Του Παναγιώτη Τσελέκη,

Η επιχείρηση της απόκρυψης εξελίχθηκε σε έναν αγώνα δρόμου, όχι μόνο για το Αρχαιολογικό, αλλά και για τα υπόλοιπα μουσεία. Η συσκευασία των νομισμάτων του Νομισματικού Μουσείου άρχισε με προφορική εντολή στις 28 Οκτωβρίου και έως τις 4 Νοεμβρίου είχε ολοκληρωθεί ο εγκιβωτισμός όλων των πολύτιμων αρχαίων του μουσείου σε 61 κιβώτια. Τα γλυπτά του Μουσείου Ακροπόλεως σκορπίστηκαν σε πολλές κρύπτες. Στο ίδιο το μουσείο ανοίχτηκε «μέγας λάκκος εντός της αιθούσης του Παρθενώνος». Όσα δε χωρούσαν εκεί, φυλάχτηκαν «εις την κρύπτην Εννεακρούνου», στις «φυλακές του Σωκράτους, στην πύλην του μουσείου, αλλά και στην αυλή». Σύμφωνα με τα πρωτόκολλα απόκρυψης, χρησιμοποιήθηκαν «επί του Βράχου της Ακροπόλεως, κατά μήκος της βορείας πλευράς του Παρθενώνος, λαξευτά τέσσερα φρέατα», όπου τάφηκαν σε στρώσεις αρχαία κ.ά.

Τα σημαντικότερα αντικείμενα του Βυζαντινού Μουσείου κι όσα δε μεταφέρθηκαν στην Τράπεζα της Ελλάδος, προστατεύθηκαν σε ορύγματα στην αυλή του μουσείου κι άλλα στα υπόγεια του μεγάρου της Δούκισσας της Πλακεντίας. Τα γλυπτά του Μουσείου Κεραμεικού σε δύο λάκκους που ανοίχτηκαν πίσω από τα μνημεία του Δεξίλεω και της Δημητρίας και Παμφίλης, ενώ του Μουσείου Πειραιά καταχώθηκαν «σε βαθύ ημικυκλικό αγωγό της ορχήστρας του αρχαίου θεάτρου, που βρίσκεται έξω από το μουσείο». Ο ηνίοχος του Μουσείου Δελφών χωρίστηκε σε δύο τμήματα και φυλάχτηκε σε κιβώτια με άχυρο και βαμβάκι και μαζί με άλλα πολύτιμα αρχαία «εξασφαλίστηκαν στους δύο λαξευτούς τάφους που είναι και σήμερα θεατοί στον κήπο του μουσείου».

Η όψη του μουσείου τον Απρίλη του 1941, γυμνωμένου από όλο το περιεχόμενό του, ήταν μια εικόνα ερήμωσης. Οι τοίχοι γυμνοί, τα δάπεδα πολλών αιθουσών σκαμμένα, οι προθήκες άδειες. Ήταν η εικόνα που αντίκρισαν οι Γερμανοί αξιωματικοί το πρωί της Δευτέρας 28 Απριλίου. Της πρώτης ημέρας της αθηναϊκής Κατοχής.

Η παραμονή των στρατιωτικών στην Ακρόπολη και το μουσείο είχε γενικά δυσάρεστες συνέπειες για τα μνημεία του Ιερού Βράχου. «Στις αίθουσες των αρχαϊκών αετωμάτων εγκατέστησαν το πλυντήριό τους και το μαγειρείο και το υπόλοιπο μουσείο μεταβλήθηκε σε στρατώνα. Ο Βράχος έγινε στρατιωτική περιοχή, όπου οι στρατιώτες χρησιμοποιούσαν τα πολεμικά μηχανήματα χωρίς φροντίδα για τον τόπο. Άναβαν φωτιές για το πρόχειρο φαγητό τους, βρώμιζαν τα μνημεία με βενζίνες, πετρέλαια και μηχανέλαια και, όπως ήταν φυσικό, μεταχειρίζονταν τα απόμερα σημεία της Ακροπόλεως για αποχωρητήρια. Μαρτυρείται, μάλιστα, πως ούτε ο Παρθενώνας ούτε τα Προπύλαια γλίτωσαν από τη χρήση αυτήν. Στους Έλληνες αρχαιολόγους φοβερή εντύπωση έκαμε η φωτογράφιση Ιταλών στρατιωτών αγκαλιά με τις Κόρες του Ερεχθείου, ακόμη φοβερότερη, ότι στην Ακρόπολη σύχναζαν και οι ερωτικοί σύντροφοι των Ιταλών. Δεν παρέλειψαν, ακόμη, οι ίδιοι να θραύουν αρχιτεκτονικά μέλη για απόσπαση αναμνηστικών κομματιών ή να χαράζουν τα ονόματά τους στα μάρμαρα των μνημείων».

