Του Μανώλη Ανδριγιαννάκη,

Η πανδημία του κορωνοϊού, πέρα από τις αναμφισβήτητες υγειονομικές επιπτώσεις και τις φρικτές ανθρώπινες απώλειες στις οποίες οδήγησε, έδωσε και μερικά χρήσιμα μαθήματα στην ελληνική οικονομία. Φανέρωσε με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο τις ατέλειες του μοντέλου ανάπτυξης που έχουν επιλέξει να δομήσουν οι ελληνικές κυβερνήσεις τις τελευταίες δεκαετίες. Η επιλογή της διατήρησης του τουρισμού ως τη μοναδική «βαριά βιομηχανία» της χώρας, με την υπερανάπτυξη του τομέα των υπηρεσιών, με αντίστοιχη συρρίκνωση του πρωτογενούς και δευτερογενούς τομέα παραγωγής, κατέρρευσε σαν πύργος στην άμμο, εξαιτίας της πανδημίας.

Ο τουρισμός, που αποτελεί το 20% περίπου του ΑΕΠ της χώρας μαζί με τους συσχετιζόμενους κλάδους, είναι εύλογο να αποτελεί καίριο πυλώνα ανάπτυξης για μια χώρα τόσο προικισμένη σε φυσικό περιβάλλον όσο η Ελλάδα. Ακόμα και αν δεν έχουν αξιοποιηθεί διαχρονικά όλες οι εναλλακτικές μορφές τουρισμού που θα μπορούσε να προσφέρει η πατρίδα μας, έχοντας βασίσει το τουριστικό μας προϊόν στους θερινούς μήνες και τα νησιά μας, ο συγκεκριμένος τομέας αποτελεί την κινητήρια δύναμη της ελληνικής οικονομίας. Είναι ωστόσο μια τέτοια μονοδιάστατη επιλογή αποδοτική ή έξυπνη;

Από τη μία, ο τουρισμός είναι ένας κλάδος μικρής προστιθέμενης αξίας, όπως και εν γένει ο τομέας των υπηρεσιών. Συγχρόνως, είναι υπερβολικά εξαρτώμενος από την εξωγενή ζήτηση και την προσέλκυση τουριστών, με αποτέλεσμα να μην διακρίνεται από σταθερότητα και συνέπεια. Όπως μας δίδαξε ο κορωνοϊός, διάφορα ατυχή γεγονότα, όπως μια πανδημία, μια διαμάχη μεταξύ κρατών, πολιτικές εντάσεις ή μια δύσκολη οικονομική συγκυρία, μπορούν να έχουν σημαντικές επιπτώσεις σε εξωστρεφείς κλάδους, όπως των τουριστικών υπηρεσιών και όλων των συμπαρασυρόμενων κλάδων, όπως των μεταφορών. Το παράδειγμα των αεροπορικών εταιρειών ήταν χαρακτηριστικό κατά την περίοδο του περιορισμού των μετακινήσεων, που ακόμα δεν έχουμε αφήσει πίσω μας. Πολλές εκ των μεγαλύτερων εταιρειών, ακόμα και η δική μας Aegean, αντιμετωπίζουν σημαντικές οικονομικές δυσχέρειες και έχουν ανάγκη από πρόσθετη κρατική στήριξη και χρηματοδότηση, προκειμένου να επιβιώσουν.

Η πανδημία, όπως έχει γίνει σαφές σε όλους τους τόνους, απειλεί να περιορίσει σε μεγάλο βαθμό την τουριστική σεζόν και τα έσοδα της εγχώριας οικονομίας, οδηγώντας σε εκτιμήσεις για ύφεση που μπορεί να αγγίξει και διψήφιο ποσοστό, παρά τις επίσημες προβλέψεις που την τοποθετούν μεταξύ 5% και 8%. Οι τουριστικές χώρες, όπως και η Ελλάδα, αγωνίζονται να προσελκύσουν όσους περισσότερους τουρίστες δύνανται, ώστε να περιορίσουν τις ζημιές, ενώ οι υγειονομικοί κίνδυνοι που ελλοχεύουν είναι παρόντες. Μέσα στο αυτό το κλίμα, ποιος κλάδος μπορεί να αναπτυχθεί αρκετά, ώστε να αναπληρώσει αυτή την πρωτοφανή οικονομική ζημιά;

