Της Αθηνάς Φατσέα, 

O Herbert Clark Hoover (10 Αυγούστου 1874 – 20 Οκτωβρίου 1964) ήταν μηχανικός, επιχειρηματίας, πολιτικός και ανθρωπιστής και διετέλεσε ως ο 31ος Πρόεδρος της Αμερικής (1929-1933). Το 1919 διορίστηκε ως Υπουργός Εμπορίου και επί 8 χρόνια σε αυτήν τη θέση ήταν ιδιαίτερα δραστήριος. Το 1928, στις προεδρικές εκλογές, ο Hoover έθεσε υποψηφιότητα με το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα και κατάφερε να εκλεγεί. Ωστόσο, το 1929, υπό την προεδρία του, η χρηματιστηριακή αγορά των ΗΠΑ συνετρίβη, γεγονός που στάθηκε μία καταστροφική συγκυρία για τον νεοεκλεγέντα τότε Πρόεδρο. Αν και οι πολιτικές των προκατόχων του συνέβαλαν αναμφισβήτητα στην επέλαση της κρίσης, ο ίδιος θεωρήθηκε ο κύριος υπαίτιος.

Ειδικότερα, στις προεδρικές εκλογές του 1928, ο Hoover, αν και δεν είχε πρωτύτερη εμπειρία σε αιρετό αξίωμα ή υψηλό στρατιωτικό βαθμό και παρά τις αντιρρήσεις των συντηρητικών για την παρέκκλισή του από την παραδοσιακή laissez-faire φιλοσοφία του κόμματος, έλαβε το χρίσμα από τους Ρεπουμπλικανούς. Η οικονομική ευημερία της Αμερικής, η επιχειρηματική του πείρα και οι εσωτερικές διχόνοιες στο αντίπαλο στρατόπεδο συνετέλεσαν αποφασιστικά στη νίκη του Hoover με ποσοστό 58,2% επί του Δημοκρατικού Alfred E. Smith. Εξάλλου, ο Al Smith ήταν ο πρώτος καθολικός υποψήφιος που διεκδίκησε την προεδρία για ένα κόμμα, με αποτέλεσμα οι Δημοκρατικοί να χάσουν ένα μέρος των ψηφοφόρων του Νότου.

Έτσι, ο Herbert Hoover ανέλαβε καθήκοντα στις 4 Μαρτίου του 1929 και στην εναρκτήρια ομιλία του φάνηκε ιδιαίτερα αισιόδοξος για το μέλλον της Αμερικής. Άλλωστε, το 1929 φάνταζε ως συνέχεια των “Roaring Τwenties”, ήτοι της δεκαετίας κατά την οποία οι ΗΠΑ γνώρισαν οικονομική ευημερία και τεχνολογική πρόοδο, αλλά και υπερβολές με τον εύκολο δανεισμό και τη μαζική παραγωγή. Έπειτα, στις 3 Σεπτεμβρίου του 1929, ο δείκτης Dow Jones του χρηματιστηρίου της Νέας Υόρκης διέγραψε ιστορικό υψηλό, καθώς έφθασε στις 381,17 μονάδες.

Μόλις λίγους μήνες αργότερα, όμως, αντίθετα από τις αισιόδοξες προβλέψεις του Hoover, επήλθε το Κραχ της Wall Street. Η ξέφρενη πορεία του χρηματιστηρίου της Νέας Υόρκης ανετράπη στις 24 Οκτωβρίου, τη Μαύρη Πέμπτη, όπως ονομάστηκε, όταν έγινε εσπευσμένη εκποίηση 13 εκατομμυρίων μετοχών. Τη Μαύρη Δευτέρα της 28ης Οκτωβρίου, ο δείκτης Dow Jones χάνει το 12% της αξίας του και 16,4 εκατομμύρια τέθηκαν υπό διαπραγμάτευση. Την επόμενη μέρα, τη Μαύρη Τρίτη, το χρηματιστήριο κατέρρευσε και σήμανε το τέλος της ισχυρής οικονομικής ανάπτυξης που είχαν παρουσιάσει οι ΗΠΑ μετά τον A’ Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά και την έναρξη της Μεγάλης Ύφεσης που επηρέασε όλες τις μεγάλες βιομηχανικές χώρες της Δύσης, με αλυσιδωτές καταστροφές, πτωχεύσεις εταιρειών, μαζική ανεργία και μεγάλη κεφαλαιοκρατική συγκέντρωση.

Μέχρι τον Ιούλιο του 1932, ο δείκτης του χρηματιστηρίου είχε σημειώσει απώλειες κατά 89% και οι συνολικές ζημίες υπερέβαιναν τα 30 δισεκατομμύρια δολάρια· ποσό δεκαπλάσιο του προϋπολογισμού της Ομοσπονδιακής Τράπεζας και πολύ μεγαλύτερο από όσα είχε δαπανήσει η χώρα στον Μεγάλο Πόλεμο. Όσον αφορά την πραγματική οικονομία, καταγράφηκε μείωση κατά 50% της βιομηχανικής παραγωγής, κατά 30% του Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος των ΗΠΑ και κατά 80% της οικοδομικής δραστηριότητας, κλείσιμο 5.000 τραπεζών και αύξηση των ανέργων από 2 σε 15 εκατομμύρια το 1933.

