3.4 C
Athens
Σάββατο, 22 Ιανουαρίου, 2022
ΑρχικήΟικονομίαΟ άνθρωπος στην εξίσωση

Ο άνθρωπος στην εξίσωση


Του Γιώργου Μοσχόπουλου,

Ήταν περίπου το 1860, όταν ο Άγγλος οικονομολόγος Henry Sidgwick του πανεπιστήμιου του Cambridge, έκανε την πρώτη απόπειρα για τον διαχωρισμό του πλούτου, ορισμένου ως το σύνολο των αγαθών που παράγονται σε τιμές αγοράς, από την ατομική ικανοποίηση (χρησιμότητα) που πηγάζει από την πρόσβαση σε ένα αγαθό. Τα οικονομικά εξελίχθηκαν, εισήχθησαν νέοι δείκτες, μαθηματικοποιήθηκαν περαιτέρω και οδηγούμαστε στην σημερινή πραγματικότητα, που η οικονομική επιστήμη είναι τεχνοκρατική και δε επιτελεί τον αρχικό της σκοπό, θέτοντας στο κέντρο της τον άνθρωπο. Δε μπορεί απλά να περιορίζεται σε θεωρητικά προβλήματα βελτιστοποίησης συναρτήσεων, ούτε να κοιτάει αν της βγαίνουν τα νούμερα με βάσει τα μοντέλα και τους δείκτες.

Η οικονομική επιστήμη πρέπει σταδιακά να απεκδυθεί του τεχνοκρατικού μανδύα της και να συνεργαστεί με άλλες επιστήμες για να πάρουν οι δείκτες πιο ανθρώπινη υπόσταση. O Piketty, σπουδαίος Γάλλος οικονομολόγος, μιλώντας για τα όπλα που χρειάζονται οι οικονομολόγοι στη φαρέτρα τους για να μελετήσουν τα φαινόμενα, διευκρινίζει ότι είναι πολύ πιο σημαντικά τα στατιστικά στοιχεία παρά τα περίπλοκα μαθηματικά μοντέλα που ελάχιστα αντικατοπτρίζουν την πραγματικότητα. Αυτό δε σημαίνει ότι οι μαθηματικές γνώσεις είναι ασήμαντες, ωστόσο ως προς την μεθοδολογία της έρευνας, θα πρέπει να βασίζεται περισσότερο στη συλλογή και ερμηνεία στατιστικών δεδομένων.

Δε χρειάζεται να είναι κανείς κοινωνικός επιστήμονας για να καταλάβει ότι η κοινωνία μας νοσεί. Τα συμπεράσματα από έρευνες είναι πλήρως αποθαρρυντικά: Πολιορκούμαστε από τα υπάρχοντά μας, αλλά αυτό δεν ισοδυναμεί με ικανοποίηση!

Ο συνηθέστερος οικονομικός δείκτης που έχει συνδεθεί με την ευημερία μιας χώρας είναι το ΑΕΠ της. Ο τρόπος μέτρησης του ΑΕΠ δεν θα μας απασχολήσει σε αυτό το άρθρο, ούτε το κατά πόσον μετρά ακριβώς την ευημερία και τον πλούτο μιας χώρας, καθώς υπάρχει πληθώρα δημοσιευμάτων που τον θεωρεί ανεπαρκή, ωστόσο δε γίνεται να αντικατασταθεί μέχρι να βρεθεί κάτι πιο αντιπροσωπευτικό. Όσον αφορά, όμως, τη σύνδεση με τους δείκτες ευτυχίας, υπάρχουν κάποιες ενστάσεις. Στη προσπάθεια να μετρηθεί το επίπεδο ευτυχίας, οι οικονομολόγοι δημιουργούν τις «εξισώσεις ευτυχίας» (happiness equations) με μεταβλητές και παραμέτρους που μπορούν να μετρηθούν συναρτήσει της οικονομίας.

Υστέρα, θα μπορούσαμε να μελετήσουμε τις Ετήσιες Έρευνες Χαράς και Ψυχικής Υγείας, ενώ υπάρχει και ο Δείκτης Ανθρώπινης Ανάπτυξης, που χρησιμοποιείται από τον ΟΗΕ και είναι απλά ικανοποιητικός στον διαχωρισμό μιας πλήρως υποανάπτυκτης χώρας, από μια ανεπτυγμένη. Είναι όλα αυτά όμως αρκετά; Όσον αφορά την ευτυχία μας, είναι όλα τόσο μετρήσιμα όσο νομίζουμε ή υπερεκτιμούμε την δύναμη των αριθμών στη αναπαράσταση των συναισθημάτων μας; Μελέτες έχουν δείξει ότι οι κάτοικοι χωρών με υψηλό ΑΕΠ απολαμβάνουν και υψηλότερους δείκτες ευτυχίας, είναι όμως πάντα έτσι; Όταν το ΑΕΠ δείχνει να μεγεθύνεται, υπάρχουν θετικές ενδείξεις για το επίπεδο ευτυχίας, ταυτόχρονα όμως οι έρευνες ψυχικής υγείας δείχνουν ακριβώς το αντίθετο και ο Δείκτης Ανθρώπινης Ανάπτυξης θα μπορούσε να χαρακτηριστεί απλά ενθαρρυντικός. Συνεπώς, ακόμα και τα νούμερα έχουν διαφορετικές ενδείξεις.

