Του Τάσου Μοσχονά,

Καθ’ όλη την Αμερικανική ιστορία, το θέμα της ασφάλισης υγείας αποτελούσε ένα «αγκάθι», ένα θέμα σε μεγάλο βαθμό αρρύθμιστο. Στα τέλη του 19ου αιώνα έγιναν τα πρώτα δειλά βήματα μέσω των “sickness funds”, που κάλυπταν τα νοσήλια εργαζομένων που πάσχουν από σοβαρές ασθένειες.

Στις αρχές του 20ού αιώνα, καθώς κράτη της Ευρώπης ψηφίζουν νόμους που καθιερώνουν συστήματα καθολικής υγειονομικής περίθαλψης, οι ΗΠΑ δεν ακολουθούν την ίδια πορεία. Νομοθετήματα όπως το Social Security Act του Προέδρου Franklin Roosevelt το 1935 και η δημιουργία θεσμών όπως το Medicare και το Medicaid από τον Πρόεδρο Lyndon Johnson τη δεκαετία του ‘60 καλύπτουν κάποιους Αμερικανούς, ιδίως ηλικιωμένους, αλλά όχι καθολικά, ενώ λειτουργούν πάντα επικουρικά των ιδιωτικών ασφαλίσεων.

Υπό το καθεστώς αυτό, ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρίες καταλαμβάνουν μέχρι την αρχή του 21ου αιώνα τη μερίδα του λέοντος στην επιλογή των Αμερικανών, και σε μεγάλο βαθμό λειτουργούν αυθαίρετα, θέτοντας τους δικούς τους κανόνες σχετικά με τα κριτήρια επιλογής και το ποσό που θα διαθέσουν στον εκάστοτε ασφαλισμένο ανάλογα με το εκτιμώμενο ρίσκο. Επιπλέον, μπλοκάρουν μέσω lobbying και πολιτικής πίεσης σχεδόν οποιοδήποτε νομοσχέδιο στοχεύει στη ρύθμιση του θέματος.

Το 2008, με την οικονομική κρίση να βρίσκεται στα σπάργανα, 48 εκατομμύρια Αμερικανοί είναι ανασφάλιστοι. Ο τότε νεοεκλεγείς Πρόεδρος Barack Obama, ήδη από τις προεκλογικές του εξαγγελίες, διέγνωσε το πρόβλημα και δεσμεύτηκε πως η ψήφιση ενός νέου συστήματος ασφάλισης υγείας θα ήταν στις προτεραιότητες της νέας κυβέρνησης. Αφού εισάγεται, λοιπόν, το νέο νομοσχέδιο στο Κογκρέσο τον Σεπτέμβριο του 2009, μεγάλο debate εκκινεί αναφορικά με τον ρόλο που πρέπει να έχει η κυβέρνηση στην υγεία. Οι αντιπολιτευόμενοι Ρεπουμπλικανοί αντιστέκονται σθεναρά, αλλά η κυβέρνηση Obama ελέγχει το Κογκρέσο και, εν τέλει, πετυχαίνει την ψήφιση από τη Γερουσία, σε τελικό στάδιο, του από τότε χαρακτηριζόμενου ως ιστορικού Affordable Care Act (ACA), γνωστότερου και ως Obamacare, το Δεκέμβριο του 2009.

President Barack Obama signs the Affordable Care Act during a ceremony with fellow Democrats in the East Room of the White House on March 23, 2010 in Washington, D.C., Win McNamee, Getty Images

Το ACA ανέτρεψε ραγδαία το σκηνικό στον τομέα της ασφάλισης υγείας με μέτρα που ξεκάθαρο στόχο είχαν πρώτον την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη κάλυψη των πρώην ανασφάλιστων και δεύτερον την προστασία από αυθαιρεσίες των ιδιωτικών ασφαλιστικών εταιριών.

Κατά πρώτον, με το ACA λαμβάνονται μέτρα ενίσχυσης του ήδη υπάρχοντος Medicaid, ώστε να περιλαμβάνονται πλέον σε αυτό και άτομα με υψηλότερα εισοδήματα, προσφέροντας παράλληλα σε ήδη ασφαλισμένους επιδοτήσεις – κίνητρα για να αγοράζουν προγράμματα περίθαλψης με χαμηλότερο κόστος. Για να επιτευχθεί όσο το δυνατόν μεγαλύτερη κάλυψη, δημιουργείται μια ηλεκτρονική «αγορά προγραμμάτων υγείας», όπου διατίθενται φθηνές ασφάλειες υγείας με μεγάλες επιχορηγήσεις. Επιπροσθέτως, για τον σκοπό της μείωσης των ανασφάλιστων, τέθηκε πρόστιμο για όσους δεν ασφαλίζονταν παρότι πλέον είχαν τη δυνατότητα με την ύπαρξη του ACA.

