Του Κωνσταντίνου Πίχλιαβα,

Την 21η Μαΐου η ορθόδοξη εκκλησία τιμά τη μνήμη του Μεγάλου Κωνσταντίνου, μια γιορτή ευρέως γνωστή λόγω της πληθώρας των ατόμων που φέρουν το όνομά του. Αυτό, όμως, που οι περισσότεροι αγνοούν είναι πως αυτή η μέρα δε συμπίπτει μόνο με την κοίμηση του Κωνσταντίνου, μα και με τη βάπτισή του. Για λίγα θέματα έχουν χυθεί τέτοιες ποσότητες μελάνης όσο για τη φύση της μεταστροφής του Κωνσταντίνου στον χριστιανισμό και τα ακριβή της αίτια. Με το θέμα αυτό θα καταπιαστούμε στο σημερινό μας άρθρο.

Για τη μεταστροφή του Κωνσταντίνου και πώς αυτή συντελέστηκε έχω αναφερθεί σε προηγούμενο άρθρο μου για τη μάχη της Μούλβιας Γέφυρας, που μπορείτε να βρείτε εδώ. Πολλοί ιστορικοί αντιμετωπίζουν την υιοθέτηση του χριστιανισμού από τον Κωνσταντίνο με μεγάλη δυσπιστία· στην καλύτερη περίπτωση ο Κωνσταντίνος προσέγγισε το χριστιανισμό από δεισιδαιμονία, το Χριστόγραμμα (☧) ήταν το προσωπικό του φυλακτήριο, στο οποίο απέδιδε «μαγικές» ιδιότητες και ο Χριστός, τον οποίο ταύτιζε με τον Ήλιο (Sol Invictus) ήταν ο φύλακάς του. Το κακό σενάριο θέλει τον Κωνσταντίνο στυγνό υπολογιστή, αποβλέποντα στον προσεταιρισμό των χριστιανών. Τέλος, ακολουθώντας τον ιστορικό Ζώσιμο, ορισμένοι θεωρούν τον εκχριστιανισμό του ως αποτέλεσμα των τύψεών του για τον θάνατο του πρωτότοκου γιου του Κρίσπου (θα ασχοληθώ με το ζήτημα αυτό στο επόμενό μου άρθρο). Ωστόσο, οι απόψεις αυτές δε συνάδουν με την προσωπικότητα και το ποιόν του Κωνσταντίνου.

Το όραμα και η νίκη του Κωνσταντίνου στη Μούλβια γέφυρα, ίσως η απαρχή ή το τελικό επισφράγισμα της μεταστροφής του Κωνσταντίνου

Η άποψη πως ο Κωνσταντίνος απέδιδε στο Χριστόγραμμα μαγικές ιδιότητες είναι λανθασμένη, το Λάβαρο (Labarum) ήταν το προσωπικό του σύμβολο (signum), στις απεικονίσεις του σε νομίσματα πάντα σχετίζεται με το πρόσωπο του Κωνσταντίνου και μέχρι το τέλος διατήρησε κάποιον στρατιωτικό χαρακτήρα. Για τον Ανίκητο Ήλιο, επίσης, πολλά έχουν γραφεί· όντως, η απεικόνιση του Ήλιου κυριαρχεί στη νομισματοκοπία του Κωνσταντίνου μέχρι το 324, μετά εξαφανίζεται. Στο σύνολο της γραπτής του παραγωγής (προοίμια νόμων, επιστολές κ.ά.), που σε όγκο συναγωνίζεται μόνο τους επίσης πολυγραφότατους Ιουλιανό και Μάρκο Αυρήλιο, απαντάται μία και μοναδική αναφορά στον Ήλιο, και όχι στη θεότητα, αλλά στο άστρο. Συνεπώς, αυτή η θεωρία καταρρίπτεται ως προβληματική.

Ο Κωνσταντίνος υπό την προστασία του Ανίκητου Ηλίου. Τέτοιες απεικονίσεις παύουν να εμφανίζονται στην αυτοκρατορική νομισματοκοπία την δεκαετία του 320. Χρυσό μετάλλιο του Κωνσταντίνου.

