Του Νικόλαου Καραμήτρου,

Ένας ιδιαίτερος θεσμός της Ομοσπονδιακής Συνταγματικής Δημοκρατίας των Η.Π.Α., που συχνά αποτελεί άσσο στο μανίκι για τα αντιπολιτευόμενα μέλη της Γερουσίας είναι αυτός του filibuster. Κατά την ενάσκηση της νομοθετικής εξουσίας και ειδικότερα, αφού η Βουλή των Αντιπροσώπων προωθήσει το προς ψήφιση νομοσχέδιο, Γερουσιαστές παρακωλύουν την ψήφισή του, αποσκοπώντας είτε στο να καθυστερήσουν τη διαδικασία είτε στο να τη ματαιώσουν. Η πιο συνηθισμένη μορφή της παρεμπόδισης αυτής είναι η διεξαγωγή πολιτικής διαμάχης μεταξύ των εκλεγέντων του λαού. Η διαμάχη εκδηλώνεται άλλοτε με τη συγκριτική εξέταση αντίστοιχων κανόνων των λοιπών έννομων τάξεων των κρατών της διεθνούς κοινωνίας και άλλοτε με την παράθεση αποσπασμάτων λογοτεχνικών κειμένων και νομολογίας ανώτατων δικαστηρίων. Οι ως αναφερόμενοι τρόποι παρεμποδίζουν τη θέσπιση νομοσχεδίων και εκπληρώνουν τους στόχους των αντιπολιτευόμενων.

Πηγή: http://www.brownpoliticalreview.org/2014/09/the-filibuster-a-recipe-for-continued-gridlock/

Οι ρίζες του άτυπου αυτού θεσμού μας πάνε πίσω στη Ρώμη του 60 μ.Χ., όταν ο Γερουσιαστής τότε Μάρκος Πόρκιος Κάτων παρεμπόδισε δύο φορές τη διαδικασία της θέσπισης προτεινόμενων, από τον Ιούλιο Καίσαρα, νομοσχεδίων. Έκτοτε, ο ιδιόμορφος θεσμός συναντάται σε ενδιαφέροντα πολιτικά συστήματα, όπως τα συστήματα του Westminster, της Γαλλικής Δημοκρατίας και ούτω καθεξής.

Όσον αφορά το θεσμικό πλαίσιο των Ηνωμένων Πολιτειών, άξιο αναφοράς είναι πως ο θεσμός της «κωλυσιεργίας» -αγγλιστί filibuster- δεν προβλέπεται ρητώς στο Σύνταγμα του 1787. Αυτό σημαίνει πως η άσκηση του δικαιώματος ήταν εφικτή εξαρχής χωρίς περιορισμούς. Ωστόσο, στο πεδίο της θεωρίας ο θεσμός κατέστη προσεγγίσιμος μετά την τροποποίηση του εσωτερικού κανονισμού της Γερουσίας, το 1806. Όμως, οι Γερουσιαστές ουδέποτε άσκησαν το δικαίωμα έως το 1837, με αποτέλεσμα να συναντάται μονάχα στη σφαίρα της θεωρίας.

H πρώτη εμφάνιση του θεσμού στο αμερικανικό νομοθετικό σώμα οφείλεται στο κόμμα του Henry Clay, που είχε καταθέσει πρόταση μομφής κατά του Προέδρου Andrew Jackson. Οι Γερουσιαστές που υποστήριζαν τον τότε Πρόεδρο, θα τον απήλασαν από οποιαδήποτε κατηγορία, πράγμα που το ενάγον κόμμα ήθελε να παρεμποδίσει. Αργότερα, κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, το 1917, ο τότε Αμερικανός Πρόεδρος Woodrow Wilson πρότεινε στη Γερουσία έναν κανόνα που θα επέβαλλε τον τερματισμό της καταχρηστικής πολιτικής διαμάχης, ώστε να μην παρεμποδίζονται τα στρατηγικά συμφέροντα της Αμερικής στον πόλεμο, εξαιτίας της τακτικής της κωλυσιεργίας. Ο ψηφισθείς νόμος προέβλεπε πως κάθε πολιτική διαμάχη ανάμεσα σε Γερουσιαστές θα σταματούσε μετά τον σχηματισμό πλειοψηφίας 2/3 από τους ψηφίσαντες υπέρ της λήξης των διαβουλεύσεων, το λεγόμενο cloture. Μετά από πολλές περιπτώσεις filibuster και αλλαγές όσον αφορά την απαιτούμενη πλειοψηφία για τον τερματισμό του, πολλά νομοσχέδια καθυστέρησαν. Η πλέον αξιομνημόνευτη περίπτωση ήταν το 1964, όταν οι Νότιοι Δημοκρατικοί καθυστερούσαν επί 75 ώρες τη διαδικασία ψήφισης ενός εκ των σημαντικότερων νομοσχεδίων των Η.Π.Α., περί των πολιτικών δικαιωμάτων. Μάλιστα, ο Γερουσιαστής Robert Byrd κωλυσιεργούσε για περισσότερες από 14 ώρες!

