Της Δέσποινας Κάντα, 

Αρκετές φορές στο παρελθόν ειδικοί έχουν θίξει το ζήτημα της ένταξης των κοινών -για το business- logistics στις πολιτικές που σχεδιάζονται με σκοπό την ουσιαστικότερη αντιμετώπιση των προβλημάτων που εντοπίζονται στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία. Το ερώτημα που γεννάται -ενδεχομένως εύλογα- αφορά τη σχέση μεταξύ των δύο και πως η πολιτική θα μπορούσε να επωφεληθεί από το τρόπο λειτουργίας και τη φιλοσοφία της εφοδιαστικής αλυσίδας. Λόγω της έντονα κρίσιμης περιόδου που διανύουμε ίσως αξίζει να επαναφέρουμε τη συζήτηση γύρω από την υιοθέτηση των τεχνικών που χρησιμοποιούν οι επιχειρήσεις στο πεδίο του εφοδιασμού γύρω από τον υγειονομικό τομέα και να εστιάσουμε συγκεκριμένα στον τομέα της Υγείας. 

Τι σημαίνουν τα logistics για το Σύστημα Υγείας; 

Τα Logistics επί της ουσίας είναι συστήματα εφοδιασμού και διακίνησης προϊόντων. Αντικείμενό τους είναι η διοίκηση του εφοδιαστικού περιβάλλοντος, μέρη του οποίου αποτελούν μεταξύ άλλων η αποθήκευση, ο έλεγχος, η διανομή κ.α. Με τον όρο “supply chain management” νοείται η διαχείριση του τμήματος της επιχείρησης, όπου συναντάμε όλα τα στάδια που αφορούν την προμήθεια και τη διαχείριση αυτής. Με άλλα λόγια είναι η διαχείριση της εφοδιαστικής αλυσίδας. Βάσει αυτής διαμορφώνεται μια σειρά άλλων διαδικασιών -που εμπίπτουν πάντα στη δραστηριότητα της εφοδιαστικής αλυσίδας- όπως είναι τα κανάλια διανομής των προμηθειών, η ροή των μετρητών, η διαχείριση των αποθεμάτων κ.α. Αυτό που αξίζει να κρατήσουμε από τα συστήματα αυτά είναι ότι σκοπό έχουν την μεγιστοποίηση της αξίας και της προσφερόμενης ποιότητας των υπηρεσιών (και των αγαθών) και την παράδοση ενός ποιοτικού αποτελέσματος στον πελάτη/καταναλωτή.

Τελευταίο «κρίκο» της αλυσίδας αποτελεί η διαδικασία της στρατηγικής διανομής, όπου αποφασίζεται που, πότε και με ποιον τρόπο θα σταλεί το «προϊόν» σε ένα μέρος. Αυτό, όπως είναι φυσικό, απαιτεί και τη συνεχή ενημέρωση του συστήματος σχετικά με τις ελλείψεις, ζήτημα το οποίο προβλέπεται μέσω των διαδικασιών που ακολουθούνται στο supply chain management.

Στις επιχειρήσεις συνηθίζεται να διατηρείται ένα όριο στη χρήση των προμηθειών ως «δίχτυ ασφαλείας» και μόλις χρησιμοποιηθεί συγκεκριμένος αριθμός -ας πούμε για παράδειγμα- πρώτων υλών να γίνεται εκ νέου παραγγελία με σκοπό να μην εξαντληθούν τα αποθέματα της επιχείρησης και να μπορεί να ανταποκριθεί στις παραγγελίες, δεχόμενη καινούργια παραλαβή «πάνω στην ώρα» (just-in-time ή JIT).

