3.8 C
Athens
Σάββατο, 22 Ιανουαρίου, 2022
ΑρχικήΠαρατηρητήριο Αμερικανικής ΠολιτικήςAndrew Johnson: Ο διάδοχος του Abraham Lincoln και η αντίστασή του στις...

Andrew Johnson: Ο διάδοχος του Abraham Lincoln και η αντίστασή του στις αλλαγές μετά την Ένωση


Του Φιλίππου-Αθανάσιου Μισούλη,

Ο Andrew Johnson υπήρξε ο 17ος Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής. Ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας σε μια ταραχώδη περίοδο της αμερικανικής ιστορίας, διαδεχόμενος τον δολοφονηθέντα Abraham Lincoln. Αν και προερχόμενος από τον αμερικανικό Νότο, παρέμεινε πιστός στην Ένωση κατά την περίοδο του Αμερικανικού Εμφυλίου, γεγονός που του εξασφάλισε μια ισχυρή θέση στη διακυβέρνηση του Ρεπουμπλικανού Abraham Lincoln. Ειδικότερα, το 1861, υπήρξε ως Γερουσιαστής από το Tennessee, ο μοναδικός Αμερικανός σε ανάλογη κοινοβουλευτική θέση από μια αποσχισθείσα πολιτεία, που διατήρησε την πίστη του στην Ένωση, γεγονός που οδήγησε στην πολιτική του αξιοποίηση από τον Lincoln, αρχικά, ως στρατιωτικό διοικητή του Tennessee το 1862 και στην συνέχεια, το 1864, ως Αντιπρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής.

Πηγή: LIBRARY OF CONGRESS

Ο Johnson, ωστόσο, δεν ταυτιζόταν πολιτικά και ιδεολογικά με τον προκάτοχό του. Παρά την πίστη του στην Ένωση, δεν έπαυε να είναι ένας Δημοκρατικός προερχόμενος από το Νότο, γεγονός που αντικατοπτριζόταν στις πολιτικές του θέσεις. Κατά τη διάρκεια της προεδρικής του θητείας, έδωσε έμφαση στην ανοικοδόμηση των κατεστραμμένων από τον Εμφύλιο Πόλεμο Πολιτειών του Νότου, επιτρέποντας τη διατήρηση νομοθεσιών που συνέχιζαν να καθιστούν μειονεκτική τη θέση του πληθυσμού των Αφροαμερικανών σε αυτές, παρά την κατάργηση της δουλείας. Παράλληλα, κατά την προεδρία του Johnson, διατηρήθηκαν σημαντικά προνόμια σε προπολεμικούς ηγέτες του Νότου, στους οποίους και απονεμήθηκε προεδρική χάρη.

Η στάση αυτή του 17ου Αμερικανού Προέδρου προκάλεσε σημαντική αποξένωση από τις Πολιτείες του Βορρά, αλλά και από το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, γεγονός που οδήγησε σε μια από τις σοβαρότερες συνταγματικές κρίσεις στην ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών, που πάσχιζαν να επουλώσουν τις πληγές του Εμφυλίου. Αναλυτικότερα, οι ριζοσπαστικοί Ρεπουμπλικάνοι του Κογκρέσου, που προέτασαν μια τιμωρητική προσέγγιση απέναντι στους ηττηθέντες του Εμφυλίου, αλλά και θεσμικές εγγυήσεις για τα δικαιώματα των απελευθερωμένων σκλάβων, βρέθηκαν απέναντι στην προεδρία του Johnson, την οποία αντιμετώπιζαν ως διατήρηση του status quo στον αμερικανικό Νότο. Ελέγχοντας την πλειοψηφία του Κογκρέσου, αρνήθηκαν την είσοδο των αντιπροσώπων του Νότου σε αυτό. Συγχρόνως, συγκρότησαν μια κοινή Επιτροπή για την ανοικοδόμηση της χώρας, χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του Προέδρου, ο οποίος αντιμετώπιζε τις ενέργειες αυτές ως σφετερισμό των προεδρικών εξουσιών και βρισκόταν απέναντι στα τιμωρητικά μέτρα έναντι των πολιτειών του Νότου.

Η κρίση εντάθηκε από την αρνησικυρία του Προέδρου απέναντι σε δύο πρωτοβουλίες του Κογκρέσου, με σκοπό την προστασία των Αφροαμερικανών (Freedman’s Bureau bill και Civil Rights Act 1866). Το προεδρικό veto συσπείρωσε εναντίον του μετριοπαθείς αλλά και ριζοσπάστες Ρεπουμπλικάνους, οι οποίοι και επέτυχαν να το υπερκεράσουν στην περίπτωση της πράξης πολιτικών δικαιωμάτων του 1866 (Civil Rights Act – 1866). Παράλληλα, παρά τις αντιρρήσεις του Προέδρου, το Κογκρέσο πέτυχε να ψηφίσει και να κυρώσει τη δέκατη τέταρτη τροποποίηση του Αμερικανικού Συντάγματος, που εξασφάλιζε την αμερικανική ιθαγένεια σε κάθε πρόσωπο που γεννήθηκε ή πολιτογραφήθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες, με παράλληλη εξασφάλιση της ισότητάς του απέναντι στον νόμο. Οι εξελίξεις αυτές οδήγησαν σε σημαντική νίκη του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος στις εκλογές του 1866, το οποίο ούτως πέτυχε να αποκτήσει τον έλεγχο τόσο της Γερουσίας όσο και της Βουλής των Αντιπροσώπων, έχοντας πλέον τη δυνατότητα να νομοθετεί ανατρέποντας την προεδρική αρνησικυρία.

