Της Αλεξάνδρας Οικονόμου,

Ένα βασικό ζήτημα που τίθεται πάντα κατά την άσκηση των ενδίκων μέσων και δη της εφέσεως, είναι αυτό της παθητικής νομιμοποίησης. Αφού απαντηθεί το ερώτημα του ποιος δικαιούται να ασκήσει ένα ένδικο μέσο, έρχεται ως δεύτερο το ποιος ή ποιοι νομιμοποιούνται παθητικά. Το ζήτημα αυτό έχει απασχολήσει ειδικά στα πλαίσια της εκούσιας δικαιοδοσίας, καθώς σε όλες τις υποθέσεις εφαρμόζονται άρθρα με αποκλίσεις από το σύστημα της τακτικής διαδικασίας. Μια ιδιαιτερότητα, είναι η υποχώρηση της αρχής της διαθέσεως κι η καθιέρωση ενός αμιγώς ανακριτικού συστήματος κατ’ απόκλιση από τα άρθρα 106 και 107 ΚΠλοΔ.

Τόσο σε υποθέσεις γνήσιας εκούσιας δικαιοδοσίας, στις οποίες λείπει το στοιχείο της αντιδικίας, όσο και στις υποθέσεις μη γνήσιας, όπου ακολουθούνται μόνο οι διαδικαστικοί κανόνες  των άρθρων 738 επ., συχνά προέκυπτε ζήτημα απαράδεκτου του ενδίκου μέσου της εφέσεως ή αναιρέσεως, καθώς ο εκκαλών δεν είχε στρέψει το δικόγραφο κατά όλων των διαδίκων που συμμετείχαν στη πρωτοβάθμιά δίκη. Η κύρωση του απαράδεκτου είναι η βασική συνέπεια που προβλέπεται στη τακτική διαδικασία. Όμως, λόγω της φύσης της εκούσιας δικαιοδοσίας και της ελαστικότητάς, που εν γένει τη διακρίνει, τα δικαστήρια προσπάθησαν να «σώσουν» δικογραφία ένδικων μέσων με επίκληση του άρθρου 748 παρ.3 ΚΠολΔ.

Χαρακτηριστική είναι η απόφαση 757/2019 του ΑΠ, η οποία χάραξε μια νέα πορεία στην ερμηνεία του πιο πάνω άρθρου, λέγοντας τα εξής: «Στη δίκη της εκούσιας δικαιοδοσίας, ο δικαστής έχει τη διακριτική ευχέρεια να κλητεύσει οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο δεν έχει αποκτήσει την ιδιότητα του διαδίκου, όπως αυτή ερμηνεύεται στα πλαίσια της εκούσιας, δηλαδή δεν είναι τυπικά μετέχων στη δίκη. Υπό αυτήν την εκδοχή, έκρινε ότι έχει τη δυνατότητα να κλητεύσει και διάδικο, κατά του οποίου δεν έχει στραφεί το ένδικο μέσο. Έτσι αναβάλλει τη συζήτηση, προκειμένου να κλητευθεί ο διάδικος που δεν απέκτησε την ιδιότητα του εφεσίβλητου, χωρίς να επέρχεται η βαρύτατη κήρυξη του απαραδέκτου. Άρα λοιπόν, δεν θα πρέπει το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου εκκρεμεί αίτηση λήψης ρυθμιστικού μέτρου, να απορρίπτει σε τέτοιες περιπτώσεις την έφεση ή εν γένει κάθε ένδικο μέσο, αλλά θα πρέπει να προκριθεί η λύση που έδωσε το ανώτατο ακυρωτικό.

Χαρακτηριστική είναι η διατύπωση της απόφασης που δεν αφήνει καμία αμφιβολία ως προς την ορθότητα της. «…Το δικαστήριο, που είναι αρμόδιο να δικάσει το ένδικο μέσο, μπορεί, σύμφωνα με την ως άνω διάταξη του άρθρου 748 παρ. 3 ΚΠολΔ, να επιβάλει την κλήτευση τρίτων, που έχουν έννομο συμφέρον από τη δίκη, επομένως και του διαδίκου που είχε λάβει μέρος στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, κατά του οποίου δεν απευθύνεται το ένδικο μέσο. Τούτο δικαιολογείται από το γεγονός ότι το άρθρο 748 παρ. 3 ΚΠολΔ, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 760 ΚΠολΔ, δεν καταλαμβάνει μόνο τους τρίτους που δεν κατέστησαν διάδικοι στη δίκη αλλά και τους διαδίκους που έλαβαν μέρος σ’ αυτήν και κατά των οποίων δεν στρέφεται η αίτηση αναιρέσεως (ΑΠ Ολομ. 6/1999, ΑΠ 491/1999). Για τον ίδιο λόγο, επί αιτήσεως αναιρέσεως κατ’ αποφάσεως, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, αν η αίτηση αναίρεσης δεν απευθύνεται εναντίον όλων εκείνων, που έλαβαν μέρος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, όπως επιβάλλεται από τη διάταξη του άρθρου 769 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 760 ΚΠολΔ, το δικαστήριο, που είναι αρμόδιο να δικάσει την αίτηση αναίρεσης, μπορεί, κατ’ εφαρμογήν της παρεχόμενης σ’ αυτό δυνατότητας από τη διάταξη του άρθρου 748 παρ. 3 ΚΠολΔ, να επιβάλει την κλήτευση τρίτων που έχουν έννομο συμφέρον από τη δίκη, να διατάξει την κλήτευση του διαδίκου που είχε λάβει μέρος στη δίκη όπου εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, κατά του οποίου δεν απευθύνεται η αίτηση αναίρεσης. Εξάλλου, οι διατάξεις περί ομοδικίας του ΚΠολΔ εφαρμόζονται και στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (ΚΠολΔ 741)».

Μέσα από αυτή την απόφαση φαίνεται καθαρά η διαφορετική λογική που επικρατεί στις υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας σε σχέση με τη τακτική. Στα πλαίσια της πρώτης, με την αίτηση ζητείται η επέμβαση της πολιτείας προς λήψη ρυθμιστικού μέτρου διαπλαστικού ή διαπιστωτικού χαρακτήρα, ώστε να ρυθμιστεί ένα ζήτημα προσωπικής ή περιουσιακής φύσεως του προσώπου. Πρόκειται με άλλη διατύπωση για αξίωση δημοσίου δικαίου κι άρα η ποινή του απαράδεκτου ορθά δεν εφαρμόζεται στη περίπτωση αυτή..

Εν κατακλείδι, μέσα από τη σωστή ερμηνεία της νομοθετικής ρύθμισης και την προσαρμογή αυτής στις ιδιαιτερότητες της εκούσιας δικαιοδοσίας, δίνεται μια ορθότερη δικαιοπολιτικά και νομικά λύση. Χάρη στο διαπλαστικό ρόλο του δικαστή, τυχόν νομοθετικές αστοχίες μπορούν να αποφευχθούν, χωρίς να τίθεται ζήτημα υπέρβασης ορίων του δικαστικού ελέγχου κατά το άρθρο 26 Συντάγματος.


Πηγές
  • ΑΠ 757/2019
  • Ν. Νίκας, Εγχειρίδιο Πολιτικής Δικονομίας, 3η έκδοση, 2018

Αλεξάνδρα Οικονόμου

Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην πόλη της Πρέβεζας, όπου ολοκλήρωσε την δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Πλέον σπουδάζει στη Νομική του Αριστοτέλειου Πανεπιστήμιου Θεσσαλονίκης. Γνωρίζει αγγλικά και γερμανικά.