Του Αλέξανδρου Γκανά,

Διανύουμε πλέον, όχι και τόσο αισίως, το ημερολογιακό έτος 2020, κατά το οποίο οι αντιλήψεις και τα ιδανικά των ανθρώπων έχουν διαφοροποιηθεί σημαντικά, σε σχέση με εκείνα που ίσχυαν στο παρελθόν. Ήδη κατά τις τελευταίες δεκαετίες, η εν λόγω αλλαγή έγινε αισθητή, εφόσον ο πουριτανισμός, ο συντηρητισμός αλλά και η γενικότερη δυσπιστία των ανθρώπων ενάντια σε οτιδήποτε ξένο ή διαφορετικό, έδωσαν τη θέση τους στον φιλελευθερισμό, τον προοδευτισμό και την ουσιαστική αποδοχή της ανθρώπινης ισότητας, ανεξαρτήτως φύλου, καταγωγής, εθνικότητας, εισοδήματος ή και σεξουαλικών προτιμήσεων. Βέβαια, οι εν λόγω αξίες, προκειμένου να έχουν τη δυνατότητα να αποτελέσουν αντικείμενο ενστερνισμού από ένα μεγάλο μέρος του κοινωνικού συνόλου, απαιτούν και την ύπαρξη του απαραίτητου πρόσφορου εδάφους. Ως εκ τούτου, οι προαναφερθείσες χαρακτηρίζουν κατά κύριο λόγο τους πολίτες ανεπτυγμένων δυτικών χωρών.

Αναμφίβολα, η υιοθέτηση τέτοιου είδους αξιών από ένα σημαντικό μέρος της ανθρωπότητας παρουσιάζει αναρίθμητα οφέλη. Αναλυτικότερα, η μείωση των περιστατικών, φυλετικών, οικονομικών ή θρησκευτικών διακρίσεων, της ενδοοικογενειακής βίας, του σεξισμού και των σεξουαλικών προκαταλήψεων συνιστά γεγονός άρρηκτα συνδεδεμένο με την άνωθεν αναφερθείσα αλλαγή των ανθρώπινων πεποιθήσεων και ιδανικών. Τοιουτοτρόπως, έγινε και κατ’ ουσία δυνατή η συνταγματική κατοχύρωση και προστασία πολλών εξ αυτών των εκφάνσεων του θεμελιώδους δικαιώματος της ισότητας, γεγονός που σε κάθε περίπτωση αποτελεί ένα μεγάλο βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση.

Παρ’ όλα αυτά σκοπός μου στο εν λόγω άρθρο, δεν είναι απλώς να εκθειάσω και να αναδείξω την πρόοδο που συνεπάγεται η υιοθέτηση τέτοιων αξιών από το κοινωνικό σύνολο. Αντιθέτως θα ήθελα να αναφερθώ στις περιπτώσεις που οι προστάτες και υπασπιστές των εν λόγω δικαιωμάτων τείνουν στον εξτρεμισμό, κατακρίνοντας την οποιαδήποτε συμπεριφορά, πράξη ή κουβέντα ως ακραία ρατσιστική ή ομοφοβική ή σεξιστική ή οτιδήποτε άλλο. Κοντολογίς, δεν αποσκοπώ απλώς στην σύμφωνα με τον Αριστοτελικό όρο επικρότηση της «μεσότητας» αλλά και στην αποδοκιμασία των «ακροτήτων».

Αφορμή της σκέψης μου αποτέλεσε ένα βίντεο που έτυχε να παρακολουθήσω προ ολίγων ημερών, στο οποίο ο ιδιαίτερα γνωστός κωμικός Γκάμπριελ Ινγκλέσιας, αλλιώς γνωστός και ως «fluffy», επιδίωξε να κάνει ένα «ρατσιστικό» δώρο σε κάποιον αφροαμερικανό φίλο του. Με λίγα λόγια, του άφησε έξω απ’ το δωμάτιο του ξενοδοχείου του ένα καλάθι που περιείχε αντικείμενα που στερεοτυπικά θα ενθουσίαζαν οποιονδήποτε αφροαμερικάνο ενστερνιζόταν αυτή την κουλτούρα. Παρά το γεγονός, λοιπόν, ότι το όλο εγχείρημα δεν ήταν τίποτε άλλο απ’ ένα απλό αστείο μεταξύ φίλων, δεν ήταν λίγα τα σχόλια που καταδίκαζαν την εν λόγω συμπεριφορά ως απαράδεκτη και εξόφθαλμα ρατσιστική. Κάποια μάλιστα χρησιμοποιούσαν και ιδιαίτερα προσβλητική γλώσσα και ύφος, μη διστάζοντας ακόμα και να απειλήσουν την ακεραιότητα του κωμικού.