Υπό τις συνθήκες αυτές, το Κογκρέσο ήλεγχε πλέον τις πράξεις ανοικοδόμησης, εξασφαλίζοντας, τον Μάρτιο του 1867, παρά το προεδρικό veto, το καθολικό δικαίωμα ψήφου των απελευθερωμένων ανδρών σκλάβων, αλλά και την στρατιωτική διοίκηση των πολιτειών του Νότου, ενώ ο Πρόεδρος περιορίστηκε στο να καθυστερήσει την ανοικοδόμηση επικαλούμενος αντισυνταγματικότητα, λόγω της μη εκπροσώπησης των Πολιτειών του Νότου στο Κογκρέσο. Η κρίση κορυφώθηκε με το Tenure of Office Act, το νομοθέτημα δηλαδή που απαγόρευε στον Πρόεδρο των Η.Π.Α. να απομακρύνει από τη θέση τους, χωρίς την σύμφωνη γνώμη της Γερουσίας, αξιωματούχους, οι οποίοι είχαν λάβει το εν λόγω αξίωμα κατόπιν έγκρισης της Γερουσίας, νόμο τον οποίο ο Johnson αγνόησε απομακρύνοντας τον Υπουργό Πολεμικών Υποθέσεων, Edwin Stanton.

Η αντιπαράθεση αυτή οδήγησε την Βουλή των Αντιπροσώπων να εκκινήσει για πρώτη φορά στην αμερικανική ιστορία τη διαδικασία καθαίρεσης του Προέδρου. Οι συσχετισμοί δεν ήταν θετικοί για τον Πρόεδρο, με τη Βουλή των Αντιπροσώπων να αποτελείται από 47 Δημοκρατικούς έναντι 173 Ρεπουμπλικάνων και τη Γερουσία από 57 Ρεπουμπλικάνους έναντι μόλις 9 Δημοκρατικών. Ωστόσο, με την κρίσιμη ψήφο 7 Ρεπουμπλικάνων υπέρ του Προέδρου, η καθαίρεση δεν εξασφάλισε την απαιτούμενη πλειοψηφία των 2/3 του Κογκρέσου, και ούτως ο Johnson παρέμεινε Πρόεδρος μέχρι τη λήξη της θητείας του, έχοντας, ωστόσο, υποστεί σημαντικό περιορισμό των εξουσιών του, αλλά και πλήγμα στο κύρος του. Δεδομένων όλων των ανωτέρω και ο ίδιος ο Πρόεδρος δεν διεκδίκησε εκ νέου το χρίσμα του κόμματός του στην Εθνική Συνέλευση των Δημοκρατικών του 1868, ενώ η πολιτική του σταδιοδρομία ολοκληρώθηκε το 1875 με την επανεκλογή του ως Γερουσιαστή.

Συνολικά η προεδρία του Andrew Johnson, θα μπορούσε να αποτιμηθεί ως προσπάθεια για διατήρηση του status quo, ως μια προσπάθεια επανένωσης των Ηνωμένων Πολιτειών μετά τον εμφύλιο, με σημαντικές, ωστόσο, παραχωρήσεις προς την πλευρά του ηττημένου Νότου, τόσες ώστε να διαφοροποιείται κομβικά από την προεδρία Lincoln, αλλά και να αμφισβητείται εντέλει συνολικά το διακύβευμα της νίκης των βορείων και της κατάργησης της δουλείας. Η προσπάθεια αυτή του συμβιβασμού ανάμεσα στη διατήρηση της ενότητας του κράτους και στην προσέγγιση της Washington προς τον ηττημένο Νότο γίνεται φανερό ότι οδήγησε μάλλον στην αποξένωση του Προέδρου από τον αμερικανικό Βορρά, παρά στην ουσιαστική επανένωση της χώρας. Ταυτόχρονα, η άρνηση απόδοσης πολιτικών δικαιωμάτων στους απελευθερωμένους σκλάβους αποτελεί σημαντική οπισθοδρόμηση, τόσο σε σχέση με το πνεύμα του Προέδρου Lincoln και των νικητών του Εμφυλίου, όσο και με τη συνολική πολιτική εξέλιξη των Ηνωμένων Πολιτειών στα χρόνια που ακολούθησαν τον Εμφύλιο. Θα μπορούσε να λεχθεί συνεπώς, ότι η προεδρία Johnson δεν αποτελεί παρά την αποτύπωση της υπαρκτής διάστασης ανάμεσα στον αμερικανικό Βορρά και τον Νότο, μια διάσταση την οποία δεν κατόρθωσε να γεφυρώσει το τέλος του Εμφυλίου, αλλά και η οποία παρέμεινε για δεκαετίες ως ένα καίριο ζήτημα της αμερικανικής κοινωνίας και πολιτικής.


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ


Φίλιππος-Αθανάσιος Μισούλης

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1996. Σπούδασε στην Νομική Σχολή Αθηνών, με μεταπτυχιακό στο Ευρωπαϊκό Δίκαιο, και ενδιαφέρον για τις ευρωπαϊκές εξελίξεις. Μιλά αγγλικά, γαλλικά και γερμανικά. Ασχολείται στον ελεύθερο χρόνο του με βιβλία, ταινίες και θαλάσσια σπορ.

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Φίλιππος-Αθανάσιος Μισούλης
Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1996. Σπούδασε στην Νομική Σχολή Αθηνών, με μεταπτυχιακό στο Ευρωπαϊκό Δίκαιο, και ενδιαφέρον για τις ευρωπαϊκές εξελίξεις. Μιλά αγγλικά, γαλλικά και γερμανικά. Ασχολείται στον ελεύθερο χρόνο του με βιβλία, ταινίες και θαλάσσια σπορ.