Μέσα από αυτήν την πλατφόρμα, το 60% των προηγουμένως ανασφάλιστων Αμερικανών μπορούν να λαμβάνουν επιδοτήσεις που αγγίζουν τα 100 δολάρια τον μήνα. Επιπλέον, παροχές συνίστανται στη μείωση του κόστους συνταγογραφημένων φαρμάκων. Ο αριθμός των φαρμάκων που καλύπτονται αυξάνονται κάθε χρόνο, αγγίζοντας το 2020 ένα ευρύτατο φάσμα περιπτώσεων. Παράλληλα, το ΑCA επενδύει στη δωρεάν προληπτική φροντίδα με στόχο τη μείωση των ιατρικών εξόδων των ασθενών στο μέλλον, με την παροχή δυνατότητας δωρεάν ιατρικών εξετάσεων προληπτικού χαρακτήρα για νοσήματα όπως ο διαβήτης.

Παρεπόμενος στόχος του ΑCA είναι και ο έλεγχος των ιδιωτικών ασφαλιστικών εταιριών. Το νομοσχέδιο σταμάτησε μια εξαιρετικά νοσηρή τακτική τους, τη χρέωση, δηλαδή, των ασφαλισμένων ανάλογα με το ιατρικό τους ιστορικό, οδηγώντας σε αυξημένες χρεώσεις καρκινοπαθών, αλλά και ατόμων με αυξημένο ρίσκο λόγω άσκησης επικίνδυνων για τη ζωή επαγγελμάτων. Επίσης, απαγορεύτηκε να τίθενται προκαθορισμένα μέγιστα ποσά με τα οποία θα καλύπτεται η ασφάλεια ενός ασθενούς ανάλογα με την πάθησή του.

Παρά τις ριζικές αλλαγές, όμως, στον τομέα της ασφάλισης, το ACA δέχτηκε ισχυρή κριτική στα πρώτα χρόνια της εφαρμογής του. Οι πρώτες κριτικές απευθύνονται στο πρόστιμο που έθετε για όσους δεν ασφαλίζονταν, αλλά και της μακροχρόνιας πεποίθησης αρκετών Αμερικανών πως η κυβέρνηση δε μπορεί να παρεμβαίνει στην υγεία, μια κατά πολλούς ιδιωτική υπόθεση.

Πηγή: Jay Mallin/ZUMA Press/Newscom

Επιπλέον, μιας και πλέον οι ασφαλιστικές εταιρίες καλύπτουν και περιπτώσεις ασφαλισμένων με επιβαρυμένο ιατρικό ιστορικό, οι ιδιωτικές ασφαλιστικές και το κράτος προέβησαν σε αύξηση των χρεώσεων και της φορολογίας των ήδη ασφαλισμένων Αμερικανών, για να καλυφθεί το υψηλό κόστος των νέων επιχορηγήσεων. Το νέο κόστος αποδείχθηκε επαχθές και για αρκετές μεσαίες επιχειρήσεις, που συχνά μείωναν τις ώρες εργασίας του προσωπικού για να αποφύγουν τον νέο κανονισμό που τις υποχρέωνε να καλύπτουν πλήρως ασφαλίσεις και έξοδα υγείας αν έχουν πάνω από 50 εργαζόμενους πλήρους απασχόλησης.

Ισχυρή κριτική ασκήθηκε επιπλέον για τα τεχνικά προβλήματα που είχε τις πρώτες ημέρες λειτουργίας του το site healthcare.gov, μέσα από το οποίο οι υπαγόμενοι στο ACA έχουν πρόσβαση στις ασφάλειες υγείας και τις αιτήσεις των επιχορηγήσεων. Η σύγχυση που προκλήθηκε από το πολύπλοκο σύστημα αιτήσεων τις πρώτες ημέρες, σταδιακά, λύθηκε με προγράμματα ηλεκτρονικής επιβοήθησης.

Αν και κάποιες αντιδράσεις έχουν βάση, κανείς δε μπορεί να αμφισβητήσει το γεγονός πως το ΑCA αποτελεί ένα ιστορικό νομοθέτημα, με 20 εκατομμύρια πρώην ανασφάλιστους πολίτες να επωφελούνται από την ένταξή τους στο πρόγραμμα ως το 2016. Βέβαια, ο αριθμός των ανασφάλιστων ακόμα είναι υψηλός και ανέρχεται σε 23 εκατομμύρια πολίτες.

