Συνέντευξη στη Βασιλεία Τζιτζικάκη, 

Ο Βλάσης Βλασίδης είναι αναπληρωτής καθηγητής στο τμήμα Βαλκανικών, Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας και διδάσκει σύγχρονη βαλκανική ιστορία. Σπούδασε Ιστορία στη Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Στην ίδια σχολή πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές και εκπόνησε τη διδακτορική διατριβή του. Έχει λάβει πολλές υποτροφίες με σημαντικότερη εκείνη του German Marshall Fund. Δημοσίευσε πολλά άρθρα σε επιστημονικά περιοδικά για την περίοδο του Μεσοπολέμου. Είναι επιστημονικός συνεργάτης του Μακεδονικού Πρακτορείου Ειδήσεων και πολυγραφότατος ερευνητής.

Στη συνέντευξή του στο OffLine Post μιλάει για τον τουρισμό στη μετά κορωνοϊού εποχή, για την Ελλάδα και την περιοχή των Βαλκανίων όπως ο ίδιος την έχει μελετήσει όσον αφορά τα ΜΜΕ, την ελευθεροτυπία αλλά και τη γενικότερη κατάσταση που επικρατεί.

  • Σε μια εποχή δύσκολη για την ανθρωπότητα που ο πλανήτης πλήττεται από μία πανδημία και ο κόσμος βρίσκεται αντιμέτωπος με μια πρωτόγνωρη κατάσταση, ως ιστορικός, τι σχολιάζατε ή συμπεραίνετε σε σχέση με προηγούμενες πανδημίες που πέρασαν από την ανθρωπότητα;

Δεν είναι πρωτόγνωρη αυτή η κατάσταση για τον κόσμο, είναι πρωτόγνωρη για την εποχή μας, για τις γενιές μας και την Ευρώπη. Μην ξεχνάμε ότι στην Άπω Ανατολή είχαν αντίστοιχες κρίσεις και πριν από 15-20 χρόνια. Στο σημείο στο οποίο διαφοροποιείται αυτή η πανδημία σε σχέση με όλες τις προηγούμενες, είναι οι βασικές αρχές της, ότι δηλαδή ο στόχος είναι να χάσουμε όσο το δυνατόν λιγότερα άτομα· ακόμα κι αν χρειαστεί να πάρουμε ακραία μέτρα, μέτρα τα οποία δεν έπαιρναν στον 19ο και 20ό αιώνα. Τα προηγούμενα χρόνια ξέραμε τι θα αντιμετωπίσουμε και λαμβάναμε κατευθείαν τη θεραπεία. Εδώ δεν ξέρουμε τι θα αντιμετωπίσουμε και γι’ αυτόν τον λόγο έκλεισαν όλα προκειμένου να σωθεί ο κόσμος. Επίσης, στις μέρες μας, έχουμε τη δυνατότητα να επικοινωνούμε όλοι με όλους κι αυτό δίνει τη δυνατότητα να ανταποκριθούμε, μπορούν δηλαδή όλα να κλείσουν, ενώ πριν από 30 χρόνια αυτό δε γινόταν. Αυτό δείχνει πόσο μπορεί να ελεγχθεί η κοινωνία και πόσο το «απίθανο» μπορεί να εισβάλλει στη ζωή μας. Ξεκάθαρα ζούμε ιστορικές στιγμές. Όλοι όσοι διακινούν τα fake news, ότι είναι δηλαδή ένας ψεύτικος ιός, πρέπει να καταλάβουν ότι έχουμε λίγα θύματα επειδή έκλεισαν όλα.

  • Γνωρίζουμε ότι ένα από τα βασικά πεδία ενδιαφέροντός σας είναι ο τουρισμός. Ποια είναι η άποψή σας για την πορεία του, μετά την πανδημία του COVID-19 και κυρίως στη χώρα μας;

