Της Αναστασίας Ερνεάνου,

Δεν είναι σπάνιες οι φορές που, παρακολουθώντας τις ειδήσεις καθημερινά ή συζητώντας με το κοντινό μας περιβάλλον, μαθαίνουμε για περιστατικά που φανερώνουν την καταπάτηση της αρχής της ισότητας των φύλων και φέρνουν στο προσκήνιο εκφάνσεις διακρίσεων και στερεοτυπικών αντιλήψεων. Ο νομοθέτης, έχοντας επίγνωση πως τέτοιου είδους αντιλήψεις και κατά συνέπεια, συμπεριφορές εξακολουθούν να εμφανίζονται ακόμη και σήμερα, σε «σύγχρονο και πολιτισμένο κράτος δικαίου», προσπαθεί με κάθε τρόπο να το αποφύγει και να εξασφαλίσει έτσι, ίσες ευκαιρίες και δυνατότητες.

Εκκινώντας από το εθνικό δίκαιο, η ισότητα των πολιτών διακηρύσσεται ως γενική αρχή στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος (εφεξής Σ), η οποία δεσμεύει όχι μόνο τους ιδιώτες στις μεταξύ τους σχέσεις αλλά και τον ίδιο το νομοθέτη. Γίνεται συνεπώς, λόγος για ισότητα των πολιτών απέναντι στο νόμο, αλλά και ισότητα του νόμου απέναντι στους πολίτες. Ωστόσο, εκείνο που είναι σημαντικό να διευκρινιστεί είναι ότι η έννοια της ισότητας δεν αποτελεί μια εξισωτική, «τυπική-αριθμητική» αρχή, αλλά μια ουσιαστική, αναλογική έννοια. Ειδικότερα, με την πρώτη έννοια ταυτίζεται η πολιτική ισότητα, η οποία είναι αναγκαία για τη διασφάλιση της θεμελιώδους αρχής της δημοκρατίας, τη λαϊκή κυριαρχία. Ωστόσο, η αρχή αυτή βρίσκει έρεισμα στο άρθρο 1 Σ και όχι στο 4, για το οποίο γίνεται λόγος. Με τη δεύτερη έννοια, που μας απασχολεί, δηλαδή την αναλογική, νοείται η όμοια μεταχείριση όμοιων καταστάσεων και ανόμοια για ανόμοιες. Αυτό είναι λογικό αν αναλογιστεί κανείς πως με όμοια μεταχείριση ανόμοιων καταστάσεων θα οξύνονταν ακόμα περισσότερο οι κοινωνικές ανισότητες και θα επερχόταν το αντίθετο ανεπιθύμητο αποτέλεσμα. Ωστόσο, στην περίπτωση της ανόμοιας μεταχείρισης είναι αναγκαίο να λαμβάνεται ως όριο η αρχή της αναλογικότητας, η οποία επιτάσσει το απόλυτα αναγκαίο και πρόσφορο μέτρο για την αντιμετώπιση μιας ανόμοιας κατάστασης, ούτως ώστε να μην οδηγηθούμε σε αξιολογήσεις «κατά το δοκούν».Ειδικότερα όσον αφορά την ισότητα των φύλων, εκείνη κατοχυρώνεται στο άρθρο 4 σε συνδυασμό με το 116 παρ. 1 και 2 Σ. Δεν πρόκειται απλώς για μια «επανάληψη» της γενικής αρχής της ισότητας, αλλά για μια ποιοτικά διαφορετική έκφανσή της. Με μια προσεκτικότερη ματιά, παρατηρούμε πως το άρθρο 4 παρ. 2 αναφέρεται σε ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις μεταξύ ανδρών και γυναικών, όχι απλώς σε ισότητα έναντι του νόμου, όπως επιτάσσει η παρ.1 ως γενική αρχή. Πρόκειται λοιπόν, για μια δυναμικότερη όψη της ισότητας. Αυτό αποδεικνύεται και από το περιεχόμενο της ισότητας των φύλων, που περιλαμβάνει μια θετική και μια αρνητική σημασία: θετική ως προς την παροχή ίσων δυνατοτήτων για ελεύθερη ανάπτυξη της δράσης τους όσο και αρνητική, δηλαδή απαγόρευση τυχόν διακρίσεων ως προς την αντιμετώπισή τους.

