Της Νάνσυ Κούκου,

Κατά τον 3ο και 4ο αιώνα μ.Χ. παρατηρείται η μεγαλύτερη ακμή της Ρωμαϊκής Θεσσαλονίκης. Στο διάστημα αυτό εμφανίζεται ένα νέο πολιτικό σύστημα, η Τετραρχία, που αφορά τη διαχείριση της αυτοκρατορίας από τους δύο Αυγούστους Διοκλητιανό και Μαξιμιανό και τους δύο Καίσαρες Γαλέριο και Κωνσταντίνο. Ο Γαλέριος ξέρουμε ότι είχε έδρα του τη Θεσσαλονίκη και είχε αναβαθμίσει την πολεοδομία της με διάφορα σπουδαία έργα. Μέσα από αυτά τα έργα, που πολλά είχαν το στοιχείο της τέχνης, αναδείκνυε την πολιτική του εξουσία, όπως το Μικρό Τόξο με την προτομή του που βρέθηκε στο παλάτι του. Ας παρατηρήσουμε, λοιπόν, από αυτό το μνημείο τα μηνύματα που ήθελε ο Καίσαρας να διαπεράσει στους υπηκόους του μέσα από την ανάλυση της τέχνης του.

Γνωρίζουμε πως κοντά στο Οκτάγωνο υπήρχε περιστύλιο, δηλαδή μια σειρά κιόνων που σχηματίζεται γύρω από ένα οικοδόμημα ή μια αυλή, του οποίου οι στοές μάλιστα έφεραν πολύχρωμα ψηφιδωτά δάπεδα. Εκεί, λοιπόν, βρέθηκε το μικρό τόξο του Γαλέριου, το οποίο τώρα είναι στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Θεσσαλονίκης.

Αναλυτικότερα, υπάρχει μια πεταλωτή κόγχη με πλάτος 1,65 μ. και βάθος 1,40 μ. Από τις δύο πλευρές της σχηματίζονται δύο πεσσοί, που είναι διακοσμημένοι με κρατήρες στο κάτω μέρος τους, μέσα από τους οποίους ξεπροβάλλει ένα αναρριχητικό φυτό με αποτέλεσμα να σχηματίζεται ένας ναΐσκος. Καθόλου τυχαίο που σχηματίζεται ναΐσκος, αφού ένα από τα χαρακτηριστικά της ρωμαϊκής τέχνης είναι να συναντάμε ναΐσκους που να αποσκοπούν στο να δεχτούν κάποιο άγαλμα τόσο στο εσωτερικό μιας αίθουσας, όσο και στις προσόψεις των κτιρίων. Αυτός ο ναΐσκος φέρει για επίστεψη το μαρμάρινο μικρό τόξο του Γαλέριου με έντονο γλυπτό διάκοσμο, ενώ στο εσωτερικό της κόγχης βρισκόταν ένα γυναικείο καθιστό άγαλμα που ξεπερνούσε τα 3 μ. και κρατούσε κέρας αφθονίας, φορώντας στο κεφάλι πυργωτό στέμμα. Αυτό το άγαλμα πρέπει να είναι η αναπαράσταση της θεάς Τύχης της Θεσσαλονίκης.

Το τόξο φέρει στην πάνω δεξιά κι αριστερή του άκρη εκατέρωθεν από ένα μετάλλιο, το ένα απεικονίζει τον Γαλέριο και το άλλο τη γυναίκα του, τη Βαλέρια. Η Βαλέρια φορά πυργωτό στέμμα, δηλαδή στέμμα που αποδίδει τείχη πόλεως με πύργους. Έτσι ερμηνεύεται ως Τύχη της Θεσσαλονίκης, δηλαδή ως θεά που προστατεύει την πόλη. Η ενδυμασία της αποτελείται από ιμάτιο και χιτώνα. Το πρόσωπό της είναι πλατύ και γεμάτο, το οποίο πλαισιώνεται από κυματοειδή κόμη με λείο μέτωπο, αμυγδαλόσχημα μάτια, μικρό στόμα και τονισμένο πηγούνι.

