Της Πένυς Πανούση,

Οι κραυγές της ακούγονται. Ακούγονται όλο και πιο δυνατά. Διαπεραστικά περνάνε απ’ το σπίτι της, απέναντι στο διαμέρισμά του. Κάθε ξημέρωμα και κάθε βράδυ, την ακούει να φωνάζει όλο και πιο δυνατά. Οι φωνές της κραυγάζουν την απογοήτευσή της απ’ την ζωή, που δεν της δόθηκε όπως ρομαντικά ονειρευόταν, αλλά τη βρίσκει φυλακισμένη σ’ εκείνο το κλουβί των 40 τ.μ.

Εκείνος όμως, όντας απορροφημένος απ’ τα δικά του απομνημονεύματα της ζωής, όσο κι αν συμπάσχει κι αν καταλαβαίνει το δράμα που φέρει στις πλάτες της, αποφασίζει να σωπάσει εκείνη τη μικρή φωνούλα μέσα του, η οποία πεισματικά τον σκουντάει να βγει, να περάσει στον απέναντι δρόμο και να χτυπήσει το κουδούνι της. Να περάσει έπειτα το κατώφλι της πόρτας της, προσφέροντάς της μία ζεστή αγκαλιά κι έναν ώμο, να γείρει εκείνο το πολύ γεμισμένο με φουρτούνες κεφάλι της. Οι πιο καχύποπτοι θα αναρωτιόνταν πώς γίνεται να δεχθεί κάποιος τη συντροφιά ενός αγνώστου, ενός γείτονα που δεν γνώριζε ποτέ την ύπαρξή του – και ίσως να έχουν κι ένα μικρό δίκιο. Αλλά, πόσες φορές ήταν αυτές που χρειάστηκε ο καθένας μας μια παρηγοριά; Ένα φωτεινό πρόσωπο να απομακρύνει το σύννεφο που ενοχλητικά είχε καρφιτσωθεί μπροστά στα μάτια μας; Και τί συμβαίνει όταν το πρόσωπο αυτό δεν είναι οικείο, γνώριμο; Θα το εμπιστευτούμε; Θα του εκμυστηρευτούμε τα όσα μας βασανίζουν; Ή θα του κλείσουμε την πόρτα, διώχνοντας από φόβο τα όσα μπορεί να κρύβει εκείνο το φωτεινό προσωπείο που γοητευτικά μας χαμογελάει;

Αυτά σκέφτηκε κι εκείνος. Αυτά σκέφτηκε και δίστασε να χτυπήσει το κουδούνι της. Δίστασε στη σκέψη ότι στην ερώτηση «Ποιος είναι;» δεν θα είχε τι να απαντήσει. Και γιατί μια κοπέλα δυστυχισμένη σαν κι αυτήν, με τόσα προβλήματα που αντιμετωπίζει, να υποδεχθεί κάποιον άγνωστο Χ γείτονα; Βέβαια, για να είμαστε κι απόλυτα ειλικρινείς, κατά βάθος ούτε κι εκείνος είχε το κουράγιο να επωμιστεί ένα ακόμα συναισθηματικό βάρος. Βλέπεις, όταν δεν έχεις καταφέρει κι εσύ ο ίδιος να ξεδιαλύνεις τα όσα σε τραβάνε όλο και πιο κάτω, οποιοσδήποτε ακόμα εξωτερικός παράγοντας, ειδικά αν μεταφράζεται σε συναισθήματα, λειτουργεί ως μία κλωτσιά που σε ρίχνει όλο και πιο βαθιά.

Δεν πέρασε ούτε μία μέρα που δεν την σκέφτηκε. Καθημερινά άκουγε τους οδυρμούς της και η καρδιά του ράγιζε όλο και πιο πολύ. Κανείς δεν το ήξερε, ούτε κι εκείνη τον είχε ακούσει ποτέ να κλαίει μαζί της. Να κλαίει για όσα εκείνον τον πονάνε και συνάμα, για όσα φαντάζεται πως εκείνη την πονάνε. Γυρνούσε κάθε βράδυ χαμένη γύρω γύρω απ’ τη γειτονιά. Ψάχνοντας αυτό που για καιρό είχε χάσει: Το φως μέσα της. Το φως της είχε χάσει. Το φως της  ψυχής της. Επί χρόνια μπορούσε να δει τα πάντα, να παρατηρήσει τα πάντα. Υπολειπόταν όμως, στην κατανόηση. Στην καθαρή ενόραση. Το πνεύμα της τυλιγμένο σαν κουβάρι. Εκείνη προσπαθούσε να το λύσει, αλλά ο κόπος της έβγαινε πάντα μάταιος. Κανείς δεν προσπάθησε ποτέ να την σταματήσει. Να της μιλήσει. Να την ρωτήσει. Να την βοηθήσει να δει επιτέλους καθαρά. Ο καθένας τους, αφ’ ότου έκλεινε την πόρτα του σπιτιού του, άφηνε πίσω του όσα δεν αφορούσαν το σπιτικό του. Ξεχνούσε όμως, πως αφορούσαν εκείνον τον ίδιο. Γιατί έστω κι αν είμαστε ξεχωριστές οντότητες, με διαφορετικές συνήθειες κι αντιλήψεις, ανήκουμε σε κάτι ευρύτερο. Σε κάτι πέρα απ’ τα όρια του εαυτού μας και πέρα απ’ την εμβέλεια της δικιάς μας περιουσίας, σ’ αυτό τον χώρο που ονομάζεται κοινωνία.

Αυτός ο άγνωστος Χ γείτονας, είμαστε όλοι εμείς. Διστακτικοί, φοβισμένοι, επιμελώς αδιάφοροι, απρόσιτοι. Κλεισμένοι μέσα στο δικό μας μικρό διαμέρισμα. Κλεισμένοι μέσα στον δικό μας κόσμο, στη δικιά μας φυλακή. Σ’ ένα κελί που φοβάται να δεχθεί κι άλλες παρουσίες…

Άγνωστοι μεταξύ αγνώστων…


Πένυ Πανούση

Γεννημένη στις 16 Ιουνίου του 2000 στην Αθήνα με καταγωγή απ’ την Αρκαδία. Είναι προπτυχιακή φοιτήτρια στο τμήμα Πολιτικών Επιστημών και Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, στην Κόρινθο. Στα γενικά ενδιαφέροντά της, συγκαταλέγονται οι προσομοιώσεις συνεδρίων διεθνής κλίμακας, η μελέτη κοινωνικοπολιτικών ζητημάτων, η ανάγνωση βιβλίων και η φιλοσοφία.