Της Αναστασίας Ερνεάνου, 

Αναμφισβήτητα η σχέση εργοδότη και εργαζομένου αποτελεί διαχρονικά μια σχέση αντικρουόμενων συμφερόντων εξαιτίας της ίδιας της φύσης της. Από τη μια, ο εργοδότης επιδιώκει την ικανοποίηση των δικών του συμφερόντων, οικονομικού κατά κύριο λόγο, χαρακτήρα, ενώ ο εργαζόμενος μέσω της εργασίας αποσκοπεί κυρίως στην εξασφάλιση των αναγκαίων εφοδίων για τη διασφάλιση ενός ποιοτικού βιοτικού επιπέδου. Όπως αποδεικνύεται συχνότατα, τα συμφέροντα αυτά συγκρούονται με αποτέλεσμα ο εργαζόμενος ο οποίος βρίσκεται από συμβατική και οικονομική άποψη συνήθως, σε μειονεκτική θέση να υφίσταται αδικίες και πιέσεις.

Το πρόβλημα αυτό ακριβώς προσπαθεί να λύσει ο κλάδος του Ατομικού Εργατικού Δικαίου, με πλήθος νομοθετημάτων που αποσκοπούν στην εξισορρόπηση των αντιτιθέμενων συμφερόντων. Κατά πρώτο και κύριο λόγο, εκείνο που θεωρήθηκε αναγκαίο να ρυθμιστεί ήταν τα χρονικά όρια της εργασίας, ούτως ώστε να αποφεύγεται η υπέρμετρη δέσμευση του εργαζομένου και η εκμετάλλευση της θέσης του. Πρώτα απ’ όλα, η ενωσιακή Οδηγία 2003/88, η οποία κωδικοποίησε τις δύο προηγούμενες που ρύθμιζαν το ζήτημα, ορίζει πως τα κράτη-μέλη οφείλουν να θεσπίσουν ανώτατα χρονικά όρια, ώστε ο εργαζόμενος σε περίοδο 24ωρου να διαθέτει περίοδο ανάπαυσης ελάχιστης διάρκειας 11 συναπτών ωρών και ανά περίοδο επτά ημερών 24 συνεχών ωρών. Η ίδια Οδηγία ορίζει ως ανώτατο χρονικό όριο ανά επταήμερο τις 48 ώρες, στις οποίες συνυπολογίζονται και οι ώρες που συνιστούν υπερεργασία ή υπερωρία.Ως χρόνος εργασίας κατά το άρθρο 2 ορίζεται: «κάθε περίοδος κατά τη διάρκεια της οποίας ο εργαζόμενος ευρίσκεται στην εργασία, στη διάθεση του εργοδότη και ασκεί τη δραστηριότητα ή τα καθήκοντά του, σύμφωνα με τις εθνικές νομοθεσίες και πρακτικές». Βάσει πάντοτε αντικειμενικών κριτηρίων αναγνωρίζονται τρεις συνιστώσες: α) περίοδος κατά την οποία ο εργαζόμενος βρίσκεται στην εργασία, β) περίοδος κατά την οποία ο εργαζόμενος βρίσκεται στη διάθεση του εργοδότη και γ) περίοδος κατά την οποία ασκεί τα καθήκοντά του. Εάν συντρέχει ένα από αυτά τα στοιχεία, πληρούται η έννοια του χρόνου. Όπως εύλογα αναρωτιέται κανείς, ζήτημα τίθεται όσον αφορά την κατάσταση ετοιμότητας. Εκείνο που πρέπει να διευκρινιστεί είναι πως ο εργαζόμενος, ακόμα κι αν δεν παράσχει ούτε λεπτό την υπηρεσία του, ενώ παραμένει στη διάθεση του εργοδότη μακριά από το οικογενειακό και κοινωνικό του περιβάλλον, δεν μπορεί να θεωρηθεί πως βρίσκεται σε κατάσταση «ανάπαυσης». Προβληματική, ωστόσο, παραμένει η θέση του Δικαστηρίου σχετικά με την ένταξη της κατάστασης ετοιμότητας κλήσης, κατά την οποία ο εργαζόμενος επιλέγει ελεύθερα τον τόπο παραμονής του δεσμευόμενος, όμως, από τον εργοδότη στην περίοδο ανάπαυσης και όχι εργασίας. Ιδιαίτερα στη σύγχρονη εποχή λόγω της τεχνολογικής και ψηφιακής ανάπτυξης, ο εργαζόμενος φαίνεται να δεσμεύεται ακόμα περισσότερο, καθώς βρίσκεται ανά πάσα στιγμή στη διάθεση του εργοδότη και δύναται να αναλάβει άμεσα δράση.