Όσον αφορά τον Γαλέριο παρατηρούμε έναν ώριμο άνδρα με στρατιωτική ενδυμασία, tunica και paludamentum (δηλαδή χιτώνα και στρατιωτική χλαμύδα). Η πόρπη που κουμπώνει στον ώμο του ενδύματος είναι διακοσμημένη με πολύτιμους λίθους, που αποδίδονται εγχάρακτα και τονίζονταν με χρώμα που σήμερα έχει χαθεί. Ο αυτοκράτωρ εικονίζεται αγένειος με τη χαρακτηριστική κοντή κόμμωση της εποχής. Το πρόσωπό του είναι πλατύ με αναδιπλωμένο και ισχυρό πιγούνι. Φέρει μικρό στόμα με σφιχτά κλειστά χείλη. Οι ρυτίδες που σχηματίζονται στα μάτια, στις παρειές και δίπλα στο στόμα, μαρτυρούν την ηλικία του.

Πώς είμαστε, όμως, σίγουροι ότι στα μετάλλια απεικονίζονται αυτές οι ιστορικές μορφές; Ξεκινώντας με τη Βαλέρια πιστεύουμε πως είναι αυτή, γιατί σύμφωνα με τις ιστορικές μας γνώσεις ήταν γυναίκα του ενός από τους Τετράρχες, του Γαλέριου και η μόνη Αυγούστα της τότε εποχής. Μην ξεχνάμε πως ήταν φανερή η εξουσία της από τις αναπαραστάσεις της στα νομίσματα της εποχής, με τα οποία η μορφή του μεταλλίου μοιάζει τρομερά πολύ.

Στο άλλο μετάλλιο είναι ο Γαλέριος, εφόσον το ανάγλυφο της προτομής του τόξου συμφωνεί με τα ιστορικά στοιχεία και τις περιγραφές του Γαλέριου από τον χριστιανό συγγραφέα Λακτάντιο. Μερικά πράγματα που λέει ο Λακτάντιος για τον αυτοκράτορα και ταιριάζουν με το γλυπτό του τόξου είναι ότι περιγράφεται ως παχύσαρκος και ως φύση βαρβαρική με ξένη αγριότητα ως προς τον χαρακτήρα ενός Ρωμαίου.

Κάτω από τα μετάλλια παρατηρούμε δύο ολόιδιες ανδρικές φιγούρες με ίδιο ρουχισμό και κίνηση. Πιο συγκεκριμένα, φορούν κοντό ζωσμένο στη μέση χιτωνίσκο (tunica) με μακριά παντελόνια (αναξυρίδες), μανδύα και κάλυμμα κεφαλής (Baschlik). Φαίνεται με το τέντωμα των χεριών τους να κρατούν και να ανυψώνουν τα δύο μετάλλια. Επειδή αυτοί μοιάζουν πολύ με τις φιγούρες των Βαρβάρων της Καμάρας, θεωρούμε ότι είναι κι αυτοί Πέρσες.

Πάνω από το κάθε μετάλλιο εμφανίζεται μια ανδρική, γυμνή, φτερωτή φιγούρα. Η κάθε φιγούρα κάθεται και κρατά την άκρη μιας γιρλάντας από φύλλα βελανιδιάς. Αυτές οι φιγούρες ονομάζονται Ερωτιδείς (με περισπωμένη στη λήγουσα ~) .

Το εσωρράχιο του τόξου, δηλαδή η κάτω όψη του έχει κι αυτή πλούσιο διάκοσμο. Απεικονίζεται μια κληματίδα που βγαίνει μέσα από δύο μεγάλα ανοικτά αγγεία, δύο κρατήρες και στο μέσο περιβάλλει μια τομή του νεαρού θεού Διονύσου. Γιατί, όμως, απέδωσαν σε γλυπτό τον θεό Διόνυσο κι όχι κάποια άλλη θεότητα· μήπως γιατί οι Ρωμαίοι ήταν λάτρεις στην ασυδοσία της διασκέδασης;

Στις δύο πλάγιες πλευρές, στους κροτάφους, αναπαρίστανται διονυσιακές μορφές πάνω σε βάσεις: δεξιά απεικονίζεται μια ημίγυμνη Νύμφη με χορευτική κίνηση και αριστερά βλέπουμε τον Πάνα σε διασκελισμό. Κρατά ένα μουσικό όργανο, τη σύριγγα και την ποιμενική ράβδο, το λαγωβόλο. Στα πόδια του είναι η διονυσιακή μυστική κύστη από την οποία μέσα προβάλλει ένα φίδι.

