Της Μαντούς Γιαννή,

Παρευρέθηκα κάποτε σ’ ένα φοιτητικό φεστιβάλ κινηματογράφου. ΜΙία εκ των ομιλητών ήταν η Laura Walde, υπεύθυνη για τη διεύθυνση ενός Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους, το Internationale Kurzfilmtage Winterthur στην Ελβετία. Στην παρουσίασή της μίλησε για τη διοργάνωση του Φεστιβάλ, τη συχνή επικοινωνία με τους καλλιτέχνες, τα κριτήρια αξιολόγησης και πολλά ακόμα θέματα που αφορούν τη διεξαγωγή ενός φεστιβάλ. Ένα από τα πιο σημαντικά θέματα στο οποίο αναφέρθηκε και το οποίο συγκράτησα και θυμάμαι μέχρι και σήμερα είναι αυτό: «κάποιος που φτιάχνει ταινίες μικρού μήκους δεν αποζητάει απαραίτητα να αποκτήσει την εμπειρία, έτσι ώστε να κάνει κάποια στιγμή μια μεγαλύτερη ταινία. Η κουλτούρα των ταινιών μικρού μήκους είναι αυτόνομη».

Αυτονόητο, δεν είναι; Κι όμως, έχω την εντύπωση ότι αυτό είναι το μεγαλύτερο λάθος που κάνουν οι περισσότεροι οι οποίοι σταδιοδρομούν στον χώρο του κινηματογράφου. Πολλοί θεωρούν ότι πρέπει να ασχοληθούν με την τέχνη πρώτα και ύστερα με το περιεχόμενο. Ειδικά στις μέρες μας, λόγω της ταχείας ανάπτυξης της τεχνολογίας και της διαθεσιμότητας που υπάρχει σε εξοπλισμό, η ασχολία με τα οπτικοακουστικά έχει γίνει αρκετά σύνηθες φαινόμενο. Άλλωστε όλοι μας χρησιμοποιούμε τα κινητά μας καθημερινά και έχουμε στενή επαφή με την εφαρμογή του βίντεο. Όχι μόνο επαγγελματικά αλλά και ερασιτεχνικά, ακούς ή βλέπεις φίλους και γνωστούς να φτιάχνουν βίντεο μεταξύ τους για να αποτυπώσουν μια ιδέα, να αξιοποιήσουν τον καλό καιρό, να κάνουν και την πλάκα τους στην τελική. Και έτσι η γραμμή μεταξύ επαγγελματισμού και ερασιτεχνισμού κάπως θολώνει και χάνεται.

πηγή εικόνας: legalzoom.com

Πολλοί εξ όσων ασχολούνται με τις ταινίες μικρού μήκους δεν αφιερώνουν την προσοχή που απαιτείται, αφού θεωρούν ότι είναι απλώς ένα μεταβατικό στάδιο. Θεωρούν ότι σύντομα θα έχουν την ευκαιρία να δημιουργήσουν τη δικιά τους ταινία μεγάλου μήκους, εφόσον θα έχουν αποκτήσει αρκετή εμπειρία από τις προσπάθειές τους στον τομέα του μικρού μήκους. Κι όμως, αυτή είναι ακριβώς η απάτη την οποία επισημαίνει η Laura Walde με την νύξη της στην κουλτούρα των ταινιών μικρού μήκους. «Μια ταινία μικρού μήκους δεν είναι ένα trailer για μια μεγαλύτερη ταινία ούτε η αρχή κάτι μεγαλύτερου. Η επιτυχία μιας ταινίας μικρού μήκους βρίσκεται στην ανθεκτικότητά της ως ανεξάρτητου κομματιού τέχνης», αναφέρει η Walde. Τι θα γινόταν λοιπόν εάν μια από αυτές τις ταινίες μικρού μήκους τη βλέπαμε ως μια αυτόνομη πραγματικότητα;

Καταρχάς, θα πρέπει να ορίσουμε την έννοια «αυτόνομη πραγματικότητα». Κάποια στιγμή είχα παρακολουθήσει ένα σεμινάριο σεναρίου. Μια από τις συνεδρίες είχε κάνει μια Αμερικανίδα, η οποία είχε δουλέψει μερικά καλοκαίρια στο Λος Άντζελες ως βοηθός σεναριογράφου. Η κοπέλα έθεσε τις εξής προδιαγραφές: μια πετυχημένη ταινία μικρού μήκους είναι χτισμένη σε τρεις πράξεις, ακριβώς όπως μια ταινία μεγάλου μήκους. Στην πρώτη πράξη, η οποία κρατάει 2-3 λεπτά (αναλογικά), πρέπει να μπορείς να μυήσεις τον θεατή στον κόσμο στον οποίο θα διαδραματιστεί η ιστορία σου. Δηλαδή η έμφαση στην πρώτη πράξη είναι στο σκηνικό, στη διάπλαση του χώρου και στη γνωριμία με τον/τους χαρακτήρα/-ες σου. Η δεύτερη πράξη (3-4 λεπτά αναλογικά), σε οδηγεί σταδιακά στο πρόβλημα πάνω στο οποίο στηρίζεται όλη η ταινία σου. Στην τρίτη πράξη (2-3 λεπτά αναλογικά), έρχεται η κάθαρση και η επίλυση του προβλήματος. Και με αυτό τον τόνο αισιοδοξίας ή απαισιοδοξίας (δεν είναι απαραίτητο να υπάρχει χαρούμενο τέλος επειδή λύθηκε ένα πρόβλημα) τελειώνει η ταινία. Με αυτό τον τρόπο, ο κάθε θεατής έχει παρακολουθήσει μια αυτόνομη ταινία. Δεν έχει σημασία εάν η θέαση διήρκησε 10’, 30’ ή 120’ λεπτά.

