, προστασία και αμέτρητες ανθρωποκτονίες. Η καθημερινή βαρβαρότητα είναι το σήμα κατατεθέν τους. Το ερώτημα όμως παραμένει· τι κρύβεται πίσω από τη βία των συμμοριών του Ελ Σαλβαδόρ και ποιο ρόλο έπαιξαν οι ΗΠΑ σε αυτό;

Είναι ιστορικά τεκμηριωμένο ότι οι ΗΠΑ χειραγωγούσαν δημοκρατικά καθεστώτα και ενθάρρυναν ή εγκαθιστούσαν δεξιές στρατιωτικές δικτατορίες στις χώρες της Λατινικής Αμερικής για την προστασία και την προώθηση των συμφερόντων των αμερικανικών εμπορικών εταιρειών στην περιοχή, μετατρέποντάς τες σε «Δημοκρατίες της Μπανάνας» (χώρες οι οποίες είναι πολιτικά ασταθείς, εξαρτημένες από μικρή αγροτική παραγωγή και κυβερνώμενες από διεφθαρμένες ολιγαρχικές κυβερνήσεις). Εν συνεχεία, τα παιδιά των Σαλβαδοριανών μεταναστών έμαθαν μέσα από το αμερικάνικο οργανωμένο έγκλημα (προερχόμενο από τις οικονομικοκοινωνικές ανισότητες του συστήματος) να χρησιμοποιούν όπλα και να φτιάχνουν βόμβες. Όταν επαναπατρίσθηκαν, ουσιαστικά εισήγαγαν στη χώρα τους το συγκεκριμένο μοντέλο εγκλήματος των συμμοριών. Το διαιωνιζόμενο έγκλημα και η βία έχουν καταστήσει πιο δύσκολη την οικονομική ανάπτυξη και τη δημιουργία θέσεων εργασίας στο Ελ Σαλβαδόρ, προκαλώντας έναν φαύλο κύκλο ύφεσης, ανεργίας και φτώχειας. Το συνακόλουθο δημοσιονομικό έλλειμμα και τα χαμηλά επίπεδα εσόδων της χώρας έχουν ως αποτέλεσμα η κυβέρνηση να μη διαθέτει αρκετά κονδύλια για προγράμματα κοινωνικής πρόνοιας και οικονομικής ανάπτυξης, την ίδια στιγμή που οι συμμορίες MS-13 και Barrio 18 παρενοχλούν και εκβιάζουν όσους προσπαθούν να ορθοποδήσουν οικονομικά σε αυτό το αποτυχημένο και διεφθαρμένο κράτος.

Απόρροια των παραπάνω είναι το απίστευτα υψηλό ποσοστό ανθρωποκτονιών το οποίο καθιστά το Ελ Σαλβαδόρ τη χώρα με το υψηλότερο ποσοστό στον κόσμο (61,8 δολοφονίες ανά 100.000 κατοίκους). Το Ελ Σαλβαδόρ μπορεί να είναι η μικρότερη χώρα της Κεντρικής Αμερικής, αλλά είναι, επίσης, η πιο πυκνοκατοικημένη. Η δραστηριότητα των συμμοριών, η διακίνηση ναρκωτικών και οι εξωδικαστικές δολοφονίες από αστυνομικές και στρατιωτικές δυνάμεις είναι οι κύριοι λόγοι για αυτό το φαινόμενο. Αξίζει να σημειωθεί, επίσης, ότι οι φιλελεύθεροι νόμοι περί όπλων στις ΗΠΑ διευκολύνουν τη λαθραία πώλησή τους στο Ελ Σαλβαδόρ, μέσω του Μεξικό, εντείνοντας το πρόβλημα.

Αυτό που παρατηρείται σήμερα στις ΗΠΑ είναι η αμφισβήτηση της ιδέας του «Αμερικάνικου Ονείρου». Το εκρηκτικό περιβάλλον και η παρακμιακή εγκληματικότητα αυτής της διχασμένης –σήμερα– χώρας, εξάγονται σε μεγάλες ποσότητες στις χώρες της Λατινικής Αμερικής, με τη μορφή εγκληματικών οργανώσεων, στελεχωμένων από καταπιεσμένους ανθρώπους που στράφηκαν στις ΗΠΑ για ευημερία και τελικά βρήκαν οικονομικό αδιέξοδο. Δεν μπορεί κανείς παρά να αναρωτηθεί πώς θα δοθεί ένα τέλος σε αυτόν το φαύλο κύκλο της βίας, της εγκληματικότητας και της απογοήτευσης.


Δανάη Λυπιρίδη

Είναι δευτεροετής προπτυχιακή φοιτήτρια στο τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιώς. Τα ακαδημαϊκά της ενδιαφέροντα άπτονται θεμάτων άμυνας, ενεργειακής ασφάλειας και διεθνών σχέσεων. Παράλληλα με τη σχολή της σπουδάζει πιάνο σε επίπεδο ανωτέρας στο Ωδείο Αθηνών και ασχολείται με την εκμάθηση ξένων γλωσσών. Κατέχει άριστη χρήση της αγγλικής και της γαλλικής γλώσσας. Στον ελεύθερό της χρόνο παρακολουθεί σεμινάρια σχετικά με τις σπουδές της και ασχολείται με την ερασιτεχνική κριτική κινηματογράφου, το κλασσικό μπαλέτο, την άθληση και το χειμερινό σκι.