Το σενάριο, τώρα, της απόπειρας προσεταιρισμού των χριστιανών επίσης δεν ευσταθεί. Τον καιρό ανάρρησης του Κωνσταντίνου στον θρόνο οι χριστιανοί δεν ξεπερνούσαν το 10% του συνολικού πληθυσμού της Αυτοκρατορίας. Στα δε εδάφη που αυτός ήλεγχε (Γαλατία, Βρετανία και Ισπανία), το ποσοστό αυτό ήταν ακόμα μικρότερο. Θα έλεγε κανείς πως απέβλεπε στη σιωπηλή τους αποδοχή· κατά ειρωνεία της τύχης, οι χριστιανοί ήταν αυτοί που του προκαλούσαν προβλήματα, είτε λόγω εκκλησιολογικών (Δονατιστές στην Καρχηδόνα), είτε θεολογικών (Άρειος) διαφορών τους. Το περίεργο, λοιπόν, δεν είναι το πώς ασπάστηκε ο Κωνσταντίνος τον χριστιανισμό, αλλά γιατί τελικά τον στήριξε. Τέλος, η άποψη που θέλει τον Κωνσταντίνο να γίνεται χριστιανός λόγω των τύψεών του για τη θανάτωση του γιου του Κρίσπου, «μπάζει» από χρονικής άποψης. Ο Κωνσταντίνος θεωρεί τον εαυτό του χριστιανό και συμπεριφέρεται ως χριστιανός ήδη από την επομένη της μάχης στη Μούλβια Γέφυρα το 312, αρνούμενος να θυσιάσει στο Καπιτώλιο. Ο Κρίσπος πεθαίνει το 325, ενώ ο Κωνσταντίνος θα βαπτιστεί 12 χρόνια αργότερα.

Προσωπικά θεωρώ την πίστη του Κωνσταντίνου ειλικρινή, με την ύπαρξη όμως ορισμένων επισημάνσεων: α) Ο Κωνσταντίνος δεν ήταν φανατικός της θρησκείας του, δεν επεδίωξε τον υποχρεωτικό εκχριστιανισμό των υπηκόων του. Οι διωγμοί ήταν ξεπερασμένοι και μόνο αναταραχή προξενούσαν. Ο ίδιος ο Κωνσταντίνος, νέος ακόμα στην αυλή του Διοκλητιανού, βίωσε τον τελευταίο και χειρότερο διωγμό που γνώρισε ο χριστιανισμός στη μέχρι τότε ιστορία του β) Δεν απαγόρευσε την τέλεση των θυσιών. Ως ο ανώτατος αρχιερέας (pontifex maximus) της αρχαίας θρησκείας και υποκείμενο της αυτοκρατορικής λατρείας απαγόρευσε την τέλεση αιματηρών θυσιών προς το πρόσωπό του και ανανέωσε την απαγόρευση των προκατόχων του της τέλεσης νυκτερινών και κατ’ οίκον θυσιών, πρακτική που θεωρείτο ύποπτη για τέλεση μαγείας, η οποία απαγορευόταν γ) Τέλος, ο Κωνσταντίνος έχει κατηγορηθεί πως χρησιμοποίησε την Εκκλησία, λειτουργώντας με καισαροπαπισμό. Θεωρητικά, όντας αβάπτιστος ο Κωνσταντίνος, ούτε στην εκκλησία δε μπορούσε να εισέλθει· αντ’ αυτού συγκέντρωνε τους αυλικούς του και κήρυττε κάθε Κυριακή. Κτίζοντας εκκλησίες και ευεργετώντας τους επισκόπους ο Κωνσταντίνος έθεσε εαυτόν στη διάθεση της Εκκλησίας και ως τέτοιος αντιμετωπίστηκε, οι επίσκοποι τον ενέπλεξαν στις θεολογικές και εκκλησιολογικές τους έριδες. Το παράδειγμά του ακολούθησαν και οι διάδοχοί του, όχι στα πλαίσια του καταναγκασμού, αλλά με την πίστη πως η διατήρηση της Ορθοδοξίας εξασφάλιζε την ευημερία της Αυτοκρατορίας (pax deorum).

Εορταστική κοπή με αφορμή την αποθέωση του Κωνσταντίνου από τη ρωμαϊκή Σύγκλητο. Κατά ειρωνεία της τύχης, η αποθέωση (consecratio) Κωνσταντίνου συνέπεσε με την απαρχή της απόδοσης τιμών στο πρόσωπό του ως αγίου από τους Χριστιανούς.

Ας επανέλθουμε τώρα στη βάπτισή του, για την οποία έχουν επίσης γραφεί πολλά. Στα πλαίσια των πολιτικών αξιώσεων του Πάπα επί των κοσμικών αρχόντων στη Δύση, δημιουργήθηκε η παράδοση πως ο Κωνσταντίνος βαπτίστηκε από τον πάπα Σίλβεστρο στη Ρώμη, έχοντας θαυματουργικά θεραπευθεί από λέπρα, και ως δωρεά τού παραχώρησε την πόλη της Ρώμης και πολιτική κυριαρχία στο σύνολο των δυτικών επαρχιών της Αυτοκρατορίας. Πρόκειται για τη γνωστή «ψευδοκωνσταντίνειο» δωρεά, ένα πλαστό κείμενο του 5ου και 7ου αιώνα, του οποίου την πλαστότητα απέδειξε πρώτος ο Γερμανός αυτοκράτορας Όθων ο Γ΄.

