Του Ευθύμιου Αθανασίου,

Είναι γεγονός ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει δομηθεί πάνω στις αξίες του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της ισότητας και της ελευθερίας, παρέχοντας ένα χώρο οικονομικής και πολιτικής συνεργασίας στα μέλη της. Το τελευταίο διάστημα, ήρθε αντιμέτωπη με σοβαρές κρίσεις πολιτικού, οικονομικού και ανθρωπιστικού περιεχομένου που δοκιμάζουν τη συνοχή της και αποκαλύπτουν τη μη σύγκλιση απόψεων μεταξύ των κρατών-μελών σε κομβικά για την Ένωση ζητήματα. Κυρίως, όμως, μαρτυρούν την επιτακτική ανάγκη για μία εφ’ όλης της ύλης ενδοσκόπηση και αλλαγή που θα καταστήσει την ένωση πιο «ευλύγιστη» στη λήψη αποφάσεων και θα της επιτρέψει να παραμείνει κοιτίδα Δημοκρατίας. Στις 27 Φεβρουαρίου, η μεταναστευτική κρίση χτύπησε για άλλη μία φορά την πόρτα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, βρίσκοντάς την και πάλι απροετοίμαστη. Χιλιάδες μετανάστες, βρέθηκαν στα χερσαία και τα θαλάσσια ελληνοτουρκικά σύνορα με κατεύθυνση προς την Ελλάδα αιτούμενοι άσυλο, ύστερα από την απόφαση του Τούρκου προέδρου Erdogan να ανοίξει τα σύνορα της χώρας. Παρόλο που μια πενταετία παρήλθε από την τελευταία φορά που η Ένωση υπήρξε αντιμέτωπη με τη μεγαλύτερη μεταναστευτική ροή μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (2015), οι ηγέτες των κρατών-μελών δεν αξιοποίησαν επαρκώς το μεσοδιάστημα, για να καταστήσουν την μεταναστευτική πολιτική της Ένωσης πιο λειτουργική. Ως γνωστόν, η Ευρωπαϊκή Ένωση στήριξε τη διαχείριση των μεταναστευτικών ροών του 2015 στο σύστημα του Δουβλίνου, που, μεταξύ άλλων, καθιστά υπεύθυνη για την παροχή ασύλου τη χώρα πρώτης εισόδου. Σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε και η αμφιλεγόμενη συμφωνία του 2016 με την Τουρκία για την καταπολέμηση της παράτυπης μετανάστευσης. Τότε, η Ε.Ε. δεσμεύτηκε για την παροχή χρηματικής στήριξης ύψους 6 δις στην Τουρκία ως το 2018,  προκειμένου η τελευταία να δέχεται την επιστροφή μεταναστών που δεν χρήζουν διεθνούς προστασίας και περνούν παράνομα στην Ελλάδα.

Η αρχή της αλληλεγγύης και της δίκαιης κατανομής ευθυνών, που φαίνεται να κατέχει σημαντικό ρόλο στα καταστατικά της Ε.Ε., όσον αφορά στη μεταναστευτική πολιτική της, έρχεται σε αντίθεση με τις εικόνες των υπερφορτωμένων hot spot στα ελληνικά νησιά. Οι αντικρουόμενες «φωνές» στο εσωτερικό της Ένωσης δυσχεραίνουν μια δικαιότερη για τα κράτη-μέλη προσέγγιση του ζητήματος. Συγκεκριμένα, η αντίσταση των χωρών Visegrad στην υιοθέτηση της γερμανικής πρότασης, περί κατανομής προσφύγων με βάση το μέγεθος των κρατών-μελών και την οικονομική τους ισχύ, παρακωλύει την αναβάθμιση ενός συστήματος που έχει αποδειχτεί δυσλειτουργικό. Τόσο η Ουγγαρία, όσο και η Πολωνία και η Τσεχία είχαν ήδη δώσει σημάδια αντίστασης σε μια τέτοια προσέγγιση για το μεταναστευτικό, όταν αρνήθηκαν να συμμετάσχουν στο σχέδιο μετεγκατάστασης 160.000 προσφύγων, το 2015, για την ανακούφιση των χωρών πρώτης εισόδου, Ελλάδας και Ιταλίας, επικαλούμενες λόγους εθνικής ασφάλειας.