Η μονοδιάστατη αναπτυξιακή πολιτική των τελευταίων δεκαετιών έχει εγκλωβίσει την οικονομία μας που, στην παρούσα φάση, ενώ έδειχνε να βγαίνει μετά από χρόνια στο ξέφωτο της ανάπτυξης, οδηγείται εκ νέου σε υφεσιακή τροχιά. Πώς θα μπορούσε, μάλιστα, να είναι διαφορετικά, όταν ο βασικός μοχλός ανάπτυξης έχει μερικώς απενεργοποιηθεί; Μήπως θα ήταν προτιμότερο, λοιπόν, να επενδύσουμε εξίσου και σε άλλους τομείς που η πατρίδα μας διαθέτει συγκριτικό πλεονέκτημα, ώστε να αποφύγουμε την έντονη εξάρτηση από τον τουρισμό;

Η πρωτογενής παραγωγή, για παράδειγμα, αν και αποτελούσε την ατμομηχανή της οικονομίας σε παλαιότερες περιόδους πλέον έχει παρακμάσει, μένοντας καθηλωμένη στο παρελθόν. Σύγχρονες τεχνικές για τη βελτιστοποίηση της παραγωγής δεν έχουν αξιοποιηθεί, ενώ διαφαίνεται μια παντελής έλλειψη σχεδίου από πλευράς ελληνικών κυβερνήσεων για τη στήριξη αγροτών, κτηνοτρόφων και αλιέων. Το μεσογειακό κλίμα της χώρας είναι ιδανικό και πλήθος αγροτικών προϊόντων που είναι ανάρπαστα σε πολλές αγορές του εξωτερικού. Ωστόσο, στα εγχώρια σούπερ μάρκετ εξακολουθούμε να βλέπουμε από φρούτα και λαχανικά έως νωπά κρέατα από κάθε γωνιά της γης.

Απαιτείται ένα ολιστικό σχέδιο στήριξης της εγχώριας παραγωγής, με τη συμβολή των παραγωγών και του κράτους, με στόχο τον εκσυγχρονισμό της παραγωγής και τη μείωση του κόστους, καθώς και την εξωστρέφεια και την αποτελεσματικότερη προώθηση των προϊόντων μας. Ένας ισχυρός πρωτογενής τομέας θα αποφέρει πολλά δισεκατομμύρια στο ΑΕΠ μας, ενώ θα καλυφθούν οι καταναλωτικές ανάγκες των Ελλήνων χωρίς την επιτακτική ανάγκη υπέρμετρων εξαγωγών, βελτιώνοντας το απογοητευτικό εμπορικό ισοζύγιο της χώρας.

Από την άλλη, από τη δεκαετία του ’80 και μετά, η μαζική αποβιομηχάνιση οδήγησε στο κλείσιμο της μεγάλης πλειοψηφίας των εργοστασιακών εγκαταστάσεων και μεγάλων βιομηχανιών της χώρας. Εργοστάσια ενδυμάτων, υποδημάτων, επίπλων, μεταξύ άλλων, τροφοδοτούσαν την ελληνική οικονομία με τις εξαγωγές τους, ενώ απασχολούσαν χιλιάδες Έλληνες εργαζόμενους. Είναι σαφές ότι, στην σύγχρονη παγκόσμια αγορά, μια ελληνική βιομηχανία δεν μπορεί να είναι ιδιαίτερα ανταγωνιστική σε επίπεδο τιμών, λόγω του υψηλότερου κόστους παραγωγής, ωστόσο αυτό δεν σημαίνει πως δεν μπορεί να ωφεληθεί η Ελλάδα σημαντικά από την ιδιοπαραγωγή. Οι επενδύσεις στη βιομηχανία είναι μεγαλύτερης προστιθέμενης αξίας σε σχέση με τις υπηρεσίες και αποτελούν την πραγματική «βαριά βιομηχανία» για μια οικονομία. Βλέποντας γειτονικές χώρες, όπως η Ιταλία και η Τουρκία, να κατασκευάζουν μέχρι και αυτοκίνητα, εύλογα θα διερωτηθεί κανείς «γιατί όχι κι εμείς;».

