Της Ιωάννας Χατζηαντωνίου,

Η κυβέρνηση του 45ου Προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών Donald Trump έχει αφήσει μέχρι στιγμής μια αίσθηση «θαλασσοταραχής» με τις διαρκείς απολύσεις και εναλλαγές σε διάφορες θέσεις των υπουργείων. Με την πλειοψηφία των αλλαγών και απολύσεων να αποδίδονται στην «έλλειψη εμπιστοσύνης», από τον Trump στο στέλεχος, ή στην έντονη διαφωνία και απόκλιση απόψεων, έχουν δημιουργηθεί αμφιβολίες για το κατά πόσο ο Πρόεδρος Trump όντως αντιμετωπίζει προβλήματα λειτουργικού τύπου με το εκάστοτε πρόσωπο, το οποίο επιθυμεί να απαλλάξει από τα καθήκοντά του, ή αντιμετωπίζει κωλύματα στο να προχωρήσει στη χάραξη πολιτικής και σε ενέργειες που αποσκοπούν στο προσωπικό του συμφέρον και θέλει να παραμείνουν έξω από το φως της δημοσιότητας.

Η πιο πρόσφατη απόλυση ήταν αυτήν της περασμένης Παρασκευής, του Γενικού Επιθεωρητή του Υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ Steve Linick, η οποία αποτέλεσε και αφορμή να αναθεωρηθεί το κριτήριο με βάση το οποίο ο Πρόεδρος Trump απαλλάσσει υπαλλήλους από τα καθήκοντά τους. O Linick βρισκόταν στη θέση αυτήν από το 2013, όταν ο Πρόεδρος Obama τον τοποθέτησε εκεί για να επιτηρεί την οικονομική δραστηριότητα στο υπουργείο και να εντοπίζει πιθανά στοιχεία λανθασμένης διαχείρισης της χρηματοδότησης.

Τι ακριβώς, όμως, περιλαμβάνει το αξίωμα που μέχρι προσφάτως κατείχε ο Linick; Με λίγα λόγια, οι κύριες αρμοδιότητές του αφορούσαν τον έλεγχο της ορθής και επαρκούς λειτουργίας εντός του υπουργείου εξωτερικών -συγκεκριμένα όσον αφορά το οικονομικό ζήτημα- και της ύπαρξης πιθανών λειτουργικών κινδύνων και ανεπαρκών ελέγχων. Σε περίπτωση που οι ενδείξεις ήταν αρκετές για να στηρίξουν μια έρευνα, ο Linick ήταν υπεύθυνος για τη διεξαγωγή αυτής, κυρίως στη βάση κατηγοριών κακής διαχείρισης, δωροδοκίας ή και απάτης από στελέχη του υπουργείου.

Πηγή: State Department Inspector General Steve Linick on October 2, 2019. Win McNamee/Getty Images

Μια τέτοια έρευνα φαίνεται, σύμφωνα με δήλωση του προέδρου της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής των Αντιπροσώπων, Eliot Engel, ήταν η αιτία της απόλυσης του πρώην Γενικού Επιθεωρητή. Ο Linick είχε μόλις ολοκληρώσει μια έρευνα για δύο βοηθούς του Υπουργού Εξωτερικών, Mike Pompeo, στη βάση των ισχυρισμών για αποτυχία αναφοράς περιστατικών άσκησης βίας στον εργασιακό χώρο. Η έρευνα που πραγματοποιήθηκε στα δύο αυτά στελέχη του γραφείου Πρωτοκόλλου, το οποίο συνεργάζεται στενά με τον Pompeo, φαίνεται να προκαλούσε αυξανόμενη ένταση ανάμεσα στον πρώην Γενικό Επιθεωρητή και τον Υπουργό Εξωτερικών, γεγονός που οδήγησε στην πρόταση του δεύτερου στον 45ο Πρόεδρο των ΗΠΑ να απαλλάξει τον πρώτο από τα καθήκοντά του. Ο Πρόεδρος Trump, φυσικά, άκουσε τον κοντινό του συνεργάτη και αργά το βράδυ της Παρασκευής προέβη στην ανακοίνωση της απόλυσης του Linick, η οποία θα ολοκληρωθεί εντός 30 ημερών.

Ωστόσο, η ιστορία δεν τελειώνει εκεί. Ρεπορτάζ και περαιτέρω έρευνα έφεραν πληροφορίες στο φως σύμφωνα με τις οποίες ο Linick είχε ξεκινήσει άλλη μια έρευνα, αυτήν τη φορά στο πρόσωπο του ίδιου του Mike Pompeo και του Αμερικανού Προέδρου, η οποία αφορούσε κατηγορίες για την προσπάθεια πώλησης όπλων στη Σαουδική Αραβία, χωρίς τον έλεγχο και την έγκριση του Κογκρέσου. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με μια άλλη κατηγορία για εκμετάλλευση εργαζομένων από τον Pompeo και τη σύζυγό του για τη διεκπεραίωση προσωπικών τους υποθέσεων, αποτέλεσε τη σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι για τον Αμερικανό Υπουργό Εξωτερικών και τον οδήγησε στην εσπευσμένη πρόταση για απόλυση του επιθεωρητή Linick.

