2.2 C
Athens
Τρίτη, 25 Ιανουαρίου, 2022
ΑρχικήΕυρώπηΗ συνάντηση Μητσοτάκη – Νετανιάχου

Η συνάντηση Μητσοτάκη – Νετανιάχου


Του Ανδρέα-Άγγελου Σκόνδρα,

Την πρώτη του επίσκεψη σε ξένο κράτος μετά την επέλαση του κορωνοϊού πραγματοποίησε εχθές (16/6/2020) στο Ισραήλ ο Πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης. Μια επίσκεψη με συμβολικό και συνάμα στρατηγικό χαρακτήρα που έρχεται ως επιστέγασμα μιας μακράς πορείας συνεργασίας 30 χρόνων των δύο κρατών. Η agenda που θα τεθεί επί τάπητος περιλαμβάνει σημαντικές διαβουλεύσεις μεταξύ εκατέρωθεν των αξιωματούχων για οικονομικά, αμυντικά και πολιτιστικά οφέλη. Το κλίμα των πρώτων συναντήσεων ήταν ιδιαίτερα εγκάρδιο με αμοιβαία διάθεση ουσιαστικής συνδιαλλαγής από τον Κυριάκο Μητσοτάκη και τον Μπενιαμίν Νετανιάχου. 

Η αναγνώριση (de facto) της ισραηλινής κυβέρνησης από την Ελλάδα πραγματοποιήθηκε τον Μάρτιο του 1949, χωρίς όμως να γίνει δεκτή η είσοδος της χώρας στον ΟΗΕ (11 Μαίου 1949). Η ελληνική εξωτερική πολιτική εκείνη την περίοδο αντιμετώπισε διστακτικά το νέο κράτος, εφαρμόζοντας μια φιλοαραβική πολιτική με στόχο την αποφυγή προστριβών στο εσωτερικό του ΟΗΕ, γεγονός που θα έβλαπτε τις συζητήσεις για το κυπριακό. Η διστακτική αυτή αντιμετώπιση συνεχίστηκε τόσο κατά τη διάρκεια της επταετίας (1967-1974), όσο και μετέπειτα κατά την περίοδο της μεταπολίτευσης. Χρειάστηκε η εκλογή του Ανδρέα Παπανδρέου το 1981, για να ταραχθούν τα λιμνάζοντα νερά, καθώς η κυβέρνησή του επιδόθηκε σε μία αμφιλεγόμενη από πλευράς διεθνών ευκαιριών αντι-ισραηλινή πολιτική. Την ίδια περίοδο η χώρα διατηρούσε άριστες σχέσεις με τη Συρία, τη Λιβύη και το Ιράκ. Όλοι αυτοί οι διπλωματικοί ελιγμοί είχαν μοναδικό στόχο τη διατήρηση των ισορροπιών μεταξύ αραβικού κόσμου και Ισραήλ, καθώς μια απροκάλυπτη στάση υπέρ του τελευταίου θα κλυδώνιζε το κυπριακό ζήτημα και θα οδηγούσε σε διαξιφισμούς με τις Μεγάλες Δυνάμεις. Στις 21 Μαΐου του 1990 η Ελλάδα επί κυβερνήσεως Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, αναγνώρισε “de jure” (επίσημη αναγνώριση της νομιμότητας μιας κυβέρνησης) το Ισραήλ, γεγονός που επεσήμανε και ο Πρωθυπουργός στις κοινές δηλώσεις του.

Ερχόμενοι στο σήμερα, εύλογα μπορεί να αναρωτηθεί κάποιος γιατί δύο χώρες με ουδέτερο –εάν όχι και αρνητικό παρελθόν– να θέλουν να συνάψουν μια συμμαχία τη δεδομένη χρονική στιγμή(;) Η απάντηση προκύπτει παρατηρώντας τις γεωπολιτικές ανακατατάξεις της ανατολικής Μεσογείου και αναλύοντας τους τρεις βασικούς παράγοντες που οδήγησαν στην ωρίμανση των σχέσεων των δύο κρατών. Ο πρώτος παράγοντας είναι η όξυνση των σχέσεων Τουρκίας – Ισραήλ (δηλώσεις Ερντογάν στο Νταβός, Mavi Marmara), που ωφελεί τη χώρα μας υπό την έννοια ότι ο εχθρός του εχθρού μου είναι φίλος μου και ο φίλος του εχθρού μου, εχθρός μου. Ο δεύτερος παράγοντας είναι η ευνοϊκή σχέση Ισραήλ-Κύπρου, γεγονός που έμμεσα ευεργετεί και πολλαπλασιάζει την ισχύ της Ελλάδας. Τρίτος και τελευταίος παράγοντας είναι η ανάγκη του Ισραήλ για προστασία από μια μελλοντική εισβολή (Ιράν, Χεζμπολάχ, Χαμάς) που μπορεί να διασφαλιστεί με μια δυτική συμμαχία, καθώς η Άγκυρα αποδεικνύεται η πλέον αναξιόπιστη. 

