Της Κωνσταντίνας Γεωργίου,

Την Παρασκευή 19 Ιουνίου, ο πρωθυπουργός της Αυστραλίας, Σκοτ Μόρισον, ανακοινώνει επίσημα πως η χώρα του δέχεται όλο και πιο έντονες κυβερνοεπιθέσεις.

Όπως ο ίδιος τονίζει, «οργανισμοί της χώρας βρίσκονται στο στόχαστρο ενός προηγμένου κυβερνο-παράγοντα που έχει την υποστήριξη μιας χώρας», ενώ προσθέτει ότι «αυτή η δραστηριότητα έχει στόχο οργανισμούς της Αυστραλίας σε ένα ευρύ φάσμα τομέων κι αυτό περιλαμβάνει όλα τα επίπεδα της κυβέρνησης, τη βιομηχανία, πολιτικούς οργανισμούς, την παιδεία, την υγεία, οργανισμούς κοινής ωφελείας και φορείς κρίσιμων υποδομών».

Πάντως, σύμφωνα με τελευταίες ανακοινώσεις, το κόστος δεν είναι μεγάλο, με μόνο μικρές παραβιάσεις προσωπικών δεδομένων να έχουν καταγραφεί, αλλά και με τον Αυστραλό πρωθυπουργό να αναφέρει, παρ’ όλα αυτά, ότι πρόκειται για «δράσεις ενός παράγοντα με κρατική υποστήριξη, που διαθέτει σημαντικές ικανότητες. Δεν υπάρχουν πολλοί τέτοιοι παράγοντες με τις συγκεκριμένες ικανότητες».

Ας σημειωθούν λίγα λόγια για τις επιθέσεις στον κυβερνοχώρο, μια έννοια των τελευταίων λίγων δεκαετιών, που αφορά σε δίκτυα υπολογιστών και συστήματα πληροφορικής. Μια κυβερνοεπίθεση πρακτικά είναι η προσπάθεια πρόσβασης -μη εξουσιοδοτημένης- σε διαδικτυακά δεδομένα και λειτουργίες, που συνήθως δεν έχει καλή πρόθεση (κλοπή, καταστροφή, τροποποίηση, μπλοκάρισμα κλπ.).

Δεδομένης της αυξημένης χρήσης του κυβερνοχώρου από κρατικούς φορείς, η αντιμετώπιση των απειλών στο νέο αυτό «θέατρο επιχειρήσεων» αποκτά όλο και μεγαλύτερη σημασία, με τα κράτη να επενδύουν στην υιοθέτηση προγραμμάτων και πολιτικών κυβερνο-ασφάλειας. Μάλιστα, ο ίδιος ο κυβερνοχώρος εκλαμβάνεται από ποικίλα αναθεωρημένα στρατηγικά δόγματα ενόπλων δυνάμεων ως ένα τέταρτο «μέτωπο», συμπληρώνοντας τα παραδοσιακά θέατρα επιχειρήσεων (ξηρά, θάλασσα, αέρας).

Εν προκειμένω, σύμφωνα με τις δηλώσεις του Σκοτ Μόρισον, η Αυστραλία δεν ανακάλυψε τώρα προσπάθειες παραβίασης, αντιθέτως τονίστηκε ότι πρόκειται για μόνιμη κατάσταση, η οποία, ωστόσο, πρόσφατα εντάθηκε σε επικίνδυνο βαθμό, θέτοντας αναγκαία και σκόπιμη την ενημέρωση του κοινού. Άλλωστε, τα δεδομένα δείχνουν φανερή προσπάθεια ενίσχυσης της κυβερνο-ασφάλειας της Αυστραλίας, ήδη προ τετραετίας, από το 2016, με επένδυση 230 εκατομμυρίων δολαρίων στην Κυβερνητική Στρατηγική Ασφάλειας για τον Κυβερνοχώρο. Παράλληλα, τα τελευταία χρόνια, το Αυστραλιανό Κέντρο Ασφάλειας στον Κυβερνοχώρο (ACSC) παρείχε στις Πολιτείες τεχνικές συμβουλές και συνεργαζόμενο με αρμόδιους οργανισμούς, μεριμνούσε για την αύξηση της κυβερνο-άμυνας της χώρας.

