Της Μάγδας Τσόχα,

Το 2020, αν και φάνταζε πολλά υποσχόμενο ως αφετηρία μιας νέας δεκαετίας, δεν παύει πλέον να μας εκπλήσσει, κατά κύριο λόγο αρνητικά, καθώς μας «βομβαρδίζει» κυριολεκτικά με διαφορετικά νέα κάθε μήνα έως τώρα. Στο τέλος του προηγούμενου μήνα, τα παγκόσμια ειδησεογραφικά πρακτορεία μας ενημέρωσαν πως σε διάφορα μέρη της Ευρώπης εντοπίστηκε ελαφρά αύξηση των επιπέδων ραδιενέργειας, με πυρήνα τη Βόρεια Ευρώπη. Αυτό, φυσικά, είχε ως αποτέλεσμα τα φώτα να στραφούν στη Δυτική Ρωσία, όπου και λειτουργεί σημαντικός αριθμός πυρηνικών εργοστασίων, με χαρακτηριστικά παραδείγματα, την Αγία Πετρούπολη και το Μούρμανσκ.

Σύμφωνα, λοιπόν, και με όσα διαβάζουμε στο Reuters (Vienna), στις 26 Ιουνίου, μια ακίνδυνη, αλλά μεγαλύτερη του συνηθισμένου και αξιοσημείωτη ποσότητα ραδιενεργών κυμάτων ανακοινώθηκε πως εντοπίστηκε στη Στοκχόλμη, πιθανώς προερχόμενη από τη Βαλτική θάλασσα. Οι εκπομπές υπολογίζεται πως έγιναν αντιληπτές περί της 22ης με 23ης Ιουνίου. Τα στοιχεία τα οποία δόθηκαν στη δημοσιότητα αποτελούν κομμάτι της δουλειάς του Οργανισμού της Συνθήκης για την Πλήρη Απαγόρευση των Πυρηνικών Δοκιμών (Comprehensive Nuclear-Test-Ban Treaty Organization( CNTBTO), ο οποίος επιβλέπει ένα ολόκληρο δίκτυο, με χρήση προηγμένης τεχνολογίας, με απώτερο στόχο τον έλεγχο ύπαρξης πυρηνικών όπλων στην υφήλιο. Οι περιοχές, οι οποίες ερευνώνται, ενδεικτικά, έως και 72 ώρες πριν τον εντοπισμό, είναι μικρά κομμάτια της Δανίας, Νορβηγίας, Βόρειας Σουηδίας, της Φινλανδίας και, τέλος, οι Βαλτικές χώρες και η Δυτική Ρωσία.

Σε περαιτέρω δηλώσεις, στις οποίες προχώρησε η εκπρόσωπος του Οργανισμού στην έδρα της Βιέννης, αναφέρθηκε ότι η πηγή προελεύσεως ενδεχομένως να είναι απλώς από πολίτη, αποκλείοντας, έτσι, το σενάριο διεθνικής πολιτικής σκοπιμότητας, ενώ, παράλληλα, τόνισε ότι η ακριβής περιοχή μπορεί να εντοπισθεί, αλλά μια πιο ενδελεχής έρευνα βρίσκεται εκτός της ευχέρειας του Οργανισμού. Ο οργανισμός, ακόμη, έγραψε στο Twitter ότι οι αισθητήρες του είχαν ανιχνεύσει «ακίνδυνα» ισότοπα, τα οποία ταυτοποιούνται ως Καίσιο 137, Καίσιο 134 και Ρουθήνιο 103, «πιθανότατα μη στρατιωτικής προέλευσης», διευκρινίζοντας την υπόθεση και κατευνάζοντας τις ανησυχίες για «υπόγεια επίθεση».

Αξιοσημείωτο είναι πως η ρωσική εταιρεία Rosengoatom έχει επανειλημμένα υποβαθμίσει τις όποιες παρατηρήσεις σκανδιναβικών οργανισμών στο παρελθόν, τακτική της που μοιάζει να είναι πάγια και κάπως αναίτια, μολονότι, αποδίδεται στον γενικευμένο ανταγωνισμό με τη Δύση, και προφανώς το ίδιο έκανε και τώρα. Σε επίσημη δήλωσή της, η Ρωσική Rosengoatom αρνείται την οποιαδήποτε ανάμειξη με τη διαρροή, τονίζοντας πως οι σταθμοί της στη Δυτική Ρωσία λειτουργούν σε φυσιολογικά πλαίσια. Στο Tass Russian News Agency, συγκεκριμένα, η εταιρεία έδωσε έμφαση στο γεγονός πως δεν έχει αποδειχθεί καμία σχέση των δομών της Δυτικής Ρωσίας με κατά καιρούς διαρροές. Η στάση της Ρωσίας είναι ειλικρινά αμετάκλητη και σταθερή ως προς την αντιμετώπιση των εξωτερικών παραγόντων.