Για εμένα ο τουρισμός είναι ένα δημοκρατικό εγχείρημα στο οποίο όλοι θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να «συμμετέχουν» ταξιδεύοντας. Θα πρέπει ο τουρισμός να είναι κάτι το οποίο θα απευθύνεται σε όλους. Σε περίπτωση που είχαμε το μοντέλο του τουρισμού πολυτελείας, θα περιόριζε το κοινό. Σήμερα όλος ο κόσμος θέλει να έρθει διακοπές στην Ελλάδα μόνο και μόνο επειδή αυτήν τη στιγμή έχει ένα «πρόσωπο» το οποίο εμπιστεύονται στο εξωτερικό. Ο κόσμος θέλει να έρθει να ξεσκάσει. Ο κόσμος θέλει να έρθει στην Ελλάδα με υπευθυνότητα και να δει την Ελλάδα που ήξερε. Το πιο σημαντικό αυτήν τη στιγμή είναι να μη χρεοκοπήσουν οι επιχειρήσεις. Να μπορέσουν να λειτουργήσουν όπως μπορούν φέτος, ώστε να σωθούν και μετά να μπορέσουν να δραστηριοποιηθούν και του χρόνου. Του χρόνου θα γίνει η πραγματική σεζόν. Κατά την άποψή μου, θα πρέπει να έχουμε ένα καλό πρόσωπο, στραμμένο στην επικοινωνία και στο μοντέλο από «άνθρωπο σε άνθρωπο» αλλά και από «κράτος σε άνθρωπο». Το μοντέλο του ελληνικού τουρισμού είναι διαφορετικό, με αυτόν τον τρόπο λειτουργούν και η Πορτογαλία και η Κροατία, δηλαδή όχι οι μεγάλες δυνάμεις του τουρισμού στην Ευρώπη, αλλά οι πραγματικές δυνάμεις διότι φιλοξενούν πολλές φορές ακόμα και τον ίδιο τους τον πληθυσμό σε αριθμό τουριστών.

  • Ο κορωνοϊός ανέδειξε έναν μεγάλο νικητή για την Ελλάδα, την ψηφιακή διακυβέρνηση και τη μεταμόρφωση του ελληνικού δημόσιου τομέα σε έναν ψηφιακό διεκπεραιωτή. Πριν έναν χρόνο ήσασταν επιστημονικός υπεύθυνος στο έργο της ψηφιοποίησης της Κεντρικής Δημοτικής Βιβλιοθήκης Θεσσαλονίκης. Θεωρείτε ότι το έργο αυτό, με τα τωρινά δεδομένα, αποκτά ακόμα μεγαλύτερη αξία;

Κατά τη γνώμη μου, ο νικητής στην Ελλάδα δεν ήταν η ψηφιακή διακυβέρνηση, αλλά τα «καθαρά λόγια» από την πλευρά της κυβέρνησης και η σοβαρότητα που έδειξε ο κόσμος. Το μήνυμα ήταν ξεκάθαρο: «δεν υπάρχει καμία εναλλακτική λύση». Ο κόσμος κατάλαβε ότι το μήνυμα ήταν σοβαρό. Είχαμε εφαρμογή μέτρων σε ένα επίπεδο, παρόμοιο με αυτό στη Ουχάν. Ο κόσμος συμμορφώθηκε απέναντι σε αυτό που του έλεγε η κυβέρνηση το οποίο ήταν για κάποιους «αδιανόητο». Κι όμως έγινε… Η ψηφιακή διακυβέρνηση ήταν κάτι το οποίο ετοιμαζόταν εδώ και 8 μήνες. Ήρθε μπροστά κι αυτό ήταν η ευχάριστη έκπληξη, αλλά και δείγμα ότι η κυβέρνηση και το κράτος δούλευε. Είναι πολύ σημαντικό να μπορούν να λειτουργούν υπηρεσίες χωρίς τη διαμεσολάβηση του ανθρώπου. Όσον αφορά το έργο της Ψηφιοποίησης των Εφημερίδων στην Κεντρική Δημοτική Βιβλιοθήκη Θεσσαλονίκης, ενώ είχε ολοκληρωθεί δε βγήκε στο ίντερνετ. Αν ήταν στο ίντερνετ θα ήταν κτήμα όλων και ο κόσμος που δεν είχε κατά τη διάρκεια της καραντίνας κάτι άλλο να κάνει, θα το είχε σαν επιλογή και θα είχε μάθει πολύ περισσότερα για το παρελθόν της Θεσσαλονίκης αλλά και της ιστορίας γενικότερα. Θα βγει, όμως, κάποια στιγμή και στο ίντερνετ. Επομένως, η ελεύθερη διανομή ψηφιακού υλικού είναι ο μεγάλος κερδισμένος από την όλη υπόθεση.