Με τα νέα δεδομένα των πιο άγριων επιθέσεων, ο Αυστραλός πρωθυπουργός ανακοίνωσε ρητά την έναρξη νέας ενισχυμένης στρατηγικής για τον κυβερνοχώρο, ενώ η ACSC, μαζί με το Υπουργείο Εξωτερικών της χώρας, παρείχαν αναλυτικό κατάλογο για τον εντοπισμό και την αντιμετώπιση επιθέσεων.

Πέραν όλων αυτών, ωστόσο, το ζήτημα που ενδιαφέρει ιδιαίτερα είναι: Ποιος είναι αυτός ο ικανός κυβερνο-παράγοντας που κρύβεται πίσω από τις επιθέσεις;

Ο πρωθυπουργός της χώρας προτίμησε να μην καταδείξει τον επικρατούντα ένοχο, εντούτοις, το Αυστραλιανό Ινστιτούτο Στρατηγικής Πολιτικής ρητά ανακοίνωσε ότι «κατά 95% ή και περισσότερο» την ευθύνη έχει η Κίνα. Συγκεκριμένα, ο επικεφαλής του Ινστιτούτου, Πίτερ Τζένινγκς, δήλωσε πως θα μπορούσαν κι άλλες χώρες να ταιριάξουν στο «προφίλ» του θύτη, όπως η Ρωσία και η Βόρεια Κορέα, παρ’ όλα αυτά, λαμβανομένων υπόψη των κινήτρων, της κλίμακας και των συγκεκριμένων χαρακτηριστικών του επιθέσεων, τα ίχνη οδηγούν στην ασιατική υπερδύναμη.

Ποιες είναι ειδικότερα οι ενδείξεις;

Αρχικά, ας δούμε τις σχέσεις των δύο κρατών τα τελευταία χρόνια, αλλά και πρόσφατα, με την πανδημία του Covid-19. Παραδοσιακά, Αυστραλία και Κίνα συνδέονταν με καλές εμπορικές σχέσεις, με την πρώτη να είναι ο μεγαλύτερος εξαγωγέας κρασιού και βοδινού στην Κίνα, αλλά και με πολλές σχέσεις στον τομέα της ενέργειας.

Με την έλευση της πανδημίας, οι σχέσεις των κρατών αρχίζουν να κλονίζονται, καθώς η Αυστραλία μαζί με τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής (ΗΠΑ) αμφισβητούν τους ισχυρισμούς της κινεζικής ηγεσίας σχετικά με την προέλευση του Covid-19. Μάλιστα, έκαναν λόγο για απόκρυψη στοιχείων από την πλευρά της Κίνας και η Καμπέρα δε δίστασε να προτείνει σύσταση μιας ομάδας εμπειρογνωμόνων, που θα ερευνήσει την πηγή της πανδημίας και τις συνθήκες εξάπλωσης του ιού. Η απάντηση της Κίνας υπήρξε πολυεπίπεδη: αφενός κατηγόρησε την Αυστραλία ότι δρα ως υποχείριο των ΗΠΑ και αφετέρου, πιο πρακτικά, ανέστειλε την εισαγωγή κρέατος από Αυστραλούς προμηθευτές, επέβαλε υψηλούς δασμούς στο κριθάρι και ενίσχυσε τους τελωνειακούς ελέγχους στο εισαγόμενο, από την Αυστραλία, κρασί. Εν συνεχεία, το Πεκίνο συμβούλευσε τους πολίτες της χώρας να μην ενισχύσουν τον τουρισμό της Αυστραλίας, αποφεύγοντας επισκέψεις στη χώρα.

Κατόπιν, ως προς τις ενδείξεις που ενοχοποιούν την Κίνα για τις κυβερνοεπιθέσεις, εμπειρογνώμονες αναφέρουν πως ο κώδικας του υπολογιστή των πρόσφατων επιθέσεων ταυτίζεται με εκείνον της παραβίασης του Κοινοβουλίου της Αυστραλίας, τον Φεβρουάριο του 2019, για την οποία είχε κατηγορηθεί η Κίνα.


Κωνσταντίνα Γεωργίου

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1998 και είναι προπτυχιακή φοιτήτρια στο τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιά, με ιδιαίτερη προτίμηση στη διεθνή οικονομική πολιτική. Έχει παρακολουθήσει σχετικά σεμινάρια-ομιλίες, γνωρίζει αγγλικά και μαθαίνει γαλλικά. Στον ελεύθερο χρόνο της έχει ασχοληθεί με την κιθάρα.