Πώς ο τομέας της Υγείας θα μπορούσε να ωφεληθεί από τα συστήματα εφοδιασμού που αναπτύχθηκαν σε επιχειρηματικό περιβάλλον; 

Θα ωφελούνταν σε σημαντικό βαθμό ως προς δύο κύριους τομείς: ως προς τις ελλείψεις και την κάλυψη αυτών και ως προς την απόδοση ευθυνών. Η Ελλάδα φαίνεται να διανύει μια πολύ ελπιδοφόρα -ηλεκτρονικά- περίοδο, κατά την οποία γίνεται μια σπουδαία και ουσιαστική στροφή της ψηφιοποίησης σημαντικών υπηρεσιών που προσφέρει το κράτος για τον πολίτη. Λέμε ότι συντέλεσε σε σημαντικό βαθμό η εκδήλωση της πανδημίας, ωστόσο ακριβώς ο ίδιος λόγος θα μπορούσε να παρουσιαστεί και σαν εμπόδιο, αν είχε ακολουθεί η νοοτροπία της αναβολής, που μέχρι σήμερα απέκλειε τον πολίτη από τα οφέλη του ψηφιακού κόσμου. 

Φανταστείτε, λοιπόν, ένα τέτοιο ηλεκτρονικό σύστημα εφοδιαστικής αλυσίδας, κοινό για όλα τα νοσοκομεία, από όπου ο κάθε αρμόδιος θα μπορεί να ενημερώνει το Υπουργείο για τις ελλείψεις που έχει το νοσοκομείο όπου εργάζεται, σε υλικούς και ανθρώπινους πόρους. Πρόκειται, ωστόσο, για ένα βήμα πρακτικό, ουσιαστικό και πολύ περισσότερο αναγκαίο. Ίσως επιτακτικό ιδιαίτερα για τον τομέα της Υγείας. Ας σταθούμε στην πρακτικότητα του αποτελέσματος και όχι στην δυσκολία της υλοποίησης. Η εφαρμογή του στον τομέα της υγείας θα μπορούσε να ωφελήσει αφενός στην έγκαιρη αποστολή προμηθειών και πόρων -είτε υλικών, είτε ανθρώπινων- και αφετέρου στην απόδοση των ευθυνών. Με την υιοθέτηση και την άμεση και πλήρη εφαρμογή του supply chain management στον τομέα της υγείας η ευθύνη θα βαραίνει ουσιαστικά και τον αρμόδιο σε περίπτωση που δεν έχει ενημερώσει το σύστημα για τις ελλείψεις σε ιατρικό εξοπλισμό και προσωπικό ή τον αρμόδιο που όφειλε να τις καλύψει. Σημαντικότερο είναι, δε, το γεγονός ότι θα δοθεί μια ουσιαστική εικόνα δομημένη σε μια πραγματική βάση δεδομένων, με μετρήσιμα στοιχεία, στην οποία το Υπουργείο θα μπορεί να ανατρέχει ανά πάσα ώρα και στιγμή για να γνωρίζει με ακρίβεια ποιες είναι οι συνθήκες και ποια είναι τα προβλήματα που καλούνται να αντιμετωπίσουν σήμερα τα νοσοκομεία στη χώρα μας. 

Management κάνουμε γιατί; Γιατί υπάρχουν περιορισμένοι πόροι και απεριόριστες ανάγκες να καλύψουμε. Αν υπήρχαν απεριόριστοι πόροι, ο ρόλος της διαχείρισης θα ήταν επίσης σημαντικός, αλλά ίσως πολύ πιο εύκολος. Κανείς δεν είπε ότι είναι εύκολος. Είναι όμως απαραίτητος. 


Δέσποινα Κάντα, Αρχισυντάκτρια Πολιτικών

Η Δ. Κάντα είναι πολιτικός επιστήμονας, απόφοιτη του Πανεπιστημίου Κρήτης. Έχει ολοκληρώσει τις μεταπτυχιακές σπουδές της στη Διοίκηση Επιχειρήσεων και Ολικής Ποιότητας με Διεθνή Προσανατολισμό (MBA TQM Int.), του Πανεπιστημίου Πειραιά και το πρόγραμμα MA in Governance, του European Public Law Organization (EPLO), ως υπότροφη του Ελληνικού Οργανισμού Πολιτικών Επιστημόνων ΕΟΠΕ-HAPSc. Εργάζεται σε διοικητικές θέσεις και ως εξωτερικός συνεργάτης σε γραφεία συναφούς αντικειμένου των σπουδών της, με κύρια αντικείμενα το project management και το digital marketing. Στα άμεσα σχέδια της είναι η εκπόνηση ενός διδακτορικού και η ανάπτυξη του δικτύου συνεργατών της.