Του Παύλου Πετίδη,

Υπό το βάρος του διογκωμένου χρέους, τρεις χώρες, η Αργεντινή, το Εκουαδόρ και ο Λίβανος έχουν φέτος κηρύξει πτώχευση, ενώ από την άλλη υπάρχουν πετρελαιοπαραγωγοί χώρες που είναι εύρωστες και ικανές να απορροφήσουν τέτοιους κραδασμούς. Αντιθέτως, όσες βρίσκονται σε δυσμένεια, αντιμετωπίζουν ήδη σοβαρά οικονομικά προβλήματα και σε αυτά έρχεται να προστεθεί η πρόσφατη κατάρρευση των τιμών πετρελαίου. Ο οίκος αξιολόγησης Fitch προβλέπει ότι σε παρόμοια δυσχερή κατάσταση μέσα στο έτος πρόκειται να βρεθούν και άλλα κράτη. Μάλιστα, ιδιαιτέρως ανησυχητική είναι η οικονομική κατάσταση χωρών οι οποίες εξαρτώνται οικονομικά σε μεγάλο βαθμό από τις εξαγωγές πρώτων υλών, όπως είναι το πετρέλαιο.

Ανάμεσα στις χώρες που κινδυνεύουν να αθετήσουν την πληρωμή των υποχρεώσεών τους εντάσσονται χώρες όπως η Γκαμπόν, η Μοζαμβίκη, η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό και η Ζάμπια. Κινδυνεύουν όμως και κράτη όπως η Σρι Λάνκα, αλλά και το Ελ Σαλβαδόρ. Σύμφωνα με τη Fitch, το ποσοστό που υποδηλώνει την πιθανότητα χρεοκοπίας των χωρών με βαθμολογία C διαμορφώνεται κατά τα τελευταία περίπου 25 χρόνια στο 26,5%. Ωστόσο, όπως σημειώνει, οι χώρες αυτές μπορεί να έρθουν σύντομα αντιμέτωπες με τη χρεοκοπία, αφού συνήθως κηρύσσουν πτώχευση επτά μήνες μετά την υποβάθμιση του αξιόχρεού τους στη βαθμίδα C.

Μάλιστα, όσες στηρίζουν την οικονομική τους αυτοτέλεια στην εξαγωγή πρώτων υλών ενδεχομένως συγκεντρώνουν σημαντικές πιθανότητες να υποστούν σοβαρό πλήγμα, δεδομένου ότι εμπορεύματα όπως το πετρέλαιο παρουσιάζουν τελευταία σημαντικές διακυμάνσεις στις τιμές τους. Και αυτό λόγω της μειωμένης ζήτησης για προμήθεια πετρελαίου. Στην ουσία, η καραντίνα υποχρέωσε τις αεροπορικές εταιρείες να παραμείνουν καθηλωμένες στο έδαφος, ενώ πολλές μικρές και μεγάλες επιχειρήσεις μείωσαν τις παραγγελίες πετρελαίου, αναστέλλοντας ταυτόχρονα την οικονομική τους δραστηριότητα για τουλάχιστον δύο μήνες.

Για την αντιμετώπιση των συνεπειών της χρεοκοπίας, διεθνείς πιστωτικοί οργανισμοί που δανείζουν τις φτωχές και αναπτυσσόμενες χώρες έχουν συγκροτήσει σειρά προγραμμάτων και τους χορηγούν έκτακτη βοήθεια για την αντιμετώπιση της πανδημίας και της οικονομικής κρίσης που αυτή έχει προκαλέσει. Η Κένυα, για παράδειγμα, έχει λάβει 1 δισ. δολάρια από την Παγκόσμια Τράπεζα, ενώ η Ουγκάντα έχει υποβάλει σχετικό αίτημα και ευελπιστεί πως θα της χορηγηθεί δάνειο ύψους 300 εκατ. δολαρίων. Εντός των ημερών αναμένεται, ακόμη, να υπογραφούν ανάλογες συμφωνίες με τη Δημοκρατία του Κονγκό, τη Μαυριτανία και το Καμερούν.

Το ζήτημα καθίσταται πιο επιτακτικό ως προς την επίλυση του με τον επικεφαλής της Παγκόσμιας Τράπεζας να τονίζει ότι δεν επαρκούν τα κεφάλαια της Παγκόσμιας Τράπεζας και επιβάλλεται η συνδρομή των ανεπτυγμένων χωρών για να ανακάμψει ο αναπτυσσόμενος κόσμος. Χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και ορισμένες πιστώτριες χώρες αρνούνται να συμμετάσχουν στο «πάγωμα» των δόσεων για την πληρωμή του χρέους των 73 φτωχότερων χωρών του κόσμου, που συμφώνησαν τον Απρίλιο οι χώρες του G20, κατόπιν προτροπής του ΔΝΤ. Σύμφωνα με τον οίκο πιστοληπτικής αξιολόγησης Moody’s, μάλιστα, δεν αρκεί απλά να «παγώσουν» οι δόσεις στην αποπληρωμή του χρέους των φτωχών χωρών και ιδιαιτέρως των αφρικανικών χωρών.

Σε ό,τι αφορά την Κίνα, τον σημαντικότερο πιστωτή των αφρικανικών χωρών, δεν συντάσσεται με ανάλογες κινήσεις της Λέσχης των Παρισίων. Σύμφωνα με πληροφορίες ερευνητών του Πανεπιστημίου Johns Hopkins, ο ασιατικός οικονομικός γίγαντας αναμένεται να συμφωνήσει κάποια αναβολή στην αποπληρωμή του χρέους τους, όμως δεν προτίθεται να συναινέσει σε διαγραφή του χρέους αυτών των χωρών, που φτάνει το ποσό των 152 δισ. δολαρίων.


Παύλος Πετίδης

Είναι προπτυχιακός φοιτητής του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης. Έχει πραγματοποιήσει πρακτικές ασκήσεις στο Υπουργείο Εξωτερικών και στο Χρηματιστήριο Αθηνών, ενώ έχει συμμετάσχει σε πλήθος συνεδρίων και προσομοιώσεων οργάνων των Ηνωμένων Εθνών (MUN). Αυτή την περίοδο, πραγματοποιεί την πρακτική του άσκηση στο Παρατηρητήριο για την Κρίση, υπό την αιγίδα του οποίου θα δημοσιεύσει δύο Policy Papers σε θέματα ευρωπαϊκής πολιτικής.