Άλλη μια πληγή για την ελληνική οικονομία βρίσκεται στον τομέα της ναυπηγικής βιομηχανίας. Δε νοείται ένας λαός, όπως ο ελληνικός, με ιστορία χιλιάδων ετών στη θάλασσα και με έναν από τους μεγαλύτερους στόλους διεθνώς, με την ελληνική ναυτιλία να είναι πρωτοπόρα, να ανέχεται το κλείσιμο των μεγαλύτερων ναυπηγικών του μονάδων. Η Ελλάδα, με την εξαιρετική σχολή ναυπηγών που διαθέτει και τη διαχρονική εμπειρία στο συγκεκριμένο τομέα, θα μπορούσε να αποτελεί την κυρίαρχη βάση ναυπήγησης πλοίων σε ολόκληρη τη Μεσόγειο. Τα οφέλη θα ήταν πολλά για την ελληνική οικονομία, εκτός από αρκετά πρόσθετα δισεκατομμύρια στον εγχώριο ΑΕΠ.

Η Ελλάδα δυστυχώς έχει σταματήσει να παράγει. Όσα μνημόνια, μεταρρυθμίσεις και υποτιθέμενοι αναπτυξιακοί νόμοι και αν έχουν ψηφιστεί και εφαρμοστεί, αν δεν υπάρξει επιτέλους ένα πραγματικό πλάνο αλλαγής παραγωγικού μοντέλου, η ελληνική οικονομία θα παραμένει μη ανταγωνιστική. Η χώρα μας θα μένει εγκλωβισμένη ως ένας όμορφος τουριστικός προορισμός, με τους Έλληνες να καθιερώνονται ως οι… «σερβιτόροι της Ευρώπης» και του υπόλοιπου κόσμου. Δεν μπορεί να είναι αυτό το όραμα για την Ελλάδα του αύριο. Ο πλούτος της ελληνικής γης και η διάνοια του ελληνικού μυαλού ξεπερνάνε κατά πολύ την εξυπηρέτηση κάποιων εκατομμυρίων τουριστών που θέλουν να κάνουν τις διακοπές τους δίπλα στα γαλάζια νερά του Αιγαίου ή του Ιονίου.

Η Ελλάδα μπορεί να παράγει ξανά και να εξάγει, να ανακτήσει την εμπορική της ισχύ και να γίνει ξανά ο κόμβος που θα ενώνει την Ανατολή και με τη Δυτική Ευρώπη. Τρόπος υπάρχει, αρκεί να υπάρξει η διάθεση και ο κατάλληλος σχεδιασμός. Ίσως η πανδημία να αποτελέσει την ευκαιρία για αλλαγή νοοτροπίας και την κινητοποίηση εκ νέου των παραγωγικών δυνάμεων.


Μανώλης Ανδριγιαννάκης

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1999 και είναι προπτυχιακός φοιτητής στο τμήμα Λογιστικής και Χρηματοοικονομικής του ΟΠΑ. Παρακολουθεί σεμινάρια και ημερίδες πολιτικής, οικονομίας, γεωπολιτικής και τεχνολογίας, ενώ συμμετέχει σε συνέδρια και προγράμματα προσομοίωσης πολιτικών θεσμών (Europa.S, ΠΠΔΣ, ΜΒΕ, MEUS). Στις δημοτικές εκλογές του 2019 ήταν υποψήφιος Δημοτικός Σύμβουλος στο Δήμο Βύρωνα, στην Αθήνα. Στο OffLine Post αρθρογραφεί πάνω σε θέματα οικονομικών και στο διάστημα Ιούνιος 2019-Ιούνιος 2020 έφερε την ιδιότητα του αρχισυντάκτη. "It's the economy stupid!".