  • Τα Βαλκάνια είναι μια περιοχή που θεωρούνταν και ακόμη θεωρούνται από τις Δυτικές χώρες «υποβαθμισμένη». Βλέπουμε, όμως, πως σε αυτήν την παγκόσμια κρίση, οι Βαλκανικές χώρες τα πηγαίνουν ανέλπιστα καλά. Θεωρείτε, λοιπόν, πως αυτό ήταν μια προκατάληψη εκ μέρους της Δύσης;

Αυτό, ακόμα, δε μπορούμε να το πούμε. Το σίγουρο είναι ότι αυτές οι χώρες έβλεπαν τόσο την Ιταλία, όσο και την Ελλάδα. Η Ελλάδα είναι μια χώρα πρότυπο, ακόμη και για τη Ρουμανία. Βλέπουν ότι και η Ελλάδα έχει τα ίδια προβλήματα που έχουν κι αυτοί. Βλέπαμε την Ιταλία, που δεν είχαν τόσο μεγάλο πρόβλημα οι «φτωχοί νότιοι» αλλά το Μιλάνο. Εμείς το είδαμε να έρχεται και δε χαλαρώσαμε, πήραμε τα μέτρα γρήγορα και δώσαμε τη δυνατότητα στην επιστήμη να ορίσει το τι θα γίνει, όχι στην πολιτική. Και οι υπόλοιπες χώρες των Βαλκανίων περίπου το ίδιο κάνανε. Επίσης, τώρα πάμε καλύτερα. Τα προηγούμενα 25 χρόνια δεν πηγαίναμε καλά, άρα δεν ήταν θέμα «προκατάληψης». Μέχρι τώρα υπήρχε αυτή η αίσθηση του αδύνατου για τα Βαλκάνια, αλλά ήταν όντως ο «αδύναμος». Ακόμα και στο επίπεδο της δημοκρατίας και των θεσμών, πάντα υπήρχαν προβλήματα. Ούτε η Ελλάδα ήταν τέτοια που να είναι συγκρίσιμη σε όλους τους δείκτες, ακόμα και με μια μεσαία ευρωπαϊκή χώρα π.χ. με την Αυστρία. Τώρα βγήκαν μπροστά η Ελλάδα και άλλες χώρες. Σε αυτήν την κρίση εξίσου καλά τα πήγαν και τα υπόλοιπα βαλκανικά κράτη· όμως στα διεθνή ΜΜΕ παίζει η Ελλάδα, που αυτό σημαίνει ότι η Ελλάδα έχει μεγαλύτερο ειδικό βάρος επειδή την έχουν συνηθίσει να προβάλλεται λόγω της 10ετούς οικονομικής κρίσης. Η Ελλάδα έχει καλό προπαγανδιστικό μηχανισμό κι αυτό το οποίο λέμε και κάνουμε έχει μεγαλύτερο impact factor σε σχέση με τους άλλους. Είναι άλλο το να λέει κάτι η Ελλάδα και άλλο να το λέει η Βουλγαρία και η Σερβία. Ο κόσμος από το εξωτερικό που θα ακούσει ειδήσεις για άλλες χώρες, τις περισσότερες φορές θα περιμένει να ακούσει από Ελλάδα παρά από Βουλγαρία, Βόρεια Μακεδονία ή Βοσνία. Με την Ελλάδα οι Ευρωπαίοι έχουν πολύ μεγαλύτερη επαφή και λόγω του τουρισμού. Ο κόσμος στη Δυτική Ευρώπη θέλει να ακούσει για την Ελλάδα είτε τα καλά είτε τα άσχημά της νέα.

  • Ένας ακόμα τομέας μελέτης και ενδιαφέροντός σας είναι τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης. Πρόσφατα, ήταν η Παγκόσμια Ημέρα της Ελευθερίας του Τύπου και δημοσιεύτηκαν αρκετές έρευνες για τη χαμηλή κατάταξη της Ελλάδας σε ζητήματα ελευθεροτυπίας. Ποια είναι η άποψή σας επ’ αυτού; Σε σύγκριση με άλλες Βαλκανικές χώρες έχουμε πιο ελεύθερο Τύπο ή θα λέγατε ότι υστερούμε σε αυτό το επίπεδο;

