Της Μαρίας Μαλανδράκη,

Το ζήτημα της απαξίωσης των ανθρωπιστικών επιστημών στην ελληνική εκπαίδευση αποτελεί για κάποιους ένα αμφιλεγόμενο ζήτημα –σχετικά με το αν πράγματι αυτή υφίσταται– ενώ για ένα μεγαλύτερο μέρος των επιστημόνων των ανθρωπιστικών επιστημών καθιστά μια παγιωμένη πραγματικότητα. Πού διαφαίνεται όμως αυτή απαξίωση, ποια αποτελέσματα μπορεί να έχει στην ελληνική κοινωνία και πώς μπορεί να μεταβληθεί η υπάρχουσα κατάσταση;

Η αλήθεια είναι πως με μια πρώτη ματιά μπορεί κανείς να ισχυριστεί πως τα μαθήματα βαρύτητας γυμνασίου και λυκείου των θετικών και των ανθρωπιστικών επιστημών είναι ισάριθμα και έτσι δεν μπορεί κανείς να κάνει λόγο για την απαξίωση της θεωρητικής κατεύθυνσης. Το ζήτημα όμως είναι πως αυτή η απαξίωση πηγάζει κατά κύριο λόγο στον τρόπο διδαχής των θεωρητικών μαθημάτων που προωθείται στην ελληνική εκπαίδευση, ο οποίος όχι απλώς μειώνει το κύρος τους αλλά αφαιρεί την ίδια τους την χρηστικότητα, όσον αφορά τον πραγματικό εκπαιδευτικό τους ρόλο. Η προώθηση της «παπαγαλίας», η έλλειψη εργασιών οι οποίες δεν βασίζονται σε μια αντιγραφή-επικόλληση από το διαδίκτυο, η έλλειψη εκθέσεων με ελεύθερο θέμα στις οποίες δεν χρησιμοποιούνται επιχειρήματα και συμπεράσματα «κονσέρβες» είναι μερικοί από τους βασικότερους τρόπους κατακρεούργησης του ρόλου των θεωρητικών επιστημών.

 

Ο ρόλος των θεωρητικών επιστημών είναι πολυδιάστατος και κινείται πολύ πιο πέρα από τα στενά όρια της αποστήθισης μίας γνώσης που αφορά την κλίση ενός αρχαίου ρήματος ή μιας ιστορικής ημερομηνίας. Ο θεμελιώδης ρόλος τους συνίσταται κυρίως στην ανάπτυξη της κριτικής ικανότητας και της συνθετικής σκέψης, στη διδαχή του ορθού τρόπου χρήσης της ελληνικής γλώσσας στον προφορικό και στο γραπτό λόγο, καθώς και στην καλλιέργεια της ενσυναίσθησης. Συνεπώς με την απογύμνωση των θεωρητικών επιστημών από τους βασικότερους στόχους τους εξαιτίας του στρεβλού τρόπου προώθησης τους στους μαθητές, το μεγαλύτερο μέρος των αποφοίτων γυμνασίου και λυκείου διαθέτει στην καλύτερη περίπτωση ένα πολύ μέτριο επίπεδο στους προαναφερθέντες τομείς.

