Του Βασίλη Λιόση,

Η ανακοίνωση για την δημιουργία Ταμείου Ανάκαμψης και οι υποσχέσεις για σύντομες αποφάσεις στο εν λόγω θέμα, μονοπωλούν, μαζί πάντα με την εξέλιξη της πανδημίας, την αγορά. Εξάλλου, μια συμφωνία όπως αυτή, θα αποτελέσει τον βασικό πυλώνα για το πρόγραμμα αναβάθμισης της Ελληνικής Οικονομίας, σύμφωνα με τον οίκο Moody’s και την Citigroup.

Η συνεδρίαση της Δευτέρας χαρακτηρίστηκε από το ήπιο profit taking και το επιλεκτικό stock picking των επενδυτών. Οι εναλλαγές στο πρόσημο μέχρι και το μεσημέρι υπερνικήθηκαν από την συνετή κίνηση των αγοραστών, με τον γενικό δείκτη να σημειώνει μέτρια άνοδο και να κλείνει με θετικό πρόσημο. Η άνοδος αυτή, δήλωσε την ανεξαρτησία αλλά και την αντοχή του δείκτη από τα υπόλοιπα Ευρωπαϊκά Χρηματιστήρια και τις κυρίαρχες πτωτικές πιέσεις στα τελευταία.

Ειδικότερα, ο γενικός δείκτης έκλεισε με κέρδη 0,30% στις 670,36 μονάδες, ενώ κινήθηκε μεταξύ 665,03 (-0,50%) και 672,24 μονάδων (+0,58%). Παράλληλα, ο τζίρος διαμορφώθηκε στα 47,4 εκατ. ευρώ και ο όγκος στα 31,2 εκατ. τεμάχια, ενώ μέσω προσυμφωνημένων συναλλαγών διακινήθηκαν 1 εκατ. τεμάχια. Αξίζει να σημειωθεί πως στην συγκεκριμένη μέρα, ο τραπεζικός δείκτης ήταν πρωταγωνιστής της συνόδου, ενώ ταυτοχρόνως πολλά blue chips σημείωσαν άνοδο άνω του 2%.

Στην δεύτερη σύνοδο της τέταρτης εβδομάδας του Ιουνίου, το Χρηματιστήριο Αθηνών έφτασε να ξεπεράσει μέσα στην μέρα τις 680 μονάδες. Είναι το σημείο καμπής που δυσκόλεψε σήμερα το δείκτη και από το οποίο ξεκίνησε η διόρθωση της προηγούμενης εβδομάδος, καθώς επιβεβαίωσε ότι απαιτείται αύξηση στον τζίρο.

Η συνεδρίαση της Τρίτης έκλεισε με κέρδη για τους κύριους, δείκτες αλλά και για την πλειονότητα των τίτλων των τίτλων τόσο του FTSE 25 όσο και του συνόλου της αγοράς, αν και στο φινάλε εμφανίστηκαν κάποιες πωλήσεις σε κορυφαία blue chips όπως Jumbo, Motor Oil, Σαράντης και Lamda Development. Παρόλα αυτά, οι συναλλαγές της Τρίτης κινήθηκαν σε χαμηλά επίπεδα, συνεπώς η έλλειψη των πωλητών συνέβαλε θετικά στην τελική άνοδο.

Ο γενικός δείκτης είχε χαμηλό ημέρας τις 671,62 μονάδες (+0,19%) και υψηλό τις 681,58 μονάδες (+1,67%), ήτοι συνολική διακύμανση 9,96 μονάδων ή 1,49%. Ενώ ο δείκτης για την Τρίτη έκλεισε με κέρδη 0,85% στις 676,04 μονάδες. Ο ημερήσιος τζίρος ανήλθε στα 51,2 εκατ. ευρώ και ο όγκος στα 40,7 εκατ. τεμάχια, ενώ μέσω προσυμφωνημένων συναλλαγών διακινήθηκαν 500 χιλ. τεμάχια. Ο FTSE 25 έκλεισε στις 1.634,52 μονάδες με άνοδο 0,76%, παρ’ ότι έφτασε έως τις 1.650,31 μονάδες όταν κέρδιζε 1,74% και ο τραπεζικός δείκτης σημείωσε άνοδο 2,08% στις 397,37 μονάδες.