Η Ε.Ε., επομένως, καλείται να λάβει άμεσα αποφάσεις. Οι μετανάστες, αφού παρέμειναν για διάστημα περίπου ενός μήνα εγκλωβισμένοι ανάμεσα στα ελληνοτουρκικά σύνορα, μεταφέρθηκαν προσωρινά, λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού, σε κέντρα επαναπατρισμού σε 9 επαρχίες της Τουρκίας. Θα ήταν ενάντια στις δημοκρατικές αξίες της Ε.Ε., που αποτελούν, άλλωστε, έναν από τους σημαντικότερους λόγους ύπαρξής της, να αφήσει μετέωρες χιλιάδες ανθρώπινες ζωές που προσδοκούν να ενσωματωθούν σε αυτήν. Είναι, όμως, αμφίβολες και οι συνέπειες που θα ακολουθούσαν το άνοιγμα των συνόρων της Ένωσης. Μία τέτοια κίνηση θα μπορούσε να αποτελέσει το εναρκτήριο λάκτισμα για μια σειρά από άλλα μεταναστευτικά ρεύματα, προερχόμενα για παράδειγμα από την Αφρική. Η πιθανή άνοδος της ακροδεξιάς, που ενδεχομένως θα ακολουθούσε σε πληθώρα χωρών της Ένωσης, θα προκαλούσε μία νέα «πληγή» που θα ενδυνάμωνε τον ευρωσκεπτικισμό. Άλλο ένα σοβαρό πλήγμα για την Ε.Ε. αποτελεί η κρίση του κορωνοϊού, η οποία έχει επικεντρώσει το ενδιαφέρον της Ένωσης στην εύρεση λύσης για τις αναπόφευκτες οικονομικές συνέπειες που θα προκύψουν. Στα πλαίσια του περιορισμού της διασποράς της νόσου, η βιομηχανική παραγωγή των κρατών μελών έχει παραλύσει με τα γνωστά σε όλους “lockdowns” να βάζουν λουκέτο στην πλειοψηφία των επιχειρήσεων. Οι τηλεδιασκέψεις που έλαβαν χώρα στις 24 και 26 Μαρτίου, μεταξύ των υπουργών οικονομικών και των ηγετών των 27, αντίστοιχα, δεν καρποφόρησαν.

Αντίθετα, έφεραν στην επιφάνεια τη σύγκρουση Βορρά – Νότου που παραπέμπει στα Eurogroup, κατά την έναρξη της οικονομικής κρίσης του 2008. Από τη μία πλευρά, 9 χώρες του ευρωπαϊκού Νότου στις οποίες, μεταξύ άλλων, συμπεριλαμβάνονται η Ιταλία, η Ισπανία, η Γαλλία και η Ελλάδα, εμφανίστηκαν υπέρμαχες της έκδοσης κοινού κορωνο-ομολόγου. Η έκδοσή του επρόκειτο να πραγματοποιηθεί από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων και να αποφέρει χρηματοδότηση ύψους πιθανότατα 3 τρις για την αξιοποίησή τους από όλα τα κράτη-μέλη, προσελκύοντας αγοραστές στις διεθνείς αγορές, με την ασφάλεια που θα προσφέρουν οι χώρες της Ένωσης με την καλύτερη αξιολόγηση πιστοληπτικής ικανότητας, όπως η Γερμανία. Η απάντηση των τεσσάρων χωρών του Ευρωπαϊκού Βορρά, όμως, που συναπαρτίζουν τις “Frugal Four”, ήταν ένα ηχηρό “nein”, αντιπροτείνοντας τη χρήση του Ευρωπαϊκού μηχανισμού σταθερότητας. Φαίνεται, λοιπόν, πως οι δηλώσεις της γερμανικής καγκελαρίας, το Φεβρουάριο, σχετικά με την προσωρινή αποχή της Γερμανίας εξαιτίας της πανδημίας από την πολιτική “Schwarze null”, την προσήλωση, δηλαδή, της χώρας στον απαράβατο κανόνα του μη δανεισμού, δε συνεπάγονται και συγκατάθεση στην ιδέα του κορωνο-ομολόγου. Αντίθετα, ο ομοσπονδιακός υπουργός οικονομίας της χώρας Peter Altmaier κατηγόρησε τις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου για επαναφορά στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων προτάσεων που έχουν απορριφθεί στο παρελθόν. Από την πλευρά του, ο Ισπανός πρωθυπουργός Pedro Sanchez δήλωσε πως «εάν η Ε.Ε. υπάρχει για ένα λόγο, αυτός είναι η αντιμετώπιση τέτοιου είδους κρίσεων».