Το άνωθεν περιστατικό, αν μη τι άλλο, εγείρει ορισμένα ιδιαίτερα σημαντικά ερωτήματα, τα οποία και χρήζουν άμεσης απάντησης. Ποια είναι τα όρια εντός των οποίων μπορεί να κινηθεί κανείς, έτσι ώστε να μην θεωρηθεί η συμπεριφορά του απαράδεκτη και κατακριτέα; Μήπως τα όρια αυτά συντελούν στον περιορισμό ενός άλλου θεμελιώδους δικαιώματος, αυτού της ελευθερίας του λόγου;

Προσωπικά πιστεύω ότι υπάρχει μια μερίδα ανθρώπων που έχει αναπτύξει μια μορφή «υπερευαισθησίας», όταν γίνεται η οποιαδήποτε αναφορά σε επίμαχα θέματα. Τα εν λόγω άτομα όποιον σκοπό και να προασπίζονται ξεπερνούν τα όρια, πετυχαίνοντας τοιουτοτρόπως εντελώς διαφορετικά αποτελέσματα απ’ τα επιθυμητά. Κατά συνέπεια, η ρήση ότι «στην δημοκρατία ο καθένας δύναται να εκφράζει ελεύθερα τις σκέψεις του» καταλήγει να χρειάζεται το συμπλήρωμα «εφόσον δεν προσβάλλει κανέναν». Σ’ αυτό λοιπόν το σημείο, εμφανίζονται στο προσκήνιο τα δύο πιο καίρια εφόδια με τα οποία πρέπει να είναι εξοπλισμένος ένας άνθρωπος έτσι ώστε να αποφύγει τις ακρότητες και την μισαλλοδοξία.

Αναλυτικότερα, ο λόγος γίνεται για την δυνατότητα αντικειμενικής κρίσης της κατάστασης και των περιστάσεων αλλά και της χρήσης της λογικής στην διαδικασία εξαγωγής του οποιουδήποτε πορίσματος. Σε κάθε τέτοια κατάσταση, πρέπει να είμαστε διατεθειμένοι να απαλλαγούμε απ’ τις παρωπίδες του εξτρεμισμού και του φανατισμού έτσι ώστε να είμαστε σε θέση να κρίνουμε ουσιαστικά, συνειδητοποιημένα και με γνώμονα την λογική το αν μια συμπεριφορά προσβάλλει εμάς και τα ιδανικά μας. Ειδάλλως, ο καθένας κινδυνεύει να κάνει αυτό ακριβώς που κατακρίνει και αποδοκιμάζει, δηλαδή να στερεί με τρόπο επιθετικό και απόλυτο τις περισσότερες φορές από έναν συνάνθρωπό του το θεμελιώδες δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου.

Κλείνοντας, θα ήθελα να καταστήσω απολύτως σαφές, ότι σε καμία περίπτωση δεν υπονομεύω την αξία της ισότητας, της θρησκευτικής και σεξουαλικής ελευθερίας ή της απαγόρευσης των διακρίσεων κάθε είδους. Πρόκειται εξάλλου για κεκτημένα που χρειάστηκαν πολλά χρόνια και πολλές ανθρώπινες ζωές προκειμένου να διασφαλιστούν, η σημασία των οποίων είναι σε κάθε περίπτωση τεράστια. Εν τούτοις κρίνω απαράδεκτο τον τρόπο με τον οποίο ορισμένοι προστάτες των προαναφερθέντων δεν διστάζουν να «κάψουν στην πυρά» τον οποιονδήποτε τα επικαλείται, δίχως να έχουν την δυνατότητα να κρίνουν με τρόπο ορθό και λελογισμένο, το αν κάτι τέτοιο θα έχει τα επιθυμητά αποτελέσματα ή όχι. Θεωρώ, μάλιστα, ότι όλα τα άνωθεν αναφερθέντα συμπληρώνονται αρμονικά απ’ την εξής ρήση του Νόαμ Τσόμσκυ, «εάν δεν πιστεύουμε ότι και οι άνθρωποι που απεχθανόμαστε έχουν την ελευθερία του λόγου, τότε δεν πιστεύουμε στην ελευθερία του λόγου συνολικά».


Αλέξανδρος Γκανάς

Είναι προπτυχιακός φοιτητής του τμήματος Νομικής στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης. Ο κλάδος της νομικής, ανέκαθεν φάνταζε ιδιαίτερα συναρπαστικός σε εκείνον, εφόσον από πολύ νεαρή ηλικία γνώριζε ότι αυτήν την κατεύθυνση θα ήθελε να ακολουθήσει μελλοντικά. Τα τελευταία δύο χρόνια ασχολείται ερασιτεχνικά με την συγγραφή και πιο συγκεκριμένα με την συγγραφή πολιτικών δοκιμίων, ποιημάτων και σύντομων διηγημάτων της λογοτεχνίας του φανταστικού. Τρέφει επιπλέον, μια ιδιαίτερη αγάπη για τον αθλητισμό, την τζαζ μουσική και το σκάκι, ευελπιστώντας ότι, κάποια στιγμή στο άμεσο μέλλον θα του δοθεί και η ευκαιρία να συμμετάσχει σε σκακιστικούς αγώνες.