Η Τετάρτη αποδείχθηκε κακή μέρα για το Χρηματιστήριο Αθηνών και αυτό, διότι το τελευταίο, δεν κατάφερε να αντέξει στις πιέσεις του διεθνούς αρνητικού κλίματος για εμφατική διόρθωση των προηγούμενων ημερών, αλλά και στις αποκοπές μερισμάτων κυρίαρχων blue chips, με αποτέλεσμα στο κλείσιμο της ημέρας να σημειώσει σημαντικές απώλειες σε όλο το μήκος του ταμπλό. Συνεπώς, έτι μία φόρα επιβεβαιώθηκε η παλινδρομική κίνηση που ακολουθεί το ΧΑ το τελευταίο διάστημα, αφού μόλις φτάσει το επίπεδο των 680 μονάδων «επιστρέφει» ξανά στις 660 μονάδες, αλλά και το γεγονός χρειάζεται αποφασιστικότητα για να επιτευχθεί η άνοδος των 700 μονάδων.

Μιλώντας με νούμερα, την Τετάρτη ο γενικός δείκτης έκλεισε με απώλειες 1,63% στις 665,01 μονάδες και μέσα στην ημέρα διέγραψε αρνητική τροχιά μεταξύ του χαμηλού, στις 661,67 μονάδες (-2,13%) και του υψηλού στις 674,04 μονάδες (-0,30%), έχοντας συνολική διακύμανση 12,37 μονάδες ή ποσοστό 1,83%. Επιπλέον, ο τζίρος κινήθηκε σε χαμηλά επίπεδα και ανήλθε στα 51,2 εκατ. ευρώ και ο όγκος στα 36 εκατ. τεμάχια, ενώ μέσω προσυμφωνημένων συναλλαγών διακινήθηκαν 574 χιλ. τεμάχια. Η χαμηλή αυτή κίνηση του τζίρου οφείλεται στην στάση αναμονής που τηρούν οι αγοραστές καθώς παραμένουν επιφυλακτικοί και με διαθέσεις risk off, εξαιτίας των εξελίξεων στο μέτωπο της πανδημίας παγκοσμίως, αλλά και αναμένοντας τις τελικές αποφάσεις για το πολυαναμενόμενο Ταμείο Ανάκαμψης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. O FTSE 25 έκλεισε στις 1.609,61 μονάδες με διόρθωση 1,52%, ενώ ο τραπεζικός δείκτης έκλεισε στις 386,71 μονάδες με διόρθωση 2,68%.

Πάρα το γεγονός πως στο «ξεπούλημα» της Τετάρτης, το Ελληνικό Χρηματιστήριο είχε καλύτερη εικόνα συγκριτικά με τις ξένες αγορές, έκλεισε με απώλειες της τάξεως του 2,17% στις 650,60 μονάδες για την Πέμπτη. Εντός δύο ημερών δηλαδή, το ΧΑ έχασε περισσότερες από 20 μονάδες επηρεαζόμενο από το διεθνές αρνητικό κλίμα, που έχουν δημιουργήσει ο φόβος για μία νέα πανδημία και οι προβλέψεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου για την παγκόσμια οικονομία.

Η αβεβαιότητα, λοιπόν, για ισχυρή και ταχεία ανάκαμψη είναι πλέον διάχυτη σε όλους τους επενδυτές ανά τον κόσμο και φυσικά το μέγεθος της ελληνικής οικονομίας, δεν της επιτρέπουν να βγει αλώβητη από αυτή την κρίση. Στήριγμα στην παραπάνω υπόθεση αποτελεί και το γεγονός πως ο ελληνικός τουρισμός για την ώρα παραπαίει, ενισχύοντας την επιφυλακτική στάση για ανάληψη ρίσκων των επενδυτών στην χώρα μας.

Για την Πέμπτη, λοιπόν, ο γενικός δείκτης έκλεισε με απώλειες 2,17% στις 650,60 μονάδες, ενώ κινήθηκε μεταξύ 650,23 (-2,22%) και 661,39 μονάδων (-0,54%) και ο τζίρος έφτασε στα 50,6 εκατ. ευρώ. Ο FTSE 25 έκλεισε στις 1.569,23 μονάδες με πτώση 2,51% και επίσης πολύ κοντά στο χαμηλό ημέρας, ενώ ο τραπεζικός δείκτης τέλειωσε τη συνεδρίαση στις 377,70 μονάδες με πτώση, ενώ έφτασε να υποχωρεί έως 3,94%. Έτσι, το τελευταίο διήμερο ο γενικός δείκτης έχει συμπληρώσει διόρθωση 3,76%, ο FTSE 25 χάνει 3,99%, ενώ ο τραπεζικός δείκτης υποχωρεί κατά 4,95%.