Ο Hoover προσπάθησε να καταπολεμήσει τη Μεγάλη Ύφεση μέσω μεμονωμένων και περιορισμένων μέτρων, όπως με την επιβολή αύξησης στον ανώτατο φορολογικό συντελεστή από 25% σε 63% και αύξηση της φορολόγησης των επιχειρήσεων. Με αυτόν τον τρόπο, ο ισολογισμός του 1933 ήταν ισορροπημένος, αλλά δεν υπήρξε οικονομική ανάκαμψη στην αγορά. Ωστόσο, οι πρωτοβουλίες του αποτέλεσαν τη βάση για μελλοντικές πολιτικές, όπως το New Deal του Franklin D. Roosevelt.

Αναλυτικότερα, μεταξύ άλλων, ο Hoover προώθησε ένα πρόγραμμα κατασκευής δημοσίων έργων, μέρος του οποίου επενδύθηκε για την κατασκευή του φράγματος Hoover, και μέσω αυτού, δημιούργησε θέσεις εργασίας. Επιπλέον, έπαιξε βασικό ρόλο στην έγκριση του νόμου Glass-Steagall του 1932, ο οποίος περιόρισε τις δραστηριότητες των εμπορικών τραπεζών, με στόχο τη σταθεροποίηση του τραπεζικού τομέα. Εντούτοις, κάποιες πολιτικές του όπως ο Νόμος Smoot-Hawley περί Δασμών (Smoot–Hawley Tariff Act) του 1930 έδρασαν αρνητικά στην εξωτερική πολιτική της Αμερικής. Ο νόμος αυτός αύξησε τους δασμούς στις εισαγωγές αγροτικών και βιομηχανικών προϊόντων και οδήγησε την Ευρώπη και την Ιαπωνία στη δημιουργία προστατευτικών μέτρων κατά των αμερικανικών προϊόντων.

Συλλήβδην, η απάντηση του Hoover στην κρίση βασίστηκε στη συντηρητική πολιτική φιλοσοφία του. Πίστευε στον περιορισμένο ρόλο της κυβέρνησης και θεωρούσε ότι η βοήθεια πρέπει να προέρχεται από εθελοντές. Παρότρυνε τους επιχειρηματίες να μην απολύσουν εργαζομένους ή να μειώσουν τους μισθούς, καθώς και τις πολιτειακές και τοπικές κυβερνήσεις να συνεργαστούν με ιδιωτικές φιλανθρωπικές οργανώσεις για τη φροντίδα των άπορων Αμερικανών. Σύμφωνα πάντα με αυτήν του τη φιλοσοφία, άσκησε βέτο σε πολλά νομοσχέδια που θα παρείχαν άμεση ανακούφιση στους Αμερικανούς. Συνεπώς, σημειώθηκε η μεγαλύτερη στασιμότητα της οικονομικής δραστηριότητας στα δεδομένα των ΗΠΑ και επήλθε ολοκληρωτική τραπεζική καταστροφή.

Αδιαμφισβήτητα, ο Hoover έμεινε στην ιστορία ως ένας ανεπαρκής πρόεδρος που αδράνησε μπροστά στην ύφεση και, ως φυσικό αποτέλεσμα, ηττήθηκε στις εκλογές του 1932 από τον Franklin D. Roosevelt. Ο Roosevelt πρότεινε το Νew Deal, μια σειρά οικονομικών μέτρων, με στόχο την ενίσχυση των ανέργων, την ανάκαμψη της οικονομίας και την αναμόρφωση του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Μετά το 1933 ο Hoover άσκησε δριμεία κριτική στις πολιτικές του New Deal, ενώ συνέγραψε άρθρα και βιβλία όπου περιέγραφε τις συντηρητικές πολιτικές του απόψεις επί του θέματος.

Εν κατακλείδι, δεδομένου ότι και μετά την ήττα του Hoover στις προεδρικές εκλογές η οικονομική ύφεση συνεχίστηκε για οκτώ ακόμα χρόνια, παρά την ενεργή παρέμβαση του Roosevelt, ορισμένοι ιστορικοί έχουν υιοθετήσει μια πιο ευνοϊκή στάση απέναντι στην πολιτική του. Ερχόμενοι στο σήμερα, ο Πρόεδρος Trump βρίσκεται αντιμέτωπος με μία κρίση ανάλογη με αυτήν που αντιμετώπισε και ο Hoover στη θητεία του και το κύρος του έχει ομοίως πληγεί. Τίθεται, επομένως, το ερώτημα αν ο νυν Πρόεδρος θα μπορέσει να χειριστεί ικανοποιητικά την επόμενη μέρα της πανδημίας ή αν η πολιτική του θα έχει την ίδια κατάληξη με εκείνη του Hoover. Η συνέχεια στις οθόνες μας…


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ


Αθηνά Φατσέα

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1998. Αποφοίτησε με Άριστα από το Τμήμα Ξένων Γλωσσών, Μετάφρασης και Διερμηνείας του Ιονίου Πανεπιστημίου, με ειδίκευση στη νομική, οικονομική, πολιτική και λογοτεχνική μετάφραση. Σήμερα, είναι μεταπτυχιακή φοιτήτρια στο ΠΜΣ «Διεθνής και Ευρωπαϊκή Διακυβέρνηση και Πολιτική» του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Γνωρίζει αγγλικά, γαλλικά και ιταλικά, και στα ενδιαφέροντά της συγκαταλέγονται, μεταξύ άλλων, η λογοτεχνία, η ιστορία, η πολιτική επικαιρότητα, οι διεθνείς σχέσεις και η διπλωματία.