Της Σοφίας Μηλιοπούλου,

Ο Covid-19, που έχει πλήξει ολόκληρο τον πλανήτη, προσλαμβάνοντας σε μικρό χρονικό διάστημα τη μορφή πανδημίας, αποδεικνύει συνεχώς πως δεν κάνει διακρίσεις. Χρώμα, θρησκεία, ιδεολογία, σεξουαλικές πεποιθήσεις, όλοι στέκονται τρωτοί απέναντι σε έναν ιό, για τον οποίο δυστυχώς δεν έχει βρεθεί ακόμα θεραπεία. Με πάνω από 10.000.000 κρούσματα και 500.000 θανάτους παγκοσμίως, ο Covid-19 έχει εξαπλωθεί απρόσκοπτα από την Ασία στην Ευρώπη και από την Αφρική στην Αμερική, η οποία μάλιστα, κατέχει και την πρώτη θέση σε αριθμό κρουσμάτων. Συγκεκριμένα, η Λατινική Αμερική έχει δεχτεί σοβαρό πλήγμα, με τις χώρες που την απαρτίζουν, να βρίσκονται σε δυσχερή θέση, λόγω της οικονομικής κρίσης και των συνθηκών διαβίωσης. Ως απόρροια τούτου, δεν δύνανται να αντιμετωπίσουν την κατάσταση, η οποία οξύνει τα ήδη υπάρχοντα – μη ευκόλως αντιμετωπίσιμα – προβλήματα.

Ιδιάζουσα περίπτωση, ωστόσο, αποτελεί το Περού, όπου, παρά την άμεση λήψη μέτρων, τα κρούσματα έχουν φτάσει σε νέα ύψη. Εν αντιθέσει με άλλους Λατίνους προέδρους, ο περουβιανός Ματίν Βισκάρα, κινητοποιήθηκε γρήγορα, όταν έκαναν την εμφάνισή τους τα πρώτα σημάδια κορωνοϊού στη χώρα. Δε χρειάστηκε να ξεπεραστούν τα 71 επιβεβαιωμένα κρούσματα, ώστε, στα μέσα του Μάρτη, να επιβληθεί καθεστώς έκτακτης ανάγκης. Η κυβέρνηση, λοιπόν, προχώρησε στο κλείσιμο των συνόρων, τον κατ’ οίκον περιορισμό και την απαγόρευση κυκλοφορίας στους πολίτες, ενώ έβγαλε τις ένοπλες δυνάμεις στους δρόμους για τη βέλτιστη επιβολή των μέτρων. Πώς είναι δυνατόν, παρόλα αυτά, σε λιγότερο από 3 μήνες τα κρούσματα να εκτοξεύτηκαν στα 280.000 και οι θάνατοι στους 9.500, καθιστώντας το Περού ως την 8η πιο βαριά προσβαλλόμενη χώρα στον κόσμο; Τι οδήγησε τη χώρα σε αυτήν την ανεξέλεγκτη κατάσταση;

«Το πρόβλημα είναι η ανθρώπινη συμπεριφορά και η ανυπακοή και ασέβεια, που οι πολίτες δείχνουν απέναντι στον νόμο», δήλωσε ο Περουβιανός γιατρός και ανταποκριτής για υγειονομικά θέματα, Elmer Huerta. Σε αυτές τις 12 εβδομάδες καραντίνας, παρατηρήθηκε διαρκής παραβίαση των μέτρων, με τους πολίτες να είναι καθημερινά στους δρόμους και να μην ενδιαφέρονται για τα μέτρα κοινωνικής αποστασιοποίησης. Λόγω της μη ύπαρξης ψυγείων στα σπίτια, πολλοί συνωστίζονταν σε αγορές τροφίμων και σε πάγκους πλανόδιων πωλητών, καθιστώντας τα εστίες μετάδοσης του ιού. Η συχνή επαφή με ασθενείς, συναρτήσει με την έλλειψη καθαρού τρεχούμενου νερού, οδήγησαν στην αδυναμία τήρησης κανόνων υγιεινής και στην ολοένα ευκολότερη εξάπλωση του ιού. Τέλος, η ανεργία κατέστησε αδύνατη τη ζωή στην πρωτεύουσα, με πολλούς να γυρίζουν στις γενέτειρές τους, κουβαλώντας τον ιό μαζί.

Βιώνοντας ένα από τα χειρότερα ξεσπάσματα παγκοσμίως, η κρίση του Covid-19 έφερε στο προσκήνιο υφέρποντα ζητήματα, τα οποία η περουβιανή κυβέρνηση οφείλει να αντιμετωπίσει παράλληλα με την πανδημία. Η καραντίνα –μολονότι αναγκαία για την προστασία των πολιτών–, αφού προκάλεσε την εκτόξευση της ανεργίας, σταδιακά οδηγεί μια από τις ισχυρότερες και σταθερότερες οικονομίες της Λατινικής Αμερικής σε κατάρρευση. Πλέον, εχθρός δεν είναι ο ιός, αλλά η πείνα. Η εξαθλίωση, λοιπόν, γέννησε νέα κύματα εξεγέρσεων, με μαζική προσέλευση του λαού. Οι απλοί πολίτες ζητούν επιδόματα και πρόνοια, ενώ οι δημόσιοι υπάλληλοι και οι γιατροί (πολλοί εκ των οποίων έχουν προσβληθεί) πρωτοστατούν στη διαμαρτυρία για την έλλειψη προστατευτικού εξοπλισμού, αρωγού για την προστασία από τον ιό. Το γεγονός ότι υπάρχουν μηδαμινά νοσοκομεία, με τα λίγα υπάρχοντα να μην είναι κατάλληλα εξοπλισμένα, κάνει αδήριτη την ανάγκη δράσης της κυβέρνησης.

Εν κατακλείδι, είναι πλέον κατανοητό ότι η άμεση κινητοποίηση των κρατικών δρώντων δεν επαρκεί για την αντιμετώπιση της πανδημίας. Η συλλογική προσπάθεια και ο σεβασμός απέναντι στις αποφάσεις των αρχών αποτελούν τα πλέον αποτελεσματικά μέσα προστασίας. Η μόνη ελπίδα για το Περού είναι η επίγνωση της κρισιμότητας της κατάστασης από το λαό και η λήψη μέτρων από την κυβέρνηση, που θα συνδράμουν όσο το δυνατόν περισσότερο, γίνεται στη βελτίωση της ζωής των πολιτών. Ήδη, μια ομάδα Κινέζων γιατρών κατέφθασε στη χώρα, για να προσφέρει τη βοήθειά της. Το μέλλον, ωστόσο, είναι ακόμα αβέβαιο για τη χώρα των 31.000.000 ανθρώπων, που καρτερικά υπομένουν την κατάσταση, εκ της οποίας η έξοδος αποτελεί δυστυχώς δύσκολη υπόθεση. Όλα, εντούτοις, είναι εφικτά, αρκεί να υπάρχει η απαιτούμενη θέληση και δράση από όλα τα εμπλεκόμενα μέρη.


Σοφία Μηλιοπούλου
Γεννήθηκε στη Βέροια το 2001 και κατοικεί στην Αθήνα. Είναι πρωτοετής φοιτήτρια του τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιά και γνωρίζει αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά. Λατρεύει το θέατρο και το σινεμά και της αρέσει να διαβάζει περί τρομοκρατίας, πολέμου και διεθνών θεμάτων.