Ας αναφέρουμε λίγα λόγια για τον Πάνα εν συντομία: 1) παρουσιάζεται ως τραγόμορφος άνδρας, με κέρατα δηλαδή στο κεφάλι του και από τη μέση και κάτω τριχωτός με πόδια κατσίκας. 2) Θεωρείται προστάτης των γεωργών, κτηνοτρόφων και κυνηγών και «μικρός» θεός της φύσης, πανίδας και γονιμότητας. 3) Γενικά πιστεύεται πως εκφράζει τα άγρια ένστικτα και τις σεξουαλικές ορμές του ανθρώπου. 4) Ζει στην Αρκαδία μαζί με τις νύμφες, κυνηγώντας τες συνέχεια ως εραστής τους. 5) Οι γονείς του ποικίλλουν ανά μύθους περιοχών. Ωστόσο, οι πιο δημοφιλείς εκδοχές γονέων είναι ο Ερμής με τη Δρυόπη ή με τη νύμφη Καλλιστούς, συνοδού της Αφροδίτης. Το σίγουρο είναι πως γεννήθηκε στο όρος Κυλλήνη της Αρκαδίας και μόλις τον αντίκρισε η μητέρα του τρόμαξε λόγω της όψης του και τον εγκατέλειψε. Αντίθετα, ο πατέρας του τον πήγε στον Όλυμπο κι όλοι οι θεοί του έδειξαν συμπάθεια, και περισσότερο ο Διόνυσος. Γι’ αυτό κι άλλωστε θεωρείται ο αρχηγός του διονυσιακού χορού και λαμβάνει χώρα σε όλες τις εκστατικές διονυσιακές γιορτές. 6) Σύμφωνα, μάλιστα, με έναν μύθο, η Σύριγγα ήταν μια νύμφη που για να ξεφύγει από τις σεξουαλικές ορέξεις του Πάνα μεταμορφώθηκε σε καλαμιά. Εκείνος δεν κατάφερε να την ξεχωρίσει, έκοψε πολλές καλαμιές, δημιούργησε αυτό το μουσικό όργανο που κρατά και προς τιμήν της Σύριγγας του απέδωσε το όνομά της.

Την εποχή εκείνη στα πολιτικά πρωταγωνιστικό ρόλο νόμιμα μπορούσαν να έχουν μόνο οι αυτοκράτορες της Τετραρχίας, δηλαδή δικά τους συγγενικά πρόσωπα ήταν αδύνατον να λαμβάνουν μέρος στην άσκηση της εξουσίας. Έτσι, είναι λογικό να μη βρίσκουμε αναπαραστάσεις δικών τους ατόμων σε μνημεία. Η απεικόνιση, όμως, της Galeria Valeria ανατρέπει τα δεδομένα φανερά.

Πράγματι αυτή η μορφή σε μνημείο διεγείρει εντυπώσεις και ερωτήματα. Αλλά εάν φρεσκάρουμε στη μνήμη μας τη ρωμαϊκή ιστορία θα καταλάβουμε πως δεν αξίζει να σταθούμε τόσο σε αυτό το σημείο. Αναλυτικότερα, μετά τη σύνοδο στο Καρνούτο το 308 μ. Χ., η Βαλέρια έχει κάθε δικαίωμα να εμφανίζεται στην πολιτική σκηνή, αφού στη σύνοδο της παραχωρήθηκε ο τίτλος της Αυγούστας. Μάλιστα, αυτό επιβεβαιώνεται με το γεγονός ότι το νομισματοκοπείο της Θεσσαλονίκης εξήγαγε νομίσματα με την εγχάραξη της προτομής της.

