Της Βαλεντίας Γιαννακοπούλου,

Με τον όρο «ξενοφοβία» θα μπορούσαμε να αναφερθούμε σε οποιοδήποτε αντικείμενο είναι έξω από εμάς και δεν αναγνωρίζεται ως οικείο σύμφωνα με τις εμπειρίες, τις ιδέες και τις αξίες που ακολουθούμε και έχουμε ως γνώμονα στην καθημερινή μας ζωή. Αυτός θα μπορούσε να είναι ένας σχετικά απλός ορισμός για το τί εννοούμε ξενο-φοβία. Διότι ο φόβος που μας προξενεί το όποιο μη οικείο στοιχείο, είναι κάτι που μπορεί να φτάσει σε μεγάλο αναλυτικό βάθος.

Αλλά μπορούμε σε πρώτο στάδιο να αποδεχτούμε το πιο απλό, ότι φοβόμαστε; Δεδομένου ότι η αποδοχή αυτή συνεπάγεται πρώτα απ’ όλα την αποδοχή του ότι δεν είμαστε παντογνώστες, δηλαδή ατελής και πως θα υπάρχει πάντα μπροστά μας ένα τεράστιο μέρος πραγμάτων που είτε αγνοούμε είτε απλώς δεν γνωρίζουμε και ίσως ποτέ δεν μάθουμε. Προϋποθέτει λοιπόν την συνειδητοποίηση της μικρότητάς μας, την κατανόηση πως είμαστε μια ατελή ανθρώπινη ύπαρξη που υπάγεται σε μια συνεχή εξέλιξη και αυτογνωσία.

Αυτό όμως όσο απλό κι αν ακούγεται, δεν είναι. Κάθε άτομο είναι προσωπικά και μόνο υπεύθυνο ώστε να οδηγηθεί σε μια τέτοια αντίληψη και κανένας άλλος. Αρκεί να σκεφτούμε τον κάθε «κυρ-Παντελή», που πάντα ξέρει πιο καλά από τον καθένα τι είναι το σωστό και φρόνιμο να γίνει και τι όχι, καθώς επίσης σχεδόν πάντα έχει μια απόλυτη αλήθεια για όλα και όλους, αφού εκείνος… ξέρει!

Από φιλοσοφικής, ψυχολογικής αλλά και κοινωνιολογικής σκοπιάς, ο άνθρωπος ή αλλιώς το άτομο αν το προτιμάμε, δεν μπορεί να αναγνωρίσει κάτι που υπάρχει στον κόσμο γύρω του, εάν πρώτα δεν έχει αποθηκεύσει στην μνήμη του και δεν έχει κατά αυτόν τον τρόπο εγχαραχτεί στη συνείδησή του κάποιο ίδιο ή παρόμοιο γεγονός. Ταυτόχρονα το γεγονός αυτό έχει νοηματοδοθεί θετικά ή αρνητικά από το ίδιο το άτομο, με αποτέλεσμα να λειτουργεί ως ένα σύμβολο του «καλού» ή «κακού» αντίστοιχα.

Μέσα στα σημερινά πλαίσια μιας κοινωνίας που γαλουχεί και συνδέει τους πολίτες της μέσω κοινών ιδεών και αξιών, η έννοια του «ξένου» λαμβάνει μια συλλογική μορφή. Έτσι θα μπορούσε κάθε τι που δεν υπάγεται στις αντιλήψεις που υπηρετεί κάθε κοινωνία να θεωρείται «ξένο» και παράλληλα «εχθρικό», δυο έννοιες που στην κοινωνία της αρχαίας Ελλάδας για παράδειγμα είχαν ταυτιστεί.

Η έννοια του εχθρικού μπολιάστηκε στην έννοια του ξένου προκειμένου να μην διαταραχθεί η ηρεμία που συνοδεύει κάθε παγιωμένη κατάσταση. Η αντίδραση αυτή μπορεί να παρατηρηθεί τόσο σε κοινωνικό όσο και σε ατομικό επίπεδο. Ο φόβος προς το ξένο, το άγνωστο πηγάζει από μια βαθύτερη και ασυνείδητη κατανόηση, πως η γνώση και η αποδοχή αυτού του -μέχρι τώρα- άγνωστου στοιχείου θα επιφέρει αλλαγές.

Οι αλλαγές, όσο μεγάλες ή μικρές κι αν είναι, απαιτούν από εμάς ένα «ξεβόλεμα». Ένα «ξεβόλεμα» από μια γνωστή και οικεία κατάσταση σε μια άλλη, όπου απαιτείται να βρούμε το θάρρος για ένα μετέωρο βήμα προς μια νέα κατεύθυνση. Η ιστορία ολόκληρη είναι γεμάτη από τέτοια βήματα, που ατομικά και συλλογικά πρέπει πρώτα να γίνουν από μέσα, μεταφέροντας μια ιδέα, μια σκέψη και μετά προς τα έξω, υλοποιώντας στο μέτρο του δυνατού, αυτή την ιδέα.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, το να χρησιμοποιούμε την λέξη «ξενοφοβία» από άνθρωπο σε άνθρωπο, μοιάζει σαν μια αρρώστια που σε κάνει να ξεχάσεις την βασική σου ιδιότητα, με αποτέλεσμα να μην μπορείς να την αναγνωρίσεις και στο ομώνυμο ον με εσένα. Αν υποθέσουμε πως το παραπάνω είναι λογικά και ίσως και φυσικά αδύνατο, τότε δεν μένει παρά να εστιαστούμε στο φόβο της απώλειας του γνώριμου και ασφαλούς.

Αρκεί να σκεφτούμε το εξής: κάθε νέα εμπειρία, κάθε πρόσμιξη ιδεών και απόψεων που είχαμε έως τώρα στη ζωή μας μας διαμόρφωσε κάνοντας μας αυτό που κατανοούμε τώρα ως τον εαυτό μας, δεν μας αλλοίωσε, τουλάχιστον όχι πάντα αρνητικά, αλλά μας έφτιαξε ένα στοιχείο του Εγώ μας. Κατά τον ίδιο τρόπο λειτουργούν και οι κοινωνίες. Οι τριβές -καλές και κακές- και η σύνθεση τους είναι που τις έκαναν να γεννηθούν, να ακμάσουν, να παρακμάσουν και να ξαναγεννηθούν με μια νέα μορφή, προς χάριν της εξέλιξης.

Είναι λοιπόν βασικό να κατανοήσουμε πως η ξενοφοβία δεν πορεύεται αναγκαστικά με την έννοια του εχθρού και του κακού. Η αλλαγή είναι το μόνο σίγουρο πράγμα που θα συμβεί με ή χωρίς την θέληση μας. Ιδίως σε δύσκολους καιρούς, όπου οι άνθρωποι συνειδητοποιούμε πιο έντονα πόσο τελικά ίδιοι είμαστε με κοινές ανάγκες και φόβους, η έννοια της ξενοφοβίας δεν πρέπει να βρίσκει χώρο.


Βαλέντια Γιαννακοπούλου

Είναι τελειόφοιτη σπουδάστρια στο τμήμα Φιλοσοφικών και Κοινωνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κρήτης. Δραστηριοποιείται σε πολιτιστικές, κοινωνικές και εθελοντικές ομάδες, ενώ επίσης παρακολουθεί συνέδρια και συμμετέχει σε ακαδημαϊκά σεμινάρια. Στον ελεύθερο της χρόνο απολαμβάνει την ανάγνωση εγχειριδίων περί τεχνών και φιλοσοφίας.