Μέχρι και σήμερα ο θεσμός του filibuster υφίσταται. Η φλυαρία των Γερουσιαστών οδηγεί -συνήθως μέλη του κυβερνώντος κόμματος- στην υποβολή πρότασης για τον τερματισμό της. Η διαδικασία έχει ως εξής: Δεκαέξι Γερουσιαστές υπογράφουν αίτηση, ζητώντας να τερματιστεί η παρεμπόδιση της διαδικασίας. Ο Πρόεδρος της Γερουσίας παρουσιάζει την αίτηση, σταματώντας τον ομιλούντα. Αν σχηματιστεί πλειοψηφία 3/5 (60 από τους 100 Γερουσιαστές), καθορίζεται μέγιστο όριο συζήτησης για το νομοσχέδιο στις 30 ώρες, το νομοσχέδιο δε μπορεί να τροποποιηθεί και κανένας Γερουσιαστής δε δικαιούται να μιλήσει πάνω από 1 ώρα. Παράλληλα, ο Πρόεδρος της Γερουσίας αποκτά αυξημένες αρμοδιότητες, προκειμένου να διασφαλίζει την ομαλή διεξαγωγή της συζήτησης. Παρά τις επίμονες προσπάθειες από το 2013 και μετά, τόσο από την πλευρά των Δημοκρατικών όσο και από των Ρεπουμπλικανών, για την τροποποίηση της απαιτούμενης πλειοψηφίας, η πλειοψηφία των 3/5 είναι η κρατούσα, με εξαίρεση τη θέσπιση του προϋπολογισμού, την προώθηση του εμπορίου, την τροποποίηση διάταξης του κανονισμού του Κογκρέσο και των έκτακτων εθνικών προβλημάτων, που απαιτούν απλή πλειοψηφία (50 από τους 100 Γερουσιαστές).

In the 1939 film Mr. Smith Goes to Washington, actor James Stewart plays a newly-appointed U.S. Senator who filibusters to postpone an appropriations bill.

Πολλοί Γερουσιαστές θα μπορούσαν να ισχυριστούν πως το filibuster είναι απαραίτητο προκειμένου να μπορέσουν να εκπροσωπήσουν επαρκώς την Πολιτεία τους. Άλλοι αναγνωρίζουν τις συνέπειές του για το δημοκρατικό πολίτευμα, εξαιτίας του καταχρηστικού τρόπου με τον οποίο ασκείται. Είτε ο θεσμός διατηρηθεί είτε χαθεί σε βάθος χρόνου, αυτό που είναι σημαντικό είναι να βρίσκεται υπό δημόσιο έλεγχο. Όσο οι αδικίες στους νομοθετικούς μηχανισμούς της Αμερικής αυξάνονται, η κριτική του λαού δε μένει στάσιμη. Ενόψει, λοιπόν, των επερχόμενων εκλογών, οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που υπόσχονται οι υποψήφιοι, είτε δημιουργούν την πεποίθηση πως είναι αποτελεσματικές είτε όχι, θα πρέπει να συνδέονται με τη δραστική λήψη μέτρων που θα αναμορφώσουν τη νομοθετική διαδικασία στις Ηνωμένες Πολιτείες, προσδίδοντάς της έναν πιο δημοκρατικό και αντιπροσωπευτικό χαρακτήρα.


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ


Νίκος Καραμήτρος

Γεννημένος το 2001. Διανύει το πρώτο έτος των σπουδών του στο τμήμα Νομικής του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης. Έχει συμμετάσχει σε σεμινάρια με αντικείμενο το Διεθνές Δίκαιο, για το οποίο τρέφει μεγάλο ενδιαφέρον. Μιλάει αγγλικά και γερμανικά. Είναι μέλος του European Law Students’ Association (ELSA Komotini).