Της Μαριλένας Γιαννίκα,

Με την αντίστροφη μέτρηση για τον Νοέμβριο του 2020 και τις αμερικανικές εκλογές να έχουν εκκινήσει, οι εξελίξεις συνεχίζουν να τρέχουν με ραγδαίους ρυθμούς, αλλά σε καμία περίπτωση δε θυμίζουν το σκηνικό που διαδραματιζόταν συνήθως 6 μήνες πριν την παραμονή των εκλογών. Αναμφίβολα, αποτελεί πρωτόγνωρο θέαμα οι Ηνωμένες Πολιτείες να βιώνουν τις χειρότερες επιπτώσεις μίας καταστροφικής πανδημίας, με την ανεργία να εκτοξεύεται στο ζενίθ των τελευταίων δεκαετιών, το ακριβοπληρωμένο σύστημα υγείας να καταρρέει και τον αριθμό των κρουσμάτων και θυμάτων να ακολουθεί μονάχα ανοδική τάση. Κάτι, όμως, που φαίνεται να διαφεύγει (ενδεχομένως και ευλόγως δεδομένων των συνθηκών), αποτελεί το γεγονός πως πέρα από την Προεδρία, φέτος κρίνεται η σύσταση τόσο του 1/3 της Γερουσίας, όσο και ολόκληρης της Βουλής των Αντιπροσώπων.

Πώς, όμως, αυτό μπορεί να επηρεάσει το αποτέλεσμα των εκλογών ή ακόμη περισσότερο τη δράση και το έργο ενός μελλοντικού Προέδρου; Η απάντηση είναι σχετικά απλή και βρίσκει πρακτικό αντίκρισμα με μία μόνο επισκόπηση της τωρινής πραγματικότητας. Αρχικά, σημαντικό μέρος του ρόλου που επιτελεί η Γερουσία είναι η ιδιότητα επικύρωσης προτάσεων του Προέδρου, που καλούνται να εγκριθούν από τη νομοθετική εξουσία, αναφορικά με διορισμούς στο Δημόσιο -λόγου χάρη μελών του Υπουργικού Συμβουλίου και του Ανώτατου Δικαστηρίου- όπως και για την επικύρωση διαφόρων συνθηκών. Συνεπώς, όταν η πλειοψηφία της Γερουσίας αντίκειται στην προεδρική πολιτική, εύκολα δύναται να αποτελέσει τροχοπέδη και να δυσχεράνει σε μεγάλο βαθμό το έργο ενός μελλοντικού Προέδρου.

Η συγκυρία αυτή είχε αποφευχθεί το προηγούμενο διάστημα της διακυβέρνησης του Trump, καθώς οι Ρεπουμπλικανοί κατείχαν την πλειοψηφία της Γερουσίας με 53 σε σύνολο 100 γερουσιαστών και διέθεταν τον Mitch McConnell ως αρχηγό του κόμματος, ο οποίος αποτέλεσε σε μεγάλο βαθμό αρωγό του τωρινού Προέδρου, διευκολύνοντας σημαντικά τη δράση του. Το γεγονός πως οι δύο ανεξάρτητοι γερουσιαστές υποστήριζαν τους λοιπούς 45 του Δημοκρατικού Κόμματος, δεν επέφερε κάποια ουσιώδη αλλαγή. Εντούτοις, φέτος, ανεξαρτήτως του αποτελέσματος των προεδρικών εκλογών, η αλλαγή της θητείας 35 εκ των 100 γερουσιαστών δύναται να αλλάξει τις ισορροπίες. Συγκεκριμένα, συμπεριλαμβανομένων των ειδικών εκλογών που θα πραγματωθούν στην Arizona και την Georgia κρίνοντας τη θέση ακόμα δύο από τους 33 γερουσιαστές που τελειώνει η θητεία τους, οι Ρεπουμπλικανοί καλούνται να υπερασπιστούν 23 θέσεις στη Γερουσία, ενώ οι Δημοκρατικοί 12.

Με άλλα λόγια, σε πρακτικό επίπεδο -και δεδομένου ότι οι 2 ανεξάρτητοι γερουσιαστές συνεχίζουν να τάσσονται με την πλευρά των Δημοκρατικών- οι τελευταίοι χρειάζεται να διατηρήσουν τις παρούσες θέσεις τους και να κερδίσουν 3 ή 4 ακόμη. Εδώ, ακριβώς, φτάνουμε στο δεύτερο σημείο της αλληλεξάρτησης μεταξύ των πολιτειακών οργάνων. Καθώς ο Αντιπρόεδρος των ΗΠΑ έχει τη δυνατότητα να «σπάει» τις αποφάσεις που καταλήγουν σε ισοπαλία στη Γερουσία, κατά συνέπεια η πλειοψηφία της Γερουσίας απαιτεί είτε 51 έδρες της Γερουσίας χωρίς έλεγχο της αντιπροεδρίας ή 50 έδρες με τον έλεγχο της αντιπροεδρίας. Έτσι, οι Δημοκρατικοί θα πρέπει να πάρουν τουλάχιστον τρεις έδρες στη Γερουσία για να κερδίσουν την πλειοψηφία. Από την άλλη πλευρά, εάν το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα παραμείνει στον προεδρικό θώκο μετά τις εκλογές του 2020, δηλαδή έχουμε Ρεπουμπλικανό Αντιπρόεδρο για άλλη μία τετραετία, τότε οι Δημοκρατικοί θα πρέπει να πάρουν τουλάχιστον τέσσερις έδρες στη Γερουσία για να κερδίσουν την πλειοψηφία. Συνεπώς, το οικοδόμημα της κυριαρχίας του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος μπορεί να καταρρεύσει, ίσως ευκολότερα από ό,τι κάποιος θα μπορούσε να φανταστεί.

Τα δεδομένα και οι συνθήκες είναι -και θα συνεχίσουν να είναι- για μεγάλο διάστημα ακόμη ιδιαίτερα ρευστά. Με μεγάλη σιγουριά μπορεί να λεχθεί μόνο ότι ο τρόπος χειρισμού της πανδημίας θα αποτελέσει αδιαμφισβήτητα παράγοντα καθορισμού των αποτελεσμάτων και στις τρεις εκλογικές αναμετρήσεις. Οψόμεθα…


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ


Mαρία-Ελένη Γιαννίκα, Υπεύθυνη Επικοινωνίας

Είναι 19 ετών, γεννημένη στην Αθήνα και μεγαλωμένη στην Πάτρα από όπου και αποφοίτησε από το Πειραματικό Λύκειο Πανεπιστημίου Πατρών. Πλέον σπουδάζει στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, στο τμήμα Νομικής. Διαθέτει αρκετές εμπειρίες σε ρητορικούς διαγωνισμούς και συνέδρια προσομοίωσης, με συμμετοχή σε προσομοιώσεις των Ηνωμένων Εθνών, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της UNESCO, τόσο στην Ελλάδα όσο και το εξωτερικό. Μιλάει αγγλικά και γερμανικά.