Της Σοφίας Ζαφειροπούλου,

Το “Greenwashing” είναι αβάσιμος ισχυρισμός των εταιριών, που εξαπατά τους καταναλωτές, οι οποίοι, με τη σειρά τους, νομίζουν ότι τα προϊόντα είναι φιλικά στο περιβάλλον. Εταιρίες που εμπλέκονται στο “greenwashing” ενδέχεται να ισχυρίζονται ότι τα προϊόντα τους είναι από ανακυκλώσιμα υλικά ή έχουν οφέλη στην εξοικονόμηση ενέργειας. Σε κάποιες περιπτώσεις, ορισμένοι από τους περιβαλλοντικούς ισχυρισμούς εν μέρει ισχύουν, οι επιχειρήσεις, όμως, που ακολουθούν την εν λόγω στρατηγική προώθησης, υπερβαίνουν τους ισχυρισμούς τους ή τα οφέλη τους, σε μια προσπάθεια να παραπλανήσουν τους καταναλωτές. Είναι μια προσπάθεια να καρπωθούν από την αυξανόμενη ζήτηση για περιβαλλοντικά βιώσιμα προϊόντα. Κάτι τέτοιο δημιουργεί την ψευδή εντύπωση, ότι μια εταιρεία ή τα προϊόντα της είναι φιλικά προς το περιβάλλον, ενώ τα πραγματικά «πράσινα προϊόντα» υποστηρίζουν τις αξιώσεις τους με λεπτομερείς εκθέσεις που δημοσιεύουν.

Ο όρος ξεκίνησε να χρησιμοποιείται τη δεκαετία του 1960, όταν η ξενοδοχειακή βιομηχανία επινόησε έναν από τους πλέον κραυγαλέους τρόπους “greenwashing”, ζητώντας από τους επισκέπτες να επαναχρησιμοποιήσουν τις πετσέτες για να «σώσουν» το περιβάλλον, ενώ οι μονάδες επωφελούνταν από το χαμηλότερο κόστος που προέκυψε. Τα προϊόντα «ξεπλένονται» μέσω μιας διαδικασίας μετονομασίας και επαναπροσδιορισμού τους, ενώ, παράλληλα, οι τρόποι προώθησής τους μπορούν να τροφοδοτήσουν την ιδέα ότι είναι φυσικά υγιεινά ή απαλλαγμένα από χημικά. Οι εταιρείες καταφεύγουν στο πράσινο πλύσιμο μέσω δελτίων τύπου και διαφημίσεων, που αποτελούν πειστήρια για τις προσπάθειές τους για τη μείωση της ρύπανσης. Εντούτοις, στην πραγματικότητα, κάποιες από τις εταιρείες που δημοσιεύουν μη τεκμηριωμένες αξιώσεις για τα προϊόντα τους, διαθέτουν εμπόρευμα ασφαλές για το περιβάλλον ή με κάποια πράσινα οφέλη. Παρά το γεγονός ότι δεν εμπλέκονται όλες οι εταιρείες στο πράσινο ξέπλυμα, τα πραγματικά πράσινα προϊόντα, συνήθως διατίθενται σε συσκευασίες που εξηγούν τις πραγματικές διαφορές τους, ως προς το περιεχόμενό τους, σε σχέση με τις αντίστοιχες εκδόσεις ανταγωνιστικών προϊόντων, μη φιλικών προς το περιβάλλον.

Από τη δεκαετία του 1980, οι καταναλωτές έχουν αναπτύξει ενδιαφέρον για τη βιωσιμότητα σε σχέση με τα κοινωνικά και τα περιβαλλοντικά ζητήματα, γεγονός που οδηγεί σε αύξηση των πράσινων και κοινωνικά υπεύθυνων προϊόντων στην παγκόσμια αγορά. Ανεπίσημοι ελεγκτές της κατάστασης, είναι οι ομάδες ακτιβιστών και οι Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις, οι οποίες δραστηριοποιούνται στον τομέα της προστασίας του περιβάλλοντος, με συνεχείς εκστρατείες κατά του “greenwashing” και διάδοση πληροφοριών για σκάνδαλα πράσινου ξεπλύματος. Οι Μ.Κ.Ο. εναντιώνονται στις εταιρείες που καταφεύγουν σε αυτό, αλλά και στην έλλειψη συνοχής ως προς την αντιμετώπισή του. Γνωστότερη από αυτές είναι η Greenpeace, με τον ισότοπο της, “stop greenwashing”. Μέσω της δραστηριοποίησής τους στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, οι Οργανισμοί προστατεύουν τους καταναλωτές και προωθούν τις εταιρείες με πραγματικά οικολογική συνείδηση. Όσο μεγαλώνει το ενδιαφέρον των καταναλωτών, αλλά και των επενδυτών για την περιβαλλοντική ηθική, τόσο πιο ισχυροί γίνονται οι ακτιβιστές, ασκώντας πίεση στις επιχειρήσεις.

Μία άλλη παράμετρος που συντελεί στο πράσινα ξέπλυμα, είναι αυτή της τοπικής επιχειρηματικότητας. Η συμμετοχή των τοπικών επιχειρήσεων στα προβλεπόμενα πράσινα έργα είναι σχεδόν ανύπαρκτη, λόγω της αδιαφορίας για τις μικρές, τοπικές, μη χρηματικές μορφές προστιθέμενης και παραγόμενης αξίας.

Βάσει ετησίων εκθέσεων, που συμπεριλαμβάνουν χιλιάδες προϊόντα που αυτοπροσδιορίζονται ως «πράσινα», φυσικά και βιολογικά, η συντριπτική πλειοψηφία των παραγωγών τους παρέχει αποπροσανατολιστική πληροφόρηση στους καταναλωτές και παρουσιάζει ανειλικρίνεια, ως προς τον πραγματικό βαθμό φιλικότητας των προϊόντων της απέναντι στο περιβάλλον. Συγκεκριμένα, από τα αποτελέσματα έρευνας, που διενεργήθηκε από τον Νοέμβριο του 2008 έως τον Ιανουάριο του 2009 στον Καναδά και τις ΗΠΑ, αποδείχθηκε πως το 98% των προϊόντων που προσδιορίζονταν ως πράσινα, ήταν ψευδώς αποκαλούμενα ως τέτοια.

Οι Μ.Κ.Ο., ως κάποιοι από τους δρώντες του άναρχου διεθνούς συστήματος, έχουν αποκτήσει ενισχυμένο ρόλο και επιρροή στα παγκόσμια τεκταινόμενα. Μία από τις «ευθύνες» τους είναι η ανίχνευση των περιπτώσεων “greenwashing” και η εξάλειψη του φαινομένου. Άραγε, μπορεί αυτή τους η αρμοδιότητα να προμηνύει πως στο μέλλον οι Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις θα αποκτήσουν επιπλέον πολιτική και κοινωνική βαρύτητα, με έναυσμα – ίσως- τον τομέα της πράσινης πολιτικής, αναλαμβάνοντας και το ρόλο ενός «άτυπου δικαστή» επιχειρηματικών κολοσσών;


Σοφία Ζαφειροπούλου

Γεννήθηκε στην Πάτρα το 1999. Βρίσκεται στο τρίτο έτος του τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων, του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου. Ασχολείται ενεργά με τον εθελοντισμό και λατρεύει τα ταξίδια