Της Σοφίας Μηλιοπούλου,

Η τρομοκρατία, ένα εξαιρετικά αμφιλεγόμενο και φορτισμένο θέμα, μαστίζει εδώ και δεκαετίες την παγκόσμια σκηνή και δεν είναι λίγες οι φορές που διαδραματίζει τον ρόλο του υποκινητή της συμπεριφοράς των κρατικών δρώντων σε αυτήν. Δεν είναι, όμως, φαινόμενο που αναδύθηκε από τη μια μέρα στην άλλη. Οι ρίζες της, μάλιστα, άρχισαν να απλώνονται ήδη από τον 1ο αιώνα μ.Χ., με τους Σικάριους, τους ζηλωτές Εβραίους, που σκότωναν τους εχθρούς τους με μαχαίρια. Παρά το γεγονός ότι δεν αποτελεί σύγχρονο φαινόμενο, συχνά εξελαμβανόταν ως δευτερεύον ζήτημα εθνικής και -κατ’ επέκτασιν- διεθνούς ασφαλείας, κάτι που ήρθαν να ανατρέψουν τα γεγονότα της 11ης Σεπτέμβρη του 2001.

Τι είναι όμως τρομοκρατία; Υπάρχει ένας ευρέως αποδεκτός ορισμός που αναλύει εξ ολοκλήρου την έννοιά της;

Ο ορισμός της τρομοκρατίας εξακολουθεί μέχρι και σήμερα να αποτελεί δύσκολη υπόθεση, καθώς κατά πολλούς θεωρείται μια αντιφατική έννοια (ένας άνθρωπος που μάχεται για τα πιστεύω του, στα μάτια άλλων, είναι τρομοκράτης). Ο όρος, προερχόμενος από τη Λατινική λέξη «tarrere» που σημαίνει «φοβίζω», πρωτοεμφανίστηκε και παγιώθηκε με το «Κράτος Τρόμου», κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης. Ορίζεται, άρα, η τρομοκρατία ως κάθε πράξη βίας που στοχεύει στο να εκβιάσει, να φοβίσει, να θανατώσει αμάχους και να επηρεάσει την κυβερνητική πολιτική μιας χώρας. Μια πράξη θεωρείται τρομοκρατική, όταν λαμβάνει χώρα εκτός ένοπλης σύρραξης προσλαμβάνοντας πληθώρα μορφών (θρησκευτική, κρατική, αριστερή ή δεξιά, αντικρατική, ένοπλη) και μπορεί να εκφραστεί μέσω δολοφονιών -μαζικών και μη-, απαγωγών, ληστειών, βομβαρδισμών, αυτοκτονιών.

Για να γίνει, εντούτοις, πλήρως κατανοητή η έννοια της τρομοκρατίας, πρέπει πρώτα να ερευνηθούν τα αίτιά της.

Αρχικά, μπορεί να προσεγγιστεί στρατηγικά και να εκληφθεί ως η επέκταση της αποτυχίας του κρατικού συστήματος και της πολιτικής που αυτό ακολούθησε. Η τρομοκρατία συχνά χρησιμοποιείται ως μέσο επηρεασμού και ελέγχου των κρατικών δρώντων, ιδιαίτερα όταν ηπιότερες προσεγγίσεις δεν αρκούν για να τραβήξουν την απαιτούμενη καθ’ αυτούς προσοχή (Μαύρος Σεπτέμβρης, στην Ιορδανία). Παράλληλα, δεν πρέπει να αγνοηθεί και το ιδεολογικό κομμάτι της τρομοκρατίας (αξίες, πιστεύω, θρησκεία), σύμφωνα με το οποίο ομάδες προσπαθούν να επιβάλλουν με τη χρήση βίας τις πεποιθήσεις τους, καθιστώντας την τρομοκρατία ως μόνη λύση στην αντίσταση (ISIS, IRA). Τέλος, δεν είναι σπάνιες οι περιπτώσεις που τα ψυχολογικά προβλήματα, οι προσωπικοί λόγοι, το μίσος, η δίψα για δύναμη ή πολύ απλά η επιθυμία για ένα ηχηρό μήνυμα να έχουν οδηγήσει στην εκδήλωση τρομοκρατικών ενεργειών.

Όταν πλέον εδραιώθηκε το γεγονός πως η τρομοκρατία αποτελεί θέμα υψίστης ασφαλείας και παγκόσμιας εμβέλειας, κατέστη αναγκαία η αντίδραση της διεθνούς κοινότητας. Η διεθνής κοινότητα, λοιπόν, υιοθέτησε δύο είδη νομικής αντίδρασης για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας, που διακρίνονται σε ειρηνική και εξαναγκαστική. Σύμφωνα με τον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, τα κράτη είναι υποχρεωμένα να εξαντλήσουν κάθε προσπάθεια ειρηνικής αντιμετώπισης τρομοκρατικών επιθέσεων, πριν καταφύγουν στο έσχατο μέτρο, τη χρήση βίας, ώστε να διασφαλιστεί η διεθνής ειρήνη. Στα ειρηνικά μέτρα συμπεριλαμβάνονται οι διεθνείς συνθήκες και συμβάσεις κατά της τρομοκρατίας, οι οποίες αποσκοπούν στην τιμωρία των τελεστών της μέσω δίκης και στην ενίσχυση της κρατικής ασφαλείας. Ωστόσο, δεν είναι απίθανη η άμεση καταφυγή σε βίαιες αντιδράσεις, όπως η εκτέλεση των τρομοκρατών, η επίθεση στις βάσεις τους, κατόπιν σύστασης του Συμβουλίου Ασφαλείας, με στόχο την τιμωρία του εγκλήματος και παραδειγματισμό ή αποτροπή των επικειμένων.

Συνοψίζοντας, λοιπόν, η τρομοκρατία δεν είναι ένα καινούργιο φαινόμενο και δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται αψήφιστα. Εφόσον κατέστη σαφές ότι η αντίδραση σε εθνικό επίπεδο δεν είναι επαρκής, απαιτείται από την παγκόσμια κοινότητα η ανάληψη ευθύνης και η άμεση και αποτελεσματική δράση. Τα τρομοκρατικά χτυπήματα -όπου κι αν γίνονται- πρέπει να είναι καταδικαστέα, διότι μοναδικό επιθυμητό τρόπο επίλυσης διαφορών αποτελεί ο διάλογος και η συνεργασία. Ο πόλεμος και ο φόβος πλέον έχουν  κουράσει τους ανθρώπους, οι οποίοι αξίζουν ένα ειρηνικό και ευνοϊκό περιβάλλον διαβίωσης. Είναι στο χέρι της ανθρωπότητας να γεμίσει τα κενά βιβλία της ιστορίας με μελάνι για το πώς αυτή θα σκιαγραφείται στο μέλλον. Ουτοπία; Αξίζει να προσπαθήσουμε…


Σοφία Μηλιοπούλου
Γεννήθηκε στη Βέροια το 2001 και κατοικεί στην Αθήνα. Είναι πρωτοετής φοιτήτρια του τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιά και γνωρίζει αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά. Λατρεύει το θέατρο και το σινεμά και της αρέσει να διαβάζει περί τρομοκρατίας, πολέμου και διεθνών θεμάτων.