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αξιοσημείωτες είναι οι οδηγίες 75/117 και 76/207 του Συμβουλίου. Η πρώτη αναφέρεται κυρίως στην κατοχύρωση της ισότητας των αμοιβών μεταξύ ανδρών και γυναικών και ορίζει στην παρ.1 ότι: «Η αρχή της ισότητας των αμοιβών μεταξύ εργαζομένων ανδρών και γυναικών, που προβλέπεται στο άρθρο 119 της συνθήκης και που καλείται στο εξής «αρχή της ισότητος των αμοιβών», συνεπάγεται για την ίδια εργασία ή για εργασία στην οποία αποδίδεται ίση αξία, την κατάργηση για το σύνολο των στοιχείων και όρων αμοιβής κάθε διακρίσεως βασιζομένης στο φύλο».

Ιδιαίτερα, όταν χρησιμοποιείται σύστημα επαγγελματικής κατατάξεως για τον καθορισμό των αμοιβών, το σύστημα αυτό πρέπει να βασίζεται σε κοινά κριτήρια για τους εργαζομένους άνδρες και γυναίκες και να επιβάλλεται κατά τρόπο που να αποκλείει τις διακρίσεις που βασίζονται στο φύλο.

Η οδηγία 76/ 207 αναφέρεται στην ισότητα στους τομείς της απασχόλησης και των επαγγελματικών συνθηκών.

Η υπόθεση C-177/88 ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων αφορούσε μια γυναίκα, η οποία είχε προσληφθεί για τη θέση της εκπαιδεύτριας σε Κέντρο Νεότητας αναμένοντας το διορισμό της. Όταν όμως, τους ανακοίνωσε πως ήταν έγκυος το Διοικητικό Συμβούλιο αποφάσισε να μην την διορίσει για οικονομικούς λόγους, υποστηρίζοντας ότι δεν υπήρχε η δυνατότητα να μισθωθούν οι υπηρεσίες άλλου για το διάστημα της άδειας μητρότητας. Το ΔΕΚ αποφάνθηκε πως στην εν λόγω περίπτωση έχουμε άμεση διάκριση λόγω φύλου, η οποία δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από οικονομικούς λόγους που μπορεί να προκύψουν από την αντικατάσταση της εγκύου εργαζομένης. Συνεπώς, υπήρχε προφανής παραβίαση της αρχής της ισότητας και της αποτροπής των διακρίσεων στον εργασιακό χώρο.Είναι περισσότερο από αναγκαίο να αντιληφθεί κανείς τη σημασία αυτών των ρυθμίσεων και να εναρμονιστεί ως προς τις επιταγές τους. Καθημερινά σημειώνονται εκατοντάδες παραβιάσεις και ειδικά σε βάρος των γυναικών υπό τη σκιά διάφορων ανυπόστατων και ανίσχυρων δικαιολογιών. Ο καθένας, άνδρας ή γυναίκα, διαθέτει το δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητα και τις κινήσεις του, με σεβασμό πάντοτε στο αντίστοιχο δικαίωμα των υπολοίπων. Αν το σύγχρονο κράτος επιθυμεί να αποκαλείται δημοκρατικό, έχει την υποχρέωση να παραμένει άγρυπνο απέναντι σε τέτοιου είδους παραβιάσεις, αλλά και ο καθένας μας οφείλει να συνειδητοποιήσει την αξία της ανθρώπινης ζωής και αξιοπρέπειας και να την διαφυλάξει με κάθε τρόπο.


Πηγές

Αναστασία Ερνεάνου

Γεννήθηκε το 2000. Σπουδάζει στο τμήμα της Νομικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Έχει παρακολουθήσει πλήθος σεμιναρίων σχετικά με τα εγχώρια και τα διεθνή δρώμενα. Αγαπάει τα ταξίδια και είναι ιδιαίτερα ευαισθητοποιημένη όσον αφορά τον εθελοντισμό.