Της Αθηνάς Μηνά,

Σχιζοφρένεια είναι η ονομασία που έχει δοθεί σε μια ομάδα ψυχώσεων. Η ακριβής ονομασία είναι σχιζοφρενικές διαταραχές, όρος που τονίζει το ευρύ φάσμα των συμπτωμάτων που συμπεριλαμβάνονται στη συγκεκριμένη κατηγορία. Επομένως, αν και συνήθως χρησιμοποιούμε τον όρο στον ενικό, πρέπει να λαμβάνουμε υπόψιν μας πως πρόκειται για ποικίλες διαταραχές που ναι μεν, ανήκουν στην ίδια κατηγορία αλλά φέρουν διαφορετική συμπτωματολογία και αιτιολογία. Κύρια χαρακτηριστικά της σχιζοφρένειας είναι η διαταραχή αντίληψης της πραγματικότητας, οι σοβαρές διαστρεβλώσεις στη σκέψη, την αντίληψη και τη διάθεση, η παράξενη συμπεριφορά και η κοινωνική απόσυρση. Ακόμη, τα άτομα με σχιζοφρένεια έχουν συχνά ακουστικές ψευδαισθήσεις, οπτικές ψευδαισθήσεις (με μικρότερη συχνότητα), παρανοϊκές ιδέες και αποδιοργανωμένη ομιλία και σκέψη. Όλα αυτά δυσχεραίνουν σε σημαντικό βαθμό την κοινωνική τους αλληλεπίδραση.

Τα συμπτώματα συνήθως εμφανίζονται κατά τη νεαρή ενήλικη ζωή. Τις περισσότερες φορές προσβάλλονται έφηβοι και ενήλικοι και των δύο φύλων μέχρι και την ηλικία των 35 ετών. Εξαιρετικά σπάνια θεωρείται σε παιδιά αλλά και σε άτομα άνω των 40 ετών. Εκείνοι που αναπτύσσουν σχιζοφρένεια κατά την πρόδρομη φάση ενδέχεται να αντιμετωπίσουν παροδικά ή αυτοπεριοριστικά ψυχωτικά συμπτώματα, συμπτώματα κοινωνικής απόσυρσης, ευερεθιστότητα, δυσφορία και αδεξιότητα. Γενικότερα, η διαταραχή αυτή προκαλεί βαθιά μεταμόρφωση της προσωπικότητας και περιλαμβάνει τα εξής συμπτώματα:

  • Απώλεια επαφής με την πραγματικότητα και εγκλεισμό σε έναν φανταστικό εσωτερικό κόσμο
  • Ασυμφωνία ιδεών, επιθυμιών, αισθημάτων, λόγου και πράξεων (αλληλοσυγκρουόμενα συναισθήματα και συμπεριφορές)
  • Παραληρηματικές εκδηλώσεις
  • Σταθερή εξασθένηση προσαρμοστικότητας και κοινωνικής δραστηριότητας, αλλά και γενική απώλεια ενδιαφέροντος

Η διάγνωση  συσχετίζεται με τη μη φυσιολογική εγκεφαλική λειτουργία και βασίζεται στην παρατηρούμενη απόκλιση από τη φυσιολογικά αναμενόμενη συμπεριφορά και τις αναφερθείσες εμπειρίες του ασθενούς. Ο όρος σχιζοφρένεια χρησιμοποιείται για ένα σύνδρομο με μακρά διάρκεια. Ωστόσο, η αρχική εκδήλωσή της συχνά εκλαμβάνεται ως κατάθλιψη διότι το αίσθημα απειλής από το περιβάλλον που αισθάνεται ο σχιζοφρενής τον κάνουν να απομονωθεί. Επίσης, εμφανίζεται ανεπάρκεια τόσο στην κοινωνική και εργασιακή λειτουργικότητα του ασθενούς, αλλά και σε ζητήματα που αφορούν στην αυτοφροντίδα του.

Η αιτία της διαταραχής δεν έχει εξακριβωθεί ακόμα. Έως σήμερα οι ερευνητές έχουν αφιερώσει πολύ χρόνο μελετώντας τη συγκεκριμένη διαταραχή και την αιτιολογία της. Βέβαια, όσο πιο πολλά ανακαλύπτουν γι’ αυτήν όλο και εμφανέστερη γίνεται η πολυπλοκότητά της.

