Του Χρήστου Αμανατίδη,

Μέχρι την παραίτησή του το 1890, ο πρώτος Καγκελάριος της ενωμένης Γερμανικής αυτοκρατορίας, Όττο φον Μπίσμαρκ, είχε υλοποιήσει τον μεγαλύτερο στόχο της εξωτερικής του πολιτικής: τη διπλωματική απομόνωση της Γαλλίας και τον περιορισμό των πιθανοτήτων κήρυξης εκδικητικού πολέμου από πλευράς της εναντίον της Γερμανίας κατά το μέγιστο δυνατό.

Μια ματιά, όμως, στο διπλωματικό σκηνικό της Ευρώπης 17 χρόνια αργότερα εύλογα προκαλεί εντύπωση: η Γαλλία όχι μόνο δεν είναι παντελώς απομονωμένη, αλλά έχει συγκροτήσει έναν διπλωματικό συνασπισμό με τη Ρωσία και τη Μεγάλη Βρετανία, ενώ έχει υπογράψει και σύμφωνο ουδετερότητας με την Ιταλία (έναν από τους δύο εταίρους της Γερμανίας στην Τριπλή Συμμαχία του 1882).

Το ερώτημα που προκύπτει από αυτή την παρατήρηση είναι: πώς η Γαλλία κατάφερε να ανατρέψει αυτό το πλέον επαχθές διπλωματικό κλίμα; Σε αυτό το ερώτημα θα προσπαθήσουμε να απαντήσουμε με το παρόν αφιέρωμα.

Το σύστημα συμμαχιών «Μπίσμαρκ» οδηγήθηκε σε αποδόμηση για έναν πολύ βασικό λόγο: η διατήρησή του μπορούσε να διασφαλιστεί μόνο με διαρκή παρουσία του φυσικού εμπνευστή του. Όταν η φυσική παρουσία του Μπίσμαρκ εξέλιπε, το σύστημα διαλύθηκε.

Ο Μπίσμαρκ δεν ήταν ο μοναδικός ισχυρός πυλώνας εξουσίας στη Γερμανία. Ο έτερος πυλώνας ήταν ο Γερμανός αυτοκράτωρ (Κάιζερ). Το 1887, ο πρώτος Κάιζερ της ενωμένης Γερμανίας, Γουλιέλμος Α΄, πέθανε και τον διαδέχθηκε ο γιος του, Φρειδερίκος Γ΄, που με τη σειρά του έφυγε από τη ζωή μετά από μόλις 3 μήνες στην εξουσία. Ο νεαρός γιος του, Γουλιέλμος Β΄, ήταν τελικά ο Κάιζερ που σταθεροποιήθηκε στον γερμανικό θρόνο και που εξώθησε τον Μπίσμαρκ σε παραίτηση μετά από σοβαρές διαφωνίες, κυρίως σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής.

Με το πεδίο ελεύθερο, ο Γουλιέλμος έσπευσε να καταγγείλει το Σύμφωνο Επαναβεβαίωσης με τη Ρωσία (η τελευταία διπλωματική σύνδεση μεταξύ Γερμανίας και Ρωσίας), πριν καν συμπληρωθεί μήνας από την απομάκρυνση του Μπίσμαρκ. Πίστευε πως ενδεχόμενη αποξένωση μεταξύ Γερμανίας και Αυστροουγγαρίας θα ήταν πιο σοβαρή απειλή από μια αντίστοιχη με τη Ρωσία. Άλλωστε, ακόμα και με αυτή την πράξη, οι πιθανότητες η Γερμανία να κινδυνεύσει από τη Ρωσία ήταν ελάχιστες: ο ρωσικός στρατός δεν θα μπορούσε να αντιπαρατεθεί στον γερμανικό και η Ρωσία δεν είχε συμμάχους να τη βοηθήσουν, ενώ είχε και τη Μεγάλη Βρετανία ως βασικό της αντίπαλο στην ανατολική Μεσόγειο και την κεντρική Ασία. Παράλληλα, σύμπραξη με τη Γαλλία φάνταζε αδύνατη: η Ρωσία ήταν η πιο απολυταρχική μοναρχία της Ευρώπης, ενώ η Γαλλία το πιο φιλελεύθερο δημοκρατικό καθεστώς.