Όλα τα παραπάνω έχουν ως αποτέλεσμα την σταδιακή αύξηση πολιτών λειτουργικά αναλφάβητων, γεγονός που επιβεβαιώνεται και με έρευνα που έγινε το 2019 από την Αρχή Διασφάλισης της Ποιότητας στη Πρωτοβάθμια και στη Δευτεροβάθμια εκπαίδευση (Α.ΔΙ.Π.Π.Δ.Ε.). Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ορίζει ως λειτουργικά αναλφάβητο «το άτομο που δεν είναι σε θέση να γνωρίζει ικανοποιητικά γραφή, ανάγνωση και αριθμητική για να ενταχθεί ως άτομο στην κοινωνία, απολαμβάνοντας πλήρως τα δικαιώματα του». Έτσι με την σταδιακή αύξηση του λειτουργικού αναλφαβητισμού δημιουργούνται γενεές που δεν έχουν την ικανότητα ούτε να ασκήσουν ορθά τα δικαιώματα τους (συγχέοντας λ.χ. την δημοκρατία με την αναρχία) ούτε να κατανοήσουν πότε αυτά καταπατώνται προκειμένου να τα διαφυλάξουν. Με άλλα λόγια δημιουργούνται γενιές ανθρώπων που δεν είναι σε θέση να ασκήσουν την ιδιότητα του πολίτη, κατευθυνόμενοι με αυτό τον τρόπο είτε από πολιτική νωθρότητα, είτε από ακραία σχήματα πολιτικής σκέψης και λαϊκισμού, είτε από στυγνό ατομικισμό.

Προκειμένου να μεταβληθεί η υπάρχουσα τάξη πραγμάτων είναι αναγκαίο η διδαχή των μαθημάτων των ανθρωπιστικών επιστημών να αλλάξει χαρακτήρα κινούμενη από την προώθηση της αποστήθισης στην προώθηση της διατύπωσης της γνώμης των μαθητών, είτε στον προφορικό λόγο με αγώνες λόγου εντός της τάξης είτε με την συνεχή εξάσκηση τους στον γραπτό λόγο. Παράλληλα αναγκαία κρίνεται και η εξάσκηση των μαθητών στην εκπόνηση εργασιών, οι οποίες θα ακολουθούν την μορφή των ακαδημαϊκών εργασιών παρά το γεγονός ότι θα είναι πολύ μικρότερες σε εύρος. Κατά αυτό τον τρόπο οι μαθητές θα μάθουν να αναζητούν αξιόπιστες πηγές στις οποίες θα βασίζουν στις γνώσεις τους πάνω σε κάποιο συγκεκριμένο θέμα ενώ ταυτόχρονα θα εξασκούνται στην σύνθεση αυτών των γνώσεων και στην διατύπωση συμπερασμάτων.

Σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, πρέπει να δοθεί έμφαση στην παρακίνηση του ενδιαφέροντος του μαθητή και στην παρότρυνση του για αναζήτηση πηγών ανάγνωσης που μπορεί να βγαίνουν έξω απ’ τα στενά πλαίσια των σχολικών εγχειριδίων, με άλλα λόγια πρέπει να δοθεί έμφαση σε μια παρακίνηση του σκέπτεσθαι των μαθητών και στην διατύπωση του. Μονάχα τότε θα έχουν πετύχει τα θεωρητικά μαθήματα τους σκοπούς τους, θα έχουν αποδεσμεύσει τους μαθητές από την πνευματική ανία προετοιμάζοντας τους για ενεργούς πολίτες. Όπως είχε γράψει και ο Νίτσε, «ήμουν στο σκοτάδι μα έκανα τρία βήματα και βρέθηκα στον Παράδεισο, το πρώτο βήμα ήταν μια καλή σκέψη, το δεύτερο βήμα ήταν ένας καλός λόγος και το τρίτο μια καλή πράξη».


Μαρία Μαλανδράκη, Υπεύθυνη Επικοινωνίας

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1999. Είναι προπτυχιακή φοιτήτρια του τμήματος Κοινωνιολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Ήδη από τα σχολικά της χρόνια είχε αναπτύξει ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην συγγραφή δοκιμιακών και λογοτεχνικών και κειμένων γνώμης. Πλέον ως σπουδάστρια κοινωνιολογίας ασχολείται ενεργά με την παρακολούθηση της εξέλιξης των επιστημονικών θεωριών στον κλάδο της καθώς και με τα νέο-εμφανισθέντα κοινωνικά προβλήματα στις δυτικές κοινωνίες. Στον ελεύθερο χρόνο της ασχολείται ενεργά με τον εθελοντισμό και τον αθλητισμό στο προ-ολυμπιακό άθλημα του Muay thai.