Αν και ο Πρόεδρος Trump «βάφτισε» την απόλυση αυτή μια αναγκαιότητα, καθώς ο επιθεωρητής Linick δεν του ενέπνεε πλέον εμπιστοσύνη -χαρακτηριστικό απολύτως απαραίτητο για την ομαλή συνεργασία-, οι Δημοκρατικοί του Κογκρέσου αντέδρασαν άμεσα καταλογίζοντας στον Πρόεδρο των ΗΠΑ άλλη μια πράξη «που επιταχύνει το επικίνδυνο μοτίβο εκδίκησής του απέναντι στους δημοσίους υπαλλήλους», όπως δήλωσε με ανάρτησή της στο Twitter η Πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων, Nancy Pelosi. Πολλοί ακόμα Δημοκρατικοί, με θέσεις τόσο στη Γερουσία όσο και στη Βουλή, έσπευσαν να καταδικάσουν δημόσια την κίνηση αυτήν του Trump, κατηγορώντας τον εν γένει ότι προσπαθεί να αποφύγει την εποπτεία που πρέπει να ασκηθεί, αλλά και την υποχρέωσή του και των μελών της κυβέρνησής του να λογοδοτούν, έτσι ώστε να προασπίζεται η αξία της διαφάνειας και κατ’ επέκταση η προστασία του λαού από τυχόν παρασπονδίες και απάτες.

Σε πρακτικό επίπεδο, μάλιστα, ο βουλευτής Engel, σε συνεργασία με τον Γερουσιαστή Menendez, του τομέα Εξωτερικών Υποθέσεων, εκκίνησαν μια έρευνα σχετικά με τα στοιχεία και τα γεγονότα πίσω από την απόλυση του Linick αιτούμενοι από τον Λευκό Οίκο, το Υπουργείο Εξωτερικών και το Γραφείο του Γενικού Επιθεωρητή να παραδοθούν όλα τα σχετικά με την «υπόθεση Linick» έγγραφα, για να διενεργηθεί ο απαραίτητος έλεγχος και να υπάρξει η αναγκαία λογοδοσία. Καθώς δεν είναι η πρώτη απόλυση γενικού επιθεωρητή με την αιτιολόγηση της «έλλειψης εμπιστοσύνης», οι Δημοκρατικοί αξιωματούχοι των νομοθετικών σωμάτων έχουν κάθε λόγο να είναι υποψιασμένοι και να απαιτούν τη διαφάνεια των πράξεων της κυβέρνησης, ειδικά όταν αφορά μια απόλυση ενός υπαλλήλου που ελέγχει την κυβέρνηση για τυχόν παρασπονδίες, μεριμνώντας για το καλό των ΗΠΑ.

Η θέση ενός “watchdog”, όπως λέγονται αλλιώς οι Γενικοί Επιθεωρητές, είναι λοιπόν αρκετά λεπτή και εύθραυστη· ενώ το καθήκον τούς καλεί να είναι εξαιρετικά προσεκτικοί στην εποπτεία του τρόπου λειτουργίας του εκάστοτε υπουργείου και να ασκήσουν κριτική και έρευνα όπου κρίνεται αναγκαίο, τα ανώτερα στρώματα της πολιτικής ιεραρχίας πολλές φορές δε συμφωνούν με την τόσο αυστηρή τους στάση, όπως και με την τάση τους να διερευνούν σε βάθος τις υποθέσεις που πραγματεύεται το υπουργείο αλλά και τα ίδια τα μέλη που το απαρτίζουν. Το γεγονός αυτό, φυσικά, δεν ισχύει μόνο για την παρούσα ρεπουμπλικανική κυβέρνηση, αλλά για πολλές κυβερνήσεις στις οποίες ο Πρόεδρος ή κάποιος άλλος υψηλά ιστάμενος αξιωματούχος νιώθει να «απειλείται» από τις πληροφορίες που ανακαλύπτονται από τον Γενικό Επιθεωρητή.

Σε γενικές γραμμές, λοιπόν, η απόλυση του Γενικού Επιθεωρητή Linick θα έπρεπε να υποψιάζει τόσο τους Δημοκρατικούς των νομοθετικών σωμάτων όσο και τον ίδιο τον αμερικανικό λαό για την ευθύνη που έχει ο Πρόεδρος Trump -αλλά και ο κάθε Πρόεδρος των ΗΠΑ- να χαρακτηρίζεται από διαφάνεια, ειλικρίνεια αλλά και αντικειμενικότητα στις πράξεις του. Η θέση του πλανητάρχη θα πρέπει να μεταφράζεται ως μια θέση ευθύνης με το βάρος της προστασίας της ευημερίας των Αμερικανών πολιτών και όχι μια θέση που ο καθένας μπορεί να εκμεταλλεύεται για να υπερασπίζεται και να προωθεί τα συμφέροντά του προσπαθώντας να αποφύγει τον όποιο έλεγχο πρέπει να του ασκηθεί. Άραγε, οι Αμερικανοί πολίτες θα λάβουν υπόψη τους τα γεγονότα αυτά, εν όψει των προεδρικών εκλογών;


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ


Ιωάννα Χατζηαντωνίου, Υπεύθυνη Παρατηρητηρίου

Γεννημένη στη συμπρωτεύουσα Θεσσαλονίκη το 1999, μετακόμισε στην πρωτεύουσα για σπουδές στο τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιά. Όνειρο της είναι να αλλάξει κάτι μικρό στον κόσμο δίνοντας το παρόν όπου και όπως μπορεί. Κυνηγάει τα ταξίδια γιατί πιστεύει πως πρέπει να δεις τον κόσμο και μάλιστα με πολλά διαφορετικά μάτια. Λατρεύει την ποίηση, τα βιβλία και έχει πίστη στη δύναμη των λέξεων σε όποια γλώσσα και αν είναι αυτές, εξ ου και η εκμάθηση ξένων γλωσσών ως χόμπι.