πηγή εικόνας: thepitcher.org

Η κριτική για τον παραπάνω τρόπο είναι ότι αποτελεί ένα παράδειγμα εμπορικής κατά βάση σχέσης με τον κινηματογράφο και τη θέαση. Σαφώς υπάρχουν και άλλες εκδοχές με art house και experimental εμπνεύσεις. Ένα πολύ όμορφο παράδειγμα είναι η ταινία μικρού μήκους Όταν κοιμάσαι ο κόσμος αδειάζει (2020) του Βασίλη Κεκάτου (διαθέσιμο στο onassis.org). Πολλές φορές, όμως, οι όροι εμπορικό και επαγγελματικό μπερδεύονται, με αποτέλεσμα μια ταινία μικρού μήκους να αποτελεί κατά βάση ένα πειραματικό κομμάτι τέχνης. Συγκεκριμένα, μια ταινία μικρού μήκους δεν είναι ένα απόσπασμα από μια μεγαλύτερη ταινία, δεν είναι η αποτύπωση μια σκηνής από τη ζωή κάποιου και βασικά δεν σου παρουσιάζει ένα πρόβλημα χωρίς της λύση του. Η λύση μπορεί να είναι ορατή και ειλικρινής, όπως στην ταινία του Χρήστου Μασσαλά COPA LOCA (2017). Αντίθετα όσο πιο απροσδιόριστη, απρόοπτη και απροσδόκητη είναι, τόσο το καλύτερο διότι εντείνεται η κινηματογραφική εμπειρία, όπως στην ταινία FOX (2016) της Ζακλίν Λέντζου. Επίσης, μια ταινία μικρού μήκους μπορεί να θίξει εξίσου μεγάλα θέματα με μια ταινία μεγάλου μήκους. Δεν πάνε αναλογικά αυτά. Ένα παράδειγμα από το διεθνές χώρο, η ταινία μικρού μήκους TIC (2019) του Josef Bates (διαθέσιμη στο shortoftheweek.com).

«Οι ερασιτέχνες εξασκούνται μέχρι να πετύχουν τον σωστό τρόπο. Οι επαγγελματίες εξασκούνται μέχρι να μην το κάνουν ξανά λάθος». Αυτή η ρήση προέρχεται από τον εκπαιδευτικό τομέα και υπάρχουν αρκετές παραπομπές στη χρήση της τα τελευταία εκατό χρόνια. Πιστεύω πως στο συγκεκριμένο θέμα ταιριάζει άψογα, αν και ίσως σε διαφορετικό βαθμό. Οι ερασιτέχνες σκηνοθέτες θα χτίσουν την καριέρα τους σε δοκιμές και ταινίες μικρού μήκους και κάποια στιγμή με την κατάλληλη επιμονή και υπομονή θα καταφέρουν να δημιουργήσουν μια ταινία μεγάλου μήκους. Αντίθετα, οι επαγγελματίες θα εξασκηθούν μέχρι να καταφέρουν τον σωστό τρόπο. Και τότε θα δημιουργήσουν την πρώτη τους ταινία μεγάλου μήκους. Σαφώς και οι δύο μέθοδοι είναι θεμιτές, εφόσον το προσδόκιμο αποτέλεσμα είναι η δημιουργία μιας ταινίας μεγάλου μήκους. Αλλά αυτό δε σημαίνει ότι κάθε ταινία μικρού μήκους αποτελεί και ένα βήμα προς μια επιθυμητή κατεύθυνση. Ιδίως στον χώρο των τεχνών και του κινηματογράφου, ο επαγγελματισμός αποτελεί μια υποκειμενική έννοια και μια προσωπική επιλογή. Έτσι και στον κύκλο των ταινιών μικρού μήκους, ο επαγγελματισμός καθορίζει την αυτόνομη κουλτούρα τους.

Για όποιον ενδιαφέρεται, ένα website με διακεκριμένες ταινίες μικρού μήκους είναι το Short of the Week.


Μαντώ Γιαννή

Πτυχιούχος της σχολής κινηματογράφου από το πανεπιστήμιο του St Andrews στη Σκωτία. Έχει μεγαλώσει στην Αθήνα και στις Βρυξέλλες. Ήταν διευθυντής του Φεστιβάλ Κινηματογράφου της φοιτητικής κοινότητας του St Andrews για δύο χρόνια. Έχει ασχοληθεί με τη διαφήμιση και την επικοινωνία σε επίπεδο πρακτικής άσκησης. Την ενδιαφέρει ερασιτεχνικά η φωτογραφία και εθελοντικά η πολιτική. Γνωρίζει ελληνικά, αγγλικά και γαλλικά.