O Oswald, οικονομολόγος που εισήγαγε τα οικονομικά της ευτυχίας ως ένα παρακλάδι των οικονομικών, υποβάλλει σθεναρή αντίσταση στον τρόπο μέτρησης της ευημερίας μέσω του ΑΕΠ, παραθέτοντας το επιχείρημα ότι, σύμφωνα με σχετικές έρευνες, παρόλο που οι δείκτες μπορεί να δείχνουν μεγέθυνση του ΑΕΠ (αύξηση της συνολικής ευημερίας), μέσα στα χρόνια οι άνθρωποι δε νιώθουν πιο ευτυχισμένοι από ότι οι γονείς τους στη ίδια ηλικία.

Μια επιπλέον έρευνα από τον οικονομολόγο Richard Easterlin του πανεπιστήμιου της Southern California δείχνει παρόμοια αποτελέσματα. Επιλέχθηκαν 37 χώρες τυχαία, τόσο ανεπτυγμένες όσο και αναπτυσσόμενες, με στοιχεία 12-34 ετών. Μέχρι ένα χρονικό σημείο, υπήρχε θετική συσχέτιση μεταξύ της αύξησης του κατά κεφαλήν εισοδήματος και του ποσοστού ευτυχίας, ωστόσο υστέρα η συσχέτιση αυτή έγινε αρνητική. Πιο συγκεκριμένα, Κίνα, Χιλή και Νότια Κορέα έδειχναν οικονομική μεγέθυνση, η οποία συνοδευόταν με αύξηση στα ποσοστά ευτυχίας, ωστόσο από το 1990 μέχρι το 2005 αν και το κατά κεφαλήν εισόδημα διπλασιάστηκε, τα ποσοστά ευτυχίας μειώνονταν.

Το συμπέρασμα στο οποίο οδηγούμαστε είναι ότι η οικονομική μεγέθυνση δεν θα έπρεπε είναι μονόδρομος στη άσκησης πολιτικής από τους αρμοδίους φορείς. Ενώ οι εναλλακτικές δεν είναι πολλές, αναφορικά με την άσκηση διαφορετικών οικονομικών πολιτικών, ερμηνεύοντας τους υπάρχοντες δείκτες, θα αναφερθούν δυο βασικές προτάσεις, που σύμφωνα με μελέτες θα είχαν θετική επίδραση στη ευτυχία των πολιτών:

  • Θα έπρεπε μάλλον να επικεντρωθούμε περισσότερο σε θέματα που έχουν να κάνουν με τη διαμόρφωση ενός δυνατού συστήματος υγείας, καθώς η δωρεάν ιατροφαρμακευτική περίθαλψη είναι θετικά συσχετισμένη με τα επίπεδα ευτυχίας τόσο βραχυπρόθεσμα όσο και μακροπρόθεσμα.
  • Επιπρόσθετα, μελέτες έχουν δείξει ότι η αποκέντρωση και η τοπικοποίηση θα μπορούσαν να συνεισφέρουν τα μέγιστα στη αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, που σύμφωνα με έρευνες αποτελεί μια από τις σημαντικότερες απειλές για τα επίπεδα ευτυχίας των πολιτών των χωρών που πλήττονται άμεσα από αυτή.

Μπορεί η μέτρηση τόσο της ευτυχίας όσο και της ευημερίας μιας χωράς να είναι αρκετά δύσκολη, ωστόσο ένα πρώτο και καθοριστικό βήμα θα ήταν να σταματήσει η εμμονή με τους αριθμούς και τα πλεονάσματα και να στρέψουμε τον δείκτη στον άνθρωπο. Έχει γίνει τα τελευταία χρόνια σειρά ενεργειών από νέα οικονομικά ρεύματα, ωστόσο χρειάζεται πολύ δουλειά ακόμα, για να στραφούμε προς μια καλύτερη πιο ανθρώπινη κατεύθυνση.


TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Γιώργος Μοσχόπουλος
Είναι φοιτητής στο τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Οικονομικών Σπουδών, στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Λατρεύει τις κοινωνικές επιστήμες και ό,τι θέτει στο επίκεντρο τον άνθρωπο. Έχει ζήσει και μεγαλώσει στη Αθήνα και έχει ιδιαίτερη αδυναμία στη μουσική και στον υπέροχο κόσμο του σινεμά, τον οποίο προσπαθεί να εμπλουτίσει γράφοντας τα δικά του σενάρια.