Πιστεύεται ότι γενετικοί, περιβαλλοντικοί αλλά και κοινωνικοί παράγοντες μπορεί να συμβάλουν στην εκδήλωσή της. Προγεννητικοί παράγοντες (όπως λοίμωξη, υποσιτισμός ή stress της μητέρας) μπορεί να ευθύνονται σε μικρό ποσοστό για την εκδήλωση της διαταραχής.

Πιο συγκεκριμένα όμως, έχει βρεθεί πως η σχιζοφρένεια οφείλεται κατά ένα μεγάλο ποσοστό σε κληρονομικούς παράγοντες, όπως συμβαίνει και με όλες τις ψυχικές ασθένειες. Άτομα με οικογενειακό ιστορικό σχιζοφρένειας έχουν πολλές πιθανότητες να αναπτύξουν τη συγκεκριμένη διαταραχή. Βέβαια, στον γενικό πληθυσμό το ποσοστό επικινδυνότητας για την ανάπτυξή της είναι μικρότερο από 1%. Σύμφωνα με έρευνες έχει φανεί πως περιοχές συγκεκριμένων γονιδίων, γενετικές μεταλλάξεις και ορισμένες σειρές γονιδίων εμπλέκονται στην εμφάνιση σχιζοφρένειας. Παρόλα αυτά, κανένα μεμονωμένο γονίδιο ή γονιδιακή μετάλλαξη δεν έχει κατηγοριοποιηθεί για την εμφάνισή της. Ακόμη, σύμφωνα με πρόσφατες μελέτες η σχιζοφρένεια ενδέχεται να προκαλείται όταν η ντοπαμίνη, ένα γονίδιο που είναι υπεύθυνο για τη δημιουργία σημαντικών χημικών ουσιών του εγκεφάλου, δε λειτουργεί σωστά. Ωστόσο, υπάρχουν και πολλές υποθέσεις σύμφωνα με τις οποίες οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ γονιδίων και περιβάλλοντος είναι απαραίτητες για την ανάπτυξη της σχιζοφρένειας. Παρά το γεγονός, λοιπόν, της συνέχισης των ερευνών για την ανεύρεση των αιτιολογικών παραγόντων της διαταραχής, αξίζει να επισημανθεί πως πρόκειται για μια διαταραχή που μπορεί να αντιμετωπιστεί επιτυχώς.

Όσον αφορά τώρα τους περιβαλλοντικούς παράγοντες λαμβάνεται σε μεγάλο βαθμό υπόψιν το περιβάλλον διαβίωσης. Η ζωή σε αστικό περιβάλλον αυξάνει διπλά τον κίνδυνο ανάπτυξης της διαταραχής. Άλλοι παράγοντες που διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο περιλαμβάνουν την κοινωνική απομόνωση και τη μετανάστευση συσχετιζόμενες με την κοινωνική αντιξοότητα, τις φυλετικές διακρίσεις, τη δυσλειτουργία της οικογένειας, την ανεργία και τις κακές συνθήκες στέγασης. Παράλληλα, λαμβάνονται υπόψιν παιδικές εμπειρίες κακοποίησης ή τραύματα αλλά και η κατάχρηση ουσιών. Επιπλέον, στην ανάπτυξη της σχιζοφρένειας εμπλέκονται και ψυχολογικοί μηχανισμοί όπως τα γνωστικά ελλείμματα, ιδιαίτερα σε καταστάσεις πίεσης ή σύγχυσης.

Είναι σημαντικό να ειπωθεί πως η καθυστέρηση στη θεραπεία αυξάνει τη βλάβη στον εγκέφαλο του ασθενούς καθιστώντας τελικά τη θεραπεία δυσκολότερη. Από τη στιγμή, λοιπόν, που γίνει η διάγνωση τα αντιψυχωσικά φάρμακα αποτελούν την κύρια θεραπεία για τη σχιζοφρένεια. Ωστόσο, σε ανθεκτικές στη φαρμακοθεραπεία καταστάσεις η γνωσιακού – συμπεριφορικού τύπου ψυχοθεραπεία φαίνεται να είναι ιδιαίτερα ωφέλιμη.


Αθηνά Μηνά

Γεννήθηκε τον Σεπτέμβριο του 1999 στην Αθήνα. Από το 2017 σπουδάζει στο τμήμα Ψυχολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Παράλληλα, παρακολουθεί διάφορα σεμινάρια ψυχολογίας και ψυχικής υγείας. Στα ενδιαφέροντά της επίσης συγκαταλέγονται η μουσική και ο αθλητισμός.