Η τριμερής συνεργασία της Ελλάδας, της Κύπρου και του Ισραήλ για ενεργειακά ζητήματα, όπως αυτή εκφράστηκε με την υπογραφή του “EastMed”, αποτελεί ένα ακόμη παράδειγμα των στενών σχέσεων των τριών χωρών. Σχέσεις, οι οποίες συνιστούν ανάχωμα στις επιδιώξεις της Τουρκίας για ανάδειξή της ως κυρίαρχου παράγοντα καθορισμού του «ενεργειακού παιχνιδιού», εκμεταλλευόμενη τα κοιτάσματα και τις ενεργειακές εξελίξεις στην περιοχή. Η συνάντηση Μητσοτάκη – Νετανιάχου αποτελεί αδιαμφισβήτητα μια δυναμική απάντηση απέναντι στην Τουρκία, πόσο μάλλον με φόντο και την πρόσφατη συμφωνία Ελλάδας – Ιταλίας για την ΑΟΖ. Παράλληλα, υπεγράφησαν τρεις συμφωνίες που αφορούν το Υπουργείο Τουρισμού, την κυβερνοασφάλεια και τον τομέα της γεωργίας. Οι συμφωνίες αυτές συγκεκριμενοποιούν τις καλές σχέσεις των δύο χωρών και δείχνουν τη διάθεση για απτά αποτελέσματα. Η συνεργασία Αθήνας – Τελ Αβίβ υποστηρίζεται από τις ΗΠΑ, την Ευρωπαϊκή Ένωση και τον αραβικό κόσμο, στα πλαίσια βέβαια που δεν λειτουργεί επιβαρυντικά προς τα γενικότερα συμφέροντα τους. Συνεπώς, αναμένουμε τόσο τα μεσοπρόθεσμα, όσο και τα μακροπρόθεσμα αποτελέσματα αυτής της συνάντησης, τα οποία έχουν αποκτήσει σημαντικό στρατηγικό και διπλωματικό βάρος και για τις δύο χώρες εξίσου. 


Ανδρέας Άγγελος Σκόνδρας

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 2001 και είναι προπτυχιακός φοιτητής στο τμήμα Διεθνών, Ευρωπαϊκών και Περιφερειακών σπουδών του Παντείου Πανεπιστημίου. Έχει παρακολουθήσει δεκάδες σεμινάρια, ημερίδες και συνέδρια συναφή με τις σπουδές του. Παράλληλα, έχει συμμετάσχει σε προσομοιώσεις του ΟΗΕ (MUN) και σε κοινωνικές δράσεις. Τέλος, ενδιαφέρεται για την μουσική και την ανάγνωση βιβλίων, κυρίως πολιτικών δοκιμίων.

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Ανδρέας-Άγγελος Σκόνδρας
Γεννήθηκε στην Αθήνα το 2001 και είναι προπτυχιακός φοιτητής στο τμήμα Διεθνών, Ευρωπαϊκών και Περιφερειακών σπουδών του Παντείου Πανεπιστημίου. Έχει παρακολουθήσει δεκάδες σεμινάρια, ημερίδες και συνέδρια συναφή με τις σπουδές του. Παράλληλα, έχει συμμετάσχει σε προσομοιώσεις του ΟΗΕ (MUN) και σε κοινωνικές δράσεις. Τέλος, ενδιαφέρεται για την μουσική και την ανάγνωση βιβλίων, κυρίως πολιτικών δοκιμίων.