Το 2017, όμως, το ACA κόντεψε να ακυρωθεί. Οι Ρεπουμπλικανοί αντιτάχθηκαν έντονα στο νομοσχέδιο πριν ακόμα την ψήφισή του, ενώ μέχρι το 2014 πάνω από πενήντα φορές ψήφισαν στο Κογκρέσο υπέρ της ακύρωσής του. Κάθε φορά μπλοκάρονταν, ωστόσο, από την ελεγχόμενη από τους Δημοκρατικούς Γερουσία.

Ο Donald Trump ήδη από την προεκλογική του εκστρατεία για τις εκλογές του 2016 είχε εκφράσει την επιθυμία του να καταργήσει το ACA. Αφού εξελέγη αντιπρότεινε ένα νέο σύστημα υγείας με τίτλο American Health Care Act, με μεταβολές μεταξύ άλλων στη χρηματοδότηση του Medicaid για πολίτες με χαμηλά εισοδήματα. Παράλληλα, μέσα στο 2019 κατάφερε να υπογράψει ένα φορολογικό νομοσχέδιο που καταργούσε το πρόστιμο που θέσπιζε το ACA. Σύμφωνα με το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κογκρέσου, το νομοσχέδιο που πρότεινε ο Trump θα αύξανε τους ανασφάλιστους κατά 22 εκατομμύρια, αλλά θα μείωνε το έλλειμμα του προϋπολογισμού κατά 119 δισεκατομμύρια δολάρια.

Όλα είχαν δρομολογηθεί για την κατάργηση του ΑCA και την ψήφιση του νέου νομοσχεδίου για την υγεία. Στην ψηφοφορία, όμως, στο Κογκρέσο τον Ιούλιο του 2017, συνέβη κάτι εξωπραγματικό. Ο Ρεπουμπλικανός πρώην Γερουσιαστής της Arizona, John McCain, αντίπαλος του Obama στις εκλογές του 2008, καταψηφίζει το νέο νομοσχέδιο. Αν ψήφιζε υπέρ αυτού, τότε οι Ρεπουμπλικανοί θα εξασφάλιζαν μέσω του συστήματος την πλειοψηφία και το ACA θα αποτελούσε παρελθόν. Ανεξαρτήτως κινήτρων, ο εκλιπών Γερουσιαστής εξασφάλισε με μόνη την ψήφο του πως εκατομμύρια Αμερικανοί θα συνεχίσουν να επωφελούνται του ACA.

Παρά τη συνέχιση της ισχύος του, όμως, όσο οι Ρεπουμπλικανοί βρίσκονται στην εξουσία, το ιστορικό νομοθέτημα θα βρίσκεται σε επισφαλή θέση και θα υπονομεύεται από την Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση. Ο Donald Trump προσπαθεί με διάφορους τρόπους να πετύχει την ακύρωσή του, μέσω μιας δικαστικής αγωγής, όμως δεν έχει ένα ρεαλιστικό πλάνο αντικατάστασής του, ενώ και το ίδιο το κόμμα πλέον βρίσκεται σε διχογνωμία. Σε οποιαδήποτε προσπάθεια, πάντως, θα έχει αντίπαλο την κοινή γνώμη και τους εκατομμύρια Αμερικανούς, κυρίως της μεσαίας τάξης, που επιθυμούν τη διατήρηση των προνομίων του προγράμματος, καθώς τους ωφελεί σημαντικά, αποτελώντας έναν πυρήνα οικονομικής στήριξης και ασφάλειας μέσα στην αστάθεια του αμερικανικού συστήματος ελεύθερης αγοράς, με ελάχιστο κρατικό παρεμβατισμό σχεδόν σε όλες τις εκφάνσεις της δημόσιας ζωής.


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ


Τάσος Μοσχονάς

Γεννήθηκε το 1997 και έχει μεγαλώσει στην Αθήνα. Είναι προπτυχιακός φοιτητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για θέματα εξωτερικής πολιτικής και Διεθνούς Περιβαλλοντικού και Ποινικού Δικαίου. Παρακολουθεί ημερίδες και σχετικές με το αντικείμενό των σπουδών του ομιλίες, ενώ στον ελεύθερό του χρόνο ασχολείται με το πιάνο, τις τέχνες κάθε είδους και την ανάγνωση βιβλίων και περιοδικών ποικίλης ύλης.