Άρα, με βάση αυτά συνειδητοποιούμε ότι το μικρό τόξο του Γαλέριου χρονολογείται οπωσδήποτε μετά το 308 μ. Χ. και πριν τον θάνατο του Γαλέριου, το 311 μ. Χ.

Ακόμη, μια γρήγορη αναφορά η οποία αξίζει να γίνει είναι για την προσπάθεια απαλοιφής της μορφής της Βαλέριας από το μικρό τόξο. Κατά τη μελέτη του μεταλλίου κατανοήσαμε πως είχε υποστεί φθορές, όχι μόνο λόγω του χρόνου αλλά σαν κάποιος σκόπιμα επιδίωξε να βλάψει το γλυπτό. Κατά πάσα πιθανότητα ήταν ο Λικίνιος που γνωρίζουμε πως μετά τον θάνατο του Γαλέριου ανέλαβε την εξουσία. Αν και υποσχέθηκε ότι θα προστατεύει τα οικογενειακά μέλη του Γαλέριου, έδρασε με ανηθικότητα. Σκότωσε όσους περισσότερους γινόταν από την οικογένεια και μάλιστα έριξε το πτώμα της Βαλέριας στη θάλασσα. Επομένως, πρέπει να διέταξε εκείνος την απαλοιφή της Βαλέριας από το μνημείο.

Είναι τυχαίες, άραγε, οι προτιμήσεις των παραστάσεων του τόξου, όπως οι διονυσιακές; Η απάντηση είναι σίγουρα όχι. Κανένας αυτοκράτορας δε θα άφηνε τη διακόσμηση των μνημείων του στην τύχη. Μην ξεχνάμε πως μέσα από την τέχνη είχαν τη δυνατότητα οι Τετράρχες να ασκούν την ανάλογη προπαγάνδα τους.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο Γαλέριος επιδιώκει κυρίως να τονίσει το μήνυμα πως θα υποσχεθεί μέρες ευημερίας στην πόλη και άλλες ένδοξες νίκες. Σίγουρα θέλει να τονίσει τη νίκη του κατά των Περσών. Γι’ αυτό, λοιπόν, οι νίκες έχουν αντικατασταθεί από τους Πέρσες που ανυψώνουν τα μετάλλια, και οι Ερωτιδείς κρατούν γιρλάντα δίνοντας την αίσθηση εορτασμού.

Τέλος, οι διονυσιακές μορφές και ο Διόνυσος (Liber) έχουν σκόπιμο χαρακτηριστικό ρόλο. Από τα ελληνιστικά χρόνια, ήδη η Θεσσαλονίκη τιμούσε έντονα τον θεό Διόνυσο, όπως αποδεικνύεται από απεικονίσεις νομισμάτων και επιγραφών της εποχής. Συμπεραίνουμε, έτσι, πως δεν υπήρχε καλύτερη επιλογή θεϊκής μορφής που θα μπορούσε να κάνει ο Γαλέριος, ώστε αυτή η μορφή να συμβολίζει τον θεό-προστάτη της πόλης.


Πηγές

  • Θ. Στεφανίδου-Τιβερίου, Το Μικρό Τόξο του Γαλέριου Στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Θεσσαλονίκης, Η ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, Αθήνα 1996, σελ. 16, 20, 21, 34, 36-38, 40-42
  •  Decharme Paul, Εγκυκλοπαίδεια της Ελληνικής Μυθολογίας, 3ος Τόμος, ΜΈΡΜΗΓΚΑ, σελ. 381-386

Νάνσυ Κούκου

Γεννήθηκε το 1999 στην Θεσσαλονίκη. Σπουδάζει στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου στο τμήμα Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Διαχείρισης Πολιτισμικών Αγαθών. Από νεαρή ηλικία ασχολείται με την μαγειρική, τον αθλητισμό και τον κινηματογράφο. Στις διακοπές της προτιμάει θάλασσα και έχει ταξιδέψει στην Κωνσταντινούπολη και στην Κροατία. Στο μέλλον επιθυμεί να κάνει και άλλα ταξίδια, να βιώσει την πανεπιστημιακή εμπειρία του Erasmus και να κάνει μεταπτυχιακό στην Αιγυπτιολογία και στην Ενάλια Αρχαιολογία.