Ενθαρρυντικά φαίνονται, ωστόσο, τα αποτελέσματα της πολύωρης τηλεδιαβούλευσης που πραγματοποιήθηκε την Πέμπτη 9 Απριλίου. Όπως αναφέρει ο πρόεδρος του Eurogroup Mario Centeno, οι υπουργοί οικονομικών της Ένωσης κατέληξαν ύστερα από αμοιβαίους συμβιβασμούς σε ένα «τριπλό δίχτυ ασφαλείας» για τη διαχείριση της πανδημίας. Συγκεκριμένα, το φιλόδοξο σχέδιο προβλέπει τη χρηματοδότηση των πληγέντων από τον κορωνοϊό κρατών μέσω 540 δις, άμεσα διαθέσιμων, που θα παρέχονται στα κράτη με τη μορφή πρόσβασης με ελαστικούς όρους στο Ευρωπαϊκό Ταμείο Σταθερότητας και στήριξης από την Ε.Τ.Ε. και το ταμείο SURE της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Μένει τώρα να δούμε, αν οι ηγέτες των 27 θα υπογράψουν τη συμφωνία την επόμενη εβδομάδα και κυρίως αν θα επιτευχθεί ευθυγράμμιση απόψεων για ένα σχέδιο δράσης που θα επιτρέψει στην Ένωση να ορθοποδήσει μετά το πέρας της πανδημίας. Ανοιχτά παραμένουν, λοιπόν, όλα τα ενδεχόμενα, ιδιαίτερα για τις χώρες που έχουν πληγεί περισσότερο από τον κορωνοϊό. Δεν μπορούμε να αναμένουμε από την Ιταλία, για παράδειγμα, να παραμείνει απλός θεατής σε μια πιθανή αδιαφορία εκ μέρους της Ε.Ε. Μία ασύμφορη, γι’ αυτή, διαχείριση ενδέχεται να αποτελέσει πολλαπλασιαστή ισχύος για ευρωσκεπτικιστικές «φωνές» στο εσωτερικό της χώρας, όπως αυτή του κόμματος του Matteo Salvini, που συνδυαστικά με τη στάση των χωρών Visegrad, μπορούν να αποτελέσουν τροχοπέδη στη μελλοντική πορεία της Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης. Ανοιχτό, όμως, μένει και το ενδεχόμενο ενός πιθανού “Italexit”. Η έξοδος ενός ιδρυτικού μέλους από την Ένωση πρόκειται να κλυδωνίσει το ευρωπαϊκό στερέωμα, το οποίο ήδη διεξάγει μάχες σε πολλές πλευρές.

Οι παραπάνω κρίσεις σκιαγραφούν το ευρωπαϊκό τοπίο στη μετά Brexit εποχή. Η αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου που πραγματοποιήθηκε, σε νομικό τουλάχιστον επίπεδο, στις 31 Ιανουαρίου του παρόντος έτους αποτέλεσε ένα spill back, με τον αριθμό των κρατών μελών να υποχωρεί στα 27 και τις σχέσεις της Ένωσης με το Ηνωμένο Βασίλειο να περνάνε σε μια «μεταβατική περίοδο», η οποία θα ολοκληρωθεί με την εκπνοή του 2020. Πρόκειται για μία αρνητική για την Ε.Ε. εξέλιξη, καθώς το Ηνωμένο Βασίλειο αποτελούσε τη δεύτερη ισχυρότερη οικονομία της. Οι εξαγωγές της Ένωσης προς το Ηνωμένο Βασίλειο ανέρχονται σε 2,5% του ΑΕΠ της και γι’ αυτό, η προσοχή των Βρυξελλών είναι στραμμένη στις διαπραγματεύσεις για το καθεστώς, στο οποίο θα υπαχθούν οι εμπορικές σχέσεις των δύο. Επιπροσθέτως, η ενεργοποίηση του άρθρου 50 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης για πρώτη φορά δημιουργεί ανασφάλεια στους κόλπους της Ε.Ε., για ενδεχόμενες τάσεις αποδόμησής της, σε περίπτωση που άλλα κράτη-μέλη ακολουθήσουν το παράδειγμά του Ηνωμένου Βασιλείου. Σίγουρα, όμως, το Brexit κατέδειξε και την ασφάλεια της συλλογικής δράσης που προσφέρει η Ε.Ε., σε αντίθεση με τη δύσκολη και μοναχική πορεία που περιμένει κάθε κράτος-μέλος, που σκέφτεται να αποχωρήσει από αυτήν, σε έναν αφιλόξενο κόσμο παραδοσιακών, αλλά και αναδυόμενων μεγάλων δυνάμεων. Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση μετρά ήδη αρκετές δεκαετίες επιτυχημένης πορείας, με γεωγραφικές και πολιτικές εκχειλίσεις, που την έχουν καταστήσει ανταγωνιστική στο διεθνές σύστημα. Η μάχη ενάντια στον ευρωσκεπτικισμό έχει δοθεί και κερδηθεί ξανά στο παρελθόν, γεγονός που δίνει χώρο σε αισιόδοξα για την Ε.Ε. σενάρια, παρ όλη την κρίσιμη κατάσταση στην όποια βρίσκεται.


Ευθύμιος Αθανασίου

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1997, όπου και διαμένει ως σήμερα. Σπούδασε στο τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιά. Έχει υπάρξει μέλος του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων, όπου διεξήγαγε έρευνα σε ζητήματα που αφορούν την Ε.Ε. και το ΝΑΤΟ. Πραγματοποίησε την πρακτική του άσκηση στο Υπουργείο Εξωτερικών, στη Διεύθυνση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Μετανάστευσης. Ομιλεί την αγγλική και τη γερμανική γλώσσα και έχει συμμετάσχει σε προγράμματα Erasmus+ σχετικά με τη μετανάστευση και την Ευρωπαϊκή Ένωση.