Όσον αφορά το νόμιμο ωράριο, δηλαδή εκείνο που ορίζεται από το νόμο (σε αντιδιαστολή προς το συμβατικό που ρυθμίζεται από τη σύμβαση), εκείνο δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τις 8 ώρες ημερησίως όσον αφορά την εξαήμερη εργασία, ενώ για το σύστημα της πενθήμερης αυτό μπορεί να φτάνει τις 9 ώρες ημερησίως και συνεπώς, τις 45 εβδομαδιαίως. Τα όρια αυτά δεν αφορούν όμως, την εργασία σε έναν εργοδότη μόνο, αλλά γενικά την εργασία με αποτέλεσμα η δεύτερη σύμβαση που τυχόν καταρτίζει ο εργαζόμενος και η οποία ξεπερνά τα νόμιμα ωράρια να καθίσταται άκυρη. Επιπλέον, δεν είναι επιτρεπτός ο συμψηφισμός των λιγότερων ωρών μιας μέρας με τις περισσότερες μίας άλλης.

Με τη 14.2.1984 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε η εβδομαδιαία διάρκεια της εργασίας μειώθηκε στις 40 ώρες, χωρίς η μείωση αυτή να συνεπάγεται και μείωση των αποδοχών. Η εργασία που παρέχεται μετά τη συμπλήρωση των 40 ωρών (δηλαδή 41-45 για την πενθήμερη απασχόληση και 41-48 για την εξαήμερη απασχόληση) συνιστά υπερεργασία για την οποία οφείλεται προσαύξηση για κάθε ώρα 20%. Η υπερεργασία υπολογίζεται σε εβδομαδιαία βάση, ενώ η υπερωρία σε ημερήσια. Όσον αφορά την τελευταία, δύναται να σημειωθεί εφόσον υπάρξει υπέρβαση του ημερήσιου ωραρίου ακόμα και αν δεν σημειωθεί υπέρβαση του εβδομαδιαίου. Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ.2 του ν.3385/2005 ως υπερωριακή θεωρείται η απασχόληση πέραν των 45 ωρών σε επιχειρήσεις που απασχολούν το προσωπικό τους σε πενθήμερη βάση και των 48 ωρών σε εξαήμερη βάση. Η προσαύξηση για την υπερωρία αγγίζει το 80% και δίνεται ακόμα και σε περίπτωση άκυρης σύμβασης εργασίας. Ιδιαίτερα για την υπερωρία που παρέχεται κατά τις Κυριακές και τις αργίες, η οποία υφίσταται όταν υπερβαίνει τις 8 ώρες, η προσαύξηση υπολογίζεται επί του καταβαλλόμενου κατά την ημέρα της Κυριακής ή της αργίας ωρομισθίου που είναι ήδη προσαυξημένο κατά 75% επί του νομίμου. Επίσης, για την εργασία κατά την Κυριακή οφείλεται πέρα από την προσαύξηση και αναπληρωματική ανάπαυση 24 συνεχών ωρών, εφόσον η απασχόληση υπερβαίνει τις 5 ώρες.

Τέλος, όσον αφορά την παροχή εργασίας κατά την έκτη μέρα επί πενθήμερης απασχόλησης, επισημαίνεται πως το Σάββατο δεν αποτελεί, όπως η Κυριακή, υποχρεωτική αργία αλλά ημέρα υποχρεωτικής ανάπαυσης. Σύμφωνα με το ν. 3846/2010 η εργασία αυτή αμείβεται με προσαύξηση 30% επί του καταβαλλόμενου ωρομισθίου.Συνεπώς, ο νομοθέτης προσπαθεί με αλλεπάλληλες ρυθμίσεις να διευθετήσει το ζήτημα της υπηρεσίας του εργαζομένου προκειμένου αυτός να προστατευτεί κατά το δυνατόν περισσότερο. Ωστόσο, τα ίδια τα υποκείμενα της σύμβασης οφείλουν να σέβονται τα νομοθετικά αυτά πλαίσια ούτως ώστε να επιτευχθούν αμφότερα τα επιδιωκόμενα συμφέροντά τους.


Πηγές

Αναστασία Ερνεάνου

Γεννήθηκε το 2000. Σπουδάζει στο τμήμα της Νομικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Έχει παρακολουθήσει πλήθος σεμιναρίων σχετικά με τα εγχώρια και τα διεθνή δρώμενα. Αγαπάει τα ταξίδια και είναι ιδιαίτερα ευαισθητοποιημένη όσον αφορά τον εθελοντισμό.