Τα πράγματα έρχονται και περιπλέκονται με την άρνηση της Ρωσίας. Η ίδια η χώρα φέρει ιστορικό, τόσο πυρηνικών επιθέσεων και ατυχημάτων, όσο και συγκάλυψης αυτών. Είναι, άλλωστε, πασίγνωστη η στάση της Σοβιετικής Ένωσης, η οποία εσκεμμένα δεν αποκάλυπτε για ολόκληρες εβδομάδες την έκταση του ατυχήματος στο Τσέρνομπιλ, το 1986, ατύχημα το οποίο διαδραμάτισε τον πλέον καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της παγκόσμιας σκακιέρας και χάραξε ανεξίτηλα τη σύγχρονη ανθρώπινη ιστορία. Επειδή, όμως, σαφώς και θα ήταν άδικο να αποδίδουμε ευθύνες στη Ρωσική Κυβέρνηση για τις πράξεις των προκατόχων της -και ίσως θα έλεγε κανείς πως είναι κι εντελώς παράλογο- ας ρίξουμε μια ματιά στο πιο πρόσφατο παρελθόν. Το 2017, οι ρωσικές αρχές, προς εντυπωσιασμό του ευρύτερου κοινού, χρειάστηκαν ολόκληρες εβδομάδες για τον εντοπισμό ραδιενεργού σύννεφου ρουθηνίου. Η Rosatom -και πάλι- δεν ανέλαβε ευθύνες, όχι διαρροής,  αλλά και αναγνώρισης, ενώ ο εντοπισμός έγινε από τις γαλλικές αρχές.

Το ίδιο αυτό περιστατικό δεν αποδεικνύει βεβαίως, καμία ενοχή, εμπλοκή ή δολιότητα από την πλευρά της Ρωσίας.  Αποτελεί, ωστόσο, τη βάση δημιουργίας συναισθημάτων δυσπιστίας προς τη Ρωσία, τις δράσεις και τις σχετικές δηλώσεις της. Επιπροσθέτως, η Ομοσπονδιακή Ρωσική Υπηρεσία για την Παρακολούθηση στα Δικαιώματα του Καταναλωτή και τη Διατήρηση του Βιοτικού Επιπέδου (Russia’s Federal Service for Surveillance on Consumer Rights Protection and Human Wellbeing) μίλησε για φυσιολογικές τιμές και αριθμούς και κυρίως για γενική σταθερότητα στην περιοχή. Τέλος, εκπρόσωπος του Κρεμλίνου, ο Dimitry Peskov, προέβη σε σχετικές με το ζήτημα δηλώσεις, υποδεικνύοντας για άλλη μια φορά πως η Ρωσία ουδέποτε βρέθηκε αναμεμειγμένη σε απειλητικές ή παρακινδυνευμένες καταστάσεις.

Όσον αφορά στα Ηνωμένα Έθνη, αυτά εξέδωσαν αίτημα για διερεύνηση πληροφοριών και απόκτησή τους από την πλευρά της Ρωσίας. Η απάντηση της τελευταίας θα μπορούσε κάλλιστα να θεωρηθεί ύποπτη, αφού ήταν και παραμένει ανύπαρκτη. Τα στοιχεία τα οποία χρησιμοποιήθηκαν εναντίον της Ρωσίας ήταν η ανάλυση του Ινστιτούτου για τη Δημόσια Υγεία και το Περιβάλλον των Κάτω Χωρών (Netherlands’ National Institute for Public Health and the Environment), η οποία, σε πρώιμο στάδιο, υποδείκνυε ως προέλευση της ραδιενεργούς εκπομπής τη Δυτική Ρωσία.

Από την άλλη, ο οργανισμός IAEA (International Atomic Energy Agency) ανακοίνωσε πως και οι 29 χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης ανταποκρίθηκαν στο αίτημά της για αποστολή αναφοράς εν σχέσει με την κατάσταση, η Ρωσία, όμως, δεν έδειξε να συγκινείται. Η στάση, λοιπόν, της χώρας, σε συνδυασμό με προηγούμενα περιστατικά, με σπουδαιότερο όλων τη συγκάλυψη ενός πυρηνικού ατυχήματος, τον Αύγουστο του 2019 στη Nyonoska, βάζουν τη Ρωσία στο μάτι του κυκλώνα και δημιουργούν πιθανώς υποβόσκουσες εντάσεις στην Ευρώπη.

Εν πάση περιπτώσει, το περιστατικό είναι αρκετά πρόσφατο και τα στοιχεία ίσως ανεπαρκή, για διεξαγωγή έρευνας από τρίτους. Αυτό, φυσικά, δεν είναι αρκετό για να αποθαρρύνει τις συνεχείς έρευνες από τις σχετικές αρχές, ώστε να εξασφαλιστεί η διατήρηση της ακεραιότητας της δημόσιας υγείας, αλλά και της ισορροπίας των διακρατικών σχέσεων, πόσω δε μάλλον για μια μεγάλη δύναμη, όπως η Ρωσική Ομοσπονδία.


Μάγδα Τσόχα

Γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη αλλά πλέον σπουδάζει στην Αθήνα, στο τμήμα Διεθνών, Ευρωπαϊκών και Περιφερειακών Σπουδών του Παντείου Πανεπιστημίου Αθηνών. Απολαμβάνει τη συμμετοχή σε συνέδρια προσομοίωσης του ΟΗΕ, τον εθελοντισμό και τα προγράμματα εκμάθησης σε χώρες εξωτερικού.