Η καταγγελία όμως του παραπάνω συμφώνου κίνησε αμέσως το ενδιαφέρον της Γαλλίας: μια σύμπραξη με τη Ρωσία θα έθετε τη Γερμανία μεταξύ δύο πυρών και θα την εμπόδιζε να παρατάξει το σύνολο του στρατού της απέναντι στη Γαλλία. Αντίστοιχα, η Ρωσία θα αποκτούσε πρόσβαση στην ισχυρή χρηματιστηριακή αγορά της Γαλλίας, που, μέσω δανείων και επενδύσεων, θα της παρείχε τα απαιτούμενα κεφάλαια για την εκβιομηχάνισή της.

Τον Αύγουστο του 1891 με μια σειρά επιστολών υπεγράφη μια πρώτη πράξη της Γαλλορωσικής προσέγγισης: δεν μιλά για στρατιωτικές δεσμεύσεις, αλλά για διαβουλεύσεις σε περίπτωση απειλής της ειρήνης και αντανακλά τον δισταγμό των Ρώσων να προχωρήσουν παραπέρα και να προκαλέσουν περισσότερο τους Γερμανούς. Στις 18 Αυγούστου 1892 και μετά από σοβαρές διαπραγματεύσεις μεταξύ του τσάρου Αλεξάνδρου Γ΄ και του αρχηγού του γαλλικού Γενικού Επιτελείου υπεγράφη η Γαλλορωσική συμμαχία, η οποία επικυρώθηκε από τον τσάρο Νικόλαο Β΄ στις 27 Δεκεμβρίου 1893 και τον Γάλλο πρόεδρο Φέλιξ Φάουρε στις 7 Ιανουαρίου 1894.

Αυτή η συμμαχία υποχρέωνε τους δύο εταίρους να προβούν σε αμοιβαία βοήθεια σε περίπτωση γενικής επιστράτευσης της Τριπλής Συμμαχίας και μη υπογραφή ξεχωριστής ειρήνης. Το 1899 μεταβλήθηκε από συμμαχία διατήρησης της ειρήνης σε υπερασπιστή της ευρωπαϊκής ισορροπίας δυνάμεων. Η Γαλλία, επίσης, δεσμευόταν να στηρίξει τη Ρωσία στη βαλκανική της πολιτική ενάντια στην Αυστροουγγαρία και η Ρωσία να στηρίξει τη Γαλλία στο ζήτημα της Αλσατίας-Λωρραίνης (των δύο γαλλικών επαρχιών που η νεοσύστατη Γερμανική αυτοκρατορία προσάρτησε μετά τη νίκη της στο Γαλλοπρωσικό πόλεμο του 1870-1871).

Έχοντας, λοιπόν, εξασφαλίσει έναν βασικό σύμμαχο, η Γαλλία στράφηκε στην Τριπλή Συμμαχία, με σκοπό να την εξασθενίσει όσο μπορούσε. Και ο πιο κατάλληλος στόχος για το εν λόγω εγχείρημα ήταν η Ιταλία: τόσο από οικονομική όσο και στρατιωτική άποψη η Ιταλία ήταν ο πιο αδύναμος από τους τρεις εταίρους της Τριπλής Συμμαχίας. Ο τελωνειακός πόλεμος που κήρυξε η Ιταλία στη Γαλλία το 1887 έπληξε κυρίως την ιταλική οικονομία, ενώ το 1896 ο ιταλικός στρατός συνετρίβη από τους Αιθίοπες.

Μετά από αυτή τη συντριπτική αποτυχία στην αποικιακή της πολιτική, η Ιταλία στράφηκε στα γειτονικά της εδάφη και συγκεκριμένα στην Τεργέστη και το Τιρόλο, που βρίσκονταν υπό τον έλεγχο της Αυστροουγγαρίας. Ενώ η θέση της Ιταλίας στην Τριπλή Συμμαχία δεν τέθηκε υπό αμφισβήτηση, η νέα ιταλική κυβέρνηση επέλεξε να υιοθετήσει μια διαφορετική προσέγγιση στις σχέσεις της με τη Γαλλία. Μάλιστα τα μέλη της εξέταζαν το ενδεχόμενο ενός φιλικού διακανονισμού με τη Γαλλία, προκειμένου να αποκτήσουν πρόσβαση στην κεφαλαιαγορά της.