Στο κλείσιμο της εβδομάδος, το ΧΑ συνέχισε την πτωτική του πορεία και έκλεισε με απώλειες τις συναλλαγές του για την ημέρα Παρασκευή. Η προσπάθεια συσσώρευσης και συντήρησης γύρω από το επίπεδο των 650 μονάδων δεν ήταν αρκετή, καθώς οι πιέσεις στον τραπεζικό κλάδο, αλλά και η έλλειψη διαθέσεων ανάληψης ρίσκου που κυριαρχεί τον τελευταίο καιρό, οδήγησαν στην πτώση του γενικού δείκτη.

Ειδικότερα, ο γενικός δείκτης έκλεισε με απώλειες 1,33% στις 641,95 μονάδες, ενώ το εύρος του ήταν μεταξύ 641,95 (-1,33%) και 657,72 μονάδων (+1,09%). Ο ημερήσιος τζίρος ανήλθε στα 40,9 εκατ. ευρώ. Η παρατηρούμενη χαμηλή ρευστότητα του πρόσφατου διαστήματος, αξίζει να σημειωθεί πως, οφείλεται στην αναμονή των επενδυτών για συμμετοχή σε δυο μεγάλα ομόλογα που ετοιμάζονται να βγουν στην αγορά, αυτά των ΓΕΚ Τέρνα και Lamda Development, ύψους έως 500 και έως 320 εκατ. ευρώ αντίστοιχα. Στον Τραπεζικό δείκτη, την μεγαλύτερη πτώση κατέγραψε η Alpha Bank με μείωση 4,55%, ενώ ακολούθησαν η Eurobank με 4,29%, η Πειραιώς με 4,14% και η Εθνική Τράπεζα με 3,31%. Παράλληλα, στον χώρο του FTSE 25 η εικόνα ήταν μεικτή, καθώς πτώση άνω του 2% είχαν οι ΔΕΗ, Μυτιληναίος, Aegean, MIG και ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ, την ίδια ώρα που ο ΟΤΕ και η Coca Cola HBC κατέγραψαν κέρδη άνω του 1%. Εβδομαδιαία, λοιπόν, ο γενικός δείκτης έκλεισε με απώλειες 3,9%, ο FTSE 25 υποχώρησε κατά 4,28%, ενώ ο τραπεζικός κλάδος σημείωσε πτώση 7,3%.

Είναι λοιπόν σαφές πως η Ελληνική Οικονομία επηρεάστηκε σημαντικά, την εβδομάδα αυτή, από τρεις παραμέτρους. Οι νέες εξελίξεις στο μέτωπο του κορονωιού, η στάση αναμονής που διατηρούν οι επενδυτές, είτε λόγω επιφυλακτικότητας, είτε λόγω διάθεσης διατήρησης της ρευστότητας τους για επενδύσεις στο μέλλον και η αποκοπή μερίσματος σε κύριες μετοχές δεν επέτρεψαν στο γενικό δείκτη να αυξηθεί περαιτέρω. Συνεπώς, όπως έχει επισημανθεί και παραπάνω, κρίνεται αναγκαία μια πιο επιθετική κίνηση χαμηλότερα από τις 630 μονάδες ή υψηλότερα από τις 680 σπάζοντας την αναμονή που παρατηρείται, μετά τις 27 Μαΐου, για την πρόοδο του γενικού δείκτη.


Βασίλης Λιόσης
Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1997, όπου και διαμένει μέχρι σήμερα. Είναι τελειόφοιτος του τμήματος Χρηματοοικονομικής και Τραπεζικής Διοικητικής του Πανεπιστήμιο Πειραιά. Του αρέσει να ενημερώνεται για τις οικονομικές εξελίξεις ανά τον κόσμο. Λατρεύει τα ταξίδια και τον αθλητισμό.