Η Ελλάδα έχει χαμηλή κατάταξη σε θέματα ελευθεροτυπίας. Είμαστε στη θέση 65, το ίδιο και πέρυσι. Δεν ανεβήκαμε. Αν κάνουμε έρευνα θα δούμε ότι η Ελλάδα πριν την κρίση ήταν μέχρι και στη θέση 33 – 31 και έφθασε στη διάρκεια της κρίσης μέχρι και 83. Σίγουρα η κρίση χτύπησε τα ΜΜΕ και την ελευθεροτυπία, αλλά εκείνο που χτύπησε πάρα πολύ ήταν το κλείσιμο της ΕΡΤ. Πολλές φορές τα ΜΜΕ θεωρούνται πως είναι ελεγχόμενα από τον πρωθυπουργό. Για παράδειγμα, η Ρουμανία είναι 20 θέσεις πάνω από εμάς. Η Σλοβενία είναι 30 θέσεις πάνω από εμάς, ακόμα και η Βοσνία είναι πιο πάνω από εμάς. Εμείς είμαστε λίγο καλύτεροι από την Αλβανία, πιο πάνω από Σερβία, Βουλγαρία, Βόρεια Μακεδονία και Κόσοβο. Δεν είμαστε οι πρωταθλητές. Είναι πολύ συγκρουσιακό το περιβάλλον, με αποτέλεσμα να υπάρχουν πολλές δικαστικές υποθέσεις ενάντια στα Μέσα Ενημέρωσης και πολλοί εκβιασμοί και συνεπώς όλα αυτά αποτυπώνονται. Το άλλο το οποίο υπάρχει στην Ελλάδα είναι η αυτολογοκρισία, δηλαδή το ότι οι περισσότεροι δημοσιογράφοι που έχουν άλλη άποψη αυτολογοκρίνονται, είτε γιατί τους άσκησε κριτική η διεύθυνση από το μέσο ενημέρωσης στο οποίο εργάζονται, είτε επειδή θα δεχθούν έντονη κριτική στα social media. Το ότι είμαστε χαμηλότερα από άλλες Βαλκανικές χώρες έχει να κάνει με το πλαίσιο λειτουργίας των ΜΜΕ. Για παράδειγμα, στην Ελλάδα είναι πολύ συνηθισμένο να πηγαίνουν τα ΜΜΕ στο δικαστήριο και να ζητούν την καταδίκη τους. Τις περισσότερες φορές δεν καταδικάζεται αυτός που έγραψε κάτι επειδή ήταν λάθος αυτό που έγραψε, αλλά επειδή το έγραψε. Πολλές φορές τα ΜΜΕ γίνονται ο σάκος του μποξ κι αυτό είναι το μεγάλο πρόβλημα.

  • Οι κύριες πηγές πληροφόρησης (τηλεόραση, τύπος, ραδιόφωνο) έχουν εκτενώς ασχοληθεί με το μεταναστευτικό/προσφυγικό ζήτημα που απασχολεί έντονα τη χώρα μας από το 2015. Δεδομένης της ενασχόλησής σας με τα ΜΜΕ και της διδασκαλίας του μαθήματος της «πολιτικής επικοινωνίας», θα θέλαμε την άποψή σας.

Σε αυτές τις περιπτώσεις, η Μπέθανι Άντερσον από το 2015 μας έχει δείξει ότι τα ΜΜΕ και οι πολίτες, σε κρίσεις φέρονται με έναν συγκεκριμένο τρόπο που λέγεται “rally around the flag”. Αυτό το είδαμε πρώτα στην Αμερική για τα εθνικά θέματα, όπου όλοι συνασπίζονται με τον πρόεδρο. Η Μπέθανι Άντερσον μας έδειξε πως το ίδιο ισχύει και για τη μετανάστευση και για τις πανδημίες. Επομένως, η κρίση του Έβρου ξεκίνησε στις 28/2 την ίδια στιγμή που ξεκίνησε και στα ΜΜΕ. Άρα, τα ΜΜΕ συσπειρώνονται γύρω από την κυβέρνηση, ακόμη κι αν δεν υπάρχει χρηματοδότηση από αυτήν, επειδή δε μπορούν να το διαχειριστούν αλλιώς και να βάλουν τη δική τους ατζέντα. Όταν η πρωτοβουλία δίνεται στην κυβέρνηση, την ακολουθούν διότι δε μπορούν να κάνουν διαφορετικά. Στην Ελλάδα το είδαμε αυτό όταν έγινε η σύλληψη των μελών της 17ης Νοέμβρη. Όλα τα ΜΜΕ ακολουθούσαν την πολιτική του κράτους. Στις περιπτώσεις που έχουμε μεταναστευτική κρίση, τα ΜΜΕ στηρίζουν την κυβέρνηση. Το 2015, όμως, όταν άρχισαν να κλείνουν τα άλλα κράτη τα σύνορά τους, τότε ήταν που τα ΜΜΕ στράφηκαν εναντίον της κυβέρνησης. Τώρα που φάνηκε εισβολή ξεκάθαρα από τον Έβρο και υποκινούμενη μάλιστα, όλα τα μέσα ήταν μαζί με την κυβέρνηση και μπροστά από αυτήν. Και, επίσης, αντεπιτέθηκαν και στα ξένα κανάλια που διατύπωναν κατηγορίες για τη στάση της ελληνικής κυβέρνησης. Δε βρέθηκε κάποιο ΜΜΕ που να πάρει το μέρος των ΜΚΟ.

Σας ευχαριστούμε για την ευγενική παραχώρηση της συνέντευξης!