Τα σταδιακά βήματα ξεκίνησαν το 1896: η ιταλική παροικία της Τυνησίας, που βρισκόταν υπό γαλλικό έλεγχο, απέκτησε προνομιακό καθεστώς. Δύο χρόνια αργότερα, σε ανταπόδοση αυτής της καλής χειρονομίας, οι Ιταλοί κήρυξαν τη λήξη του τελωνειακού πολέμου στα γαλλικά προϊόντα. Το Δεκέμβριο του 1900 οι Γάλλοι αναγνώρισαν στους Ιταλούς το δικαίωμα παρέμβασης στην Τριπολίτιδα και την Κυρηναϊκή (σημερινή Λιβύη), με αντάλλαγμα την αναγνώριση γαλλικής παρέμβασης στο Μαρόκο. Τέλος, τον Ιούνιο του 1902, οι Γάλλοι κατάφεραν να επικυρώσουν μια μυστική συμφωνία με τους Ιταλούς: σε περίπτωση γενικής επιστράτευσης της Τριπλής Συμμαχίας η Ιταλία θα παρέμενε ουδέτερη.

Η γαλλική διπλωματία κατάφερε να ανατρέψει το κλίμα στο οποίο την είχε καταδικάσει ο Μπίσμαρκ, μετά την ήττα της στο Γαλλοπρωσικό πόλεμο: έχει θέσει τη Γερμανία μεταξύ σφύρας και άκμονος και έχει απαλλαγεί από τον κίνδυνο ιταλικής επίθεσης στο υπογάστριό της. Παραμένουν όμως δύο ακόμα ζητούμενα: η επίλυση των αποικιακών διαφορών με τη Μεγάλη Βρετανία και μετά την επίτευξη του στόχου αυτού η παρεμβολή για την επίλυση των αποικιακών διαφορών μεταξύ Μεγάλης Βρετανίας και Ρωσίας. Στόχοι των οποίων η επίλυση θα μας απασχολήσει στο δεύτερο μέρος του αφιερώματός μας στη γαλλική διπλωματία.


Βιβλιογραφία

  • E.M. Burns: Ευρωπαϊκή Ιστορία. Ο δυτικός πολιτισμός: Νεότεροι χρόνοι, σσ. 790-792
  • John E. Mearsheimer: Η τραγωδία της πολιτικής των Μεγάλων Δυνάμεων, σσ. 431-436 και 586-600
  • Riasanovsky: A history of Russia, σσ. 442-443 και 462
  • David Warnes: Chronicle of the Russian Tsars, σσ. 192-193
  • Ζαχαρίας Τσιρπανλής: Η Ευρώπη και ο κόσμος. 1814-1914, σσ. 375-380 και 383-385
  • Θα ήθελα να αποδώσω ιδιαίτερες ευχαριστίες στον καθηγητή Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας, Λαογραφίας και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας Ιωάννη Μουρέλο, για τις πληροφορίες που άντλησα στις διαλέξεις που έδινε σε εβδομαδιαία βάση στις 13 και 27 Απριλίου, αλλά και στις 2 Μαϊου με θέμα την αποδόμηση του συστήματος συμμαχιών του Μπίσμαρκ και τη συγκρότηση της Τριπλής Συνεννοήσεως στο πλαίσιο του μαθήματος ειδίκευσης στον 19ο αιώνα της Ευρωπαϊκής Ιστορίας.

Χρήστος Αμανατίδης

Γεννημένος το 1999 και μόνιμος κάτοικος Θεσσαλονίκης, είναι απόφοιτος Γενικού Λυκείου και φοιτητής Ιστορίας και Αρχαιολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης από τον Οκτώβριο του 2017. Ασχολείται με τον εθελοντισμό, συμμετέχει σε επιμορφωτικά σεμινάρια, ενώ σε μικρότερη ηλικία είχε κάνει και μαθήματα σε θεατρική ομάδα. Ενδιαφέρεται σε μεγάλο βαθμό για την σύγχρονη ιστορία και τη ζωολογία.