Άλλοι πάλι αμφισβητούν την ορθοδοξία του Κωνσταντίνου, με την αιτιολογία πως βαπτίστηκε από φιλοαρειανό επίσκοπο, τον Ευσέβιο Νικομηδειάς. Ο ίδιος ο βιογράφος του Κωνσταντίνου, Ευσέβιος Παμφύλου, αναφορικά με τη βάπτισή του γράφει: προετοιμαζόμενος για εκστρατεία κατά των Περσών ο Κωνσταντίνος αρρωσταίνει ξαφνικά και μεταβαίνει για ιαματικά λουτρά στην πατρίδα της μητέρας του Ελένης, Δρέπανο ή Ελενόπολη (όπως μετονομάστηκε). Εκεί αισθανόμενος το επικείμενο τέλος του γνωστοποιεί στους ιερείς την επιθυμία του να βαπτιστεί. Όμως, λόγω του κύρους του, προκρίνεται η τέλεση του μυστηρίου να γίνει στην πόλη της Νικομήδειας. Μπροστά στον χορό των συνελθόντων επισκόπων, ο Κωνσταντίνος δήλωσε την αρχική του επιθυμία να βαπτιστεί στον Ιορδάνη. Ο Ευσέβιος, όντως, είχε καταδικαστεί συνοδικά, επανήλθε όμως στην ορθοδοξία και αποκαταστάθηκε στη θέση του. Ο ίδιος ο Κωνσταντίνος τον αντιμετώπισε ως ορθόδοξο, το ίδιο και οι λοιποί επίσκοποι.

Ο Κωνσταντίνος πέθανε αμέσως μετά τη βάπτισή του, την Πεντηκοστή του 337 μ.Χ. Υπήρξε ο πρώτος χριστιανός αυτοκράτορας, ενώ η ρωμαϊκή Σύγκλητος τον θεοποίησε με την προσωνυμία Divus Constantinus, Θεός Κωνσταντίνος. Ο θάνατός του προλέχθηκε από την εμφάνιση ενός κομήτη. Για το έργο του ονομάστηκε μέγας από την Ιστορία και ισαπόστολος από την Εκκλησία.

*Στην εικόνα εξωφύλλου απεικονίζεται η βάπτιση του Κωνσταντίνου από τον Πάπα Σίλβεστρο. Στο πλαίσιο της παπικής προπαγάνδας δημιουργήθηκε ο θρύλος της βάπτισης του Κωνσταντίνου στη Ρώμη, σε άμεση σχέση με την «ψευδοκωνσταντίνειο» δωρεά. Τοιχογραφία του Ραφαήλ, Βατικανό.


Βιβλιογραφία

  • Anonymus Valesianus, Origo Constantini imperatoris, Biblioteca digitale di testi latini tardoantichi, 2012.
  •  Ευσεβίου Παμφύλου, Vita Constantini, Ψηφιακή πατρολογία, Εργαστήριο διαχείρισης πολιτιστικής Κληρονομιάς, Πανεπιστήμιο Αιγαίου, Τμήμα Πολιτισμικής Τεχνολογίας και Επικοινωνίας, 2006.
  • Βεν Πωλ, Όταν ο κόσμος μας έγινε χριστιανικός (312-394 μ.Χ.), Εστία, Αθήνα, 2012, σελ. 11-120.
  • Brown Peter, Ο κόσμος της Ύστερης Αρχαιότητας (150-750 μ.Χ.), Αλεξάνδρεια, 1998, σελ. 38, 58, 71, 89-96.
  • Κραλίδης Απόστολος, Η αυτοκρατορική λατρεία στην περίοδο της Τετραρχίας (284-313 μ.Χ), Βάνιας, Θεσσαλονίκη, 2020, σελ. 102-109, 203-210, 322-334.
  • Mackay Christopher, Αρχαία Ρώμη, στρατιωτική και πολιτική ιστορία, ed. Ξυδόπουλος Ιωάννης, Παπαδήμα, Αθήνα, 2014, σελ. 405-422.
  • Mango Cyril, Όψεις της προσωπικότητας του Κωνσταντίνου, Ιστορία του Βυζαντίου, ed. Mango Cyril, Νεφέλη, Αθήνα, 2006, σελ. 41-43.
  • Χριστοφιλοπούλου Αικατερίνη, Βυζαντινή Ιστορία, τομ. Α΄ (324-610), Βάνιας, Θεσσαλονίκη, 1996, σελ. 127-141.

Κωνσταντίνος Πίχλιαβας

Γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη τον Ιούλιο του 1998. Ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του στον Δρυμό Θεσσαλονίκης και φοιτά στο τμήμα Ιστορίας- Αρχαιολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Ερευνητικά του ενδιαφέροντα είναι, η μελέτη της Αρχαίας και Μεσαιωνικής (Βυζαντινής) Ιστορίας, η Ύστερη Αρχαιότητα (200 – 641 μ.Χ.) καθώς και τα υπό οθωμανική κατοχή Βαλκάνια (1356 -1922).