Στα δύσκολα χρόνια που ακολούθησαν, το Αρχαιολογικό Μουσείο δεν παρέμεινε έρημο. Καταλήφθηκε από δημόσιες υπηρεσίες. Στη μεγάλη Μυκηναία Αίθουσα στεγάστηκε η Κρατική Ορχήστρα. Σε ένα μεγάλο μέρος της δυτικής πλευράς, δεξιά από την είσοδο, εγκαταστάθηκε το Κεντρικό Ταχυδρομείο. Στις αίθουσες του πρώτου ορόφου επί της οδού Μπουμπουλίνας λειτούργησαν οι υπηρεσίες του υπουργείου Πρόνοιας, ενώ σε μια αίθουσα του παλαιού κτιρίου προς την οδό Τοσίτσα εγκαταστάθηκε μια ειδική Υγειονομική Υπηρεσία, απ’ όπου «περνούσαν υποχρεωτικά δυστυχισμένες νέες γυναίκες, απόκληρες της κοινωνίας», όπως διασώζει η Σέμνη Καρούζου. Σε μια γωνιά του νέου κτιρίου έμεινε λιγοστός χώρος για τα γραφεία των υπαλλήλων του μουσείου, όπου συγκεντρώθηκε η άχρηστη πια σκευή του, το πλήθος των άδειων προθηκών, ορισμένοι πίνακες της Εθνικής Πινακοθήκης και τα Γενικά Αρχεία του Κράτους. Σε ένα από τα υπόγεια της νέας πτέρυγας παρασκευαζόταν το συσσίτιο των φυλάκων και των αρχαιολογικών υπαλλήλων, με τα πυκνά ίχνη από τους καπνούς του να παραμένουν μέχρι σήμερα σε σημεία της οροφής. Παρά την απώλεια του χαρακτήρα του, το κτίριο παρέμεινε αλώβητο μέχρι το τέλος της Κατοχής. Ως τις «ημέρες του δεκεμβριανού εφιάλτη», όταν οι «πολυβολισμοί των αεροπλάνων» κατέκαψαν μέρος της ξύλινης στέγης του και ένα τμήμα του πρώτου ορόφου διαμορφώθηκε σε φυλακές των κρατουμένων. Ορισμένοι από τους διάτρητους από τις οβίδες τοίχους διατηρούνται ακόμα και σήμερα, μεταξύ των γραφείων όπου εργάζεται το προσωπικό του Μουσείου. Και παρά τη μακρά και επίπονη αποκατάσταση του κτιρίου και των εκθέσεών του τα μεταπολεμικά χρόνια, ήσαν πολλές οι κρυμμένες εκπλήξεις που έρχονταν σποραδικά στο φως. Ακόμα και η δεύτερη, εκ βάθρων ανακαίνισή του, που ολοκληρώθηκε πρόσφατα, ήταν η αφορμή να ανακαλυφθούν και άλλα από τα καλά θαμμένα μυστικά του.

Ο συναγερμός σήμανε όχι μόνο για το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, στο οποίο βρίσκονταν τα πιο σημαντικά εκθέματα, αλλά και για τα μουσεία στην περιφέρεια. Αγάλματα, αγγεία και άλλα αρχαία αντικείμενα καταχώθηκαν σε δάπεδα, στις αυλές των μουσείων ή σε υπόγεια δημόσιων κτιρίων.

Στα Γιάννενα, το μόνο μουσείο που υπήρχε τότε, ήταν το Δημοτικό Μουσείο στο Τζαμί Ασλάν Πασά, στο Κάστρο. Τα πιο πολύτιμα αρχαία ή (μετα)βυζαντινά αντικείμενα είχαν μεταφερθεί ήδη από το 1936 στην Αθήνα (στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο) για μεγαλύτερη ασφάλεια. Λίγες μέρες, μετά την έναρξη του πολέμου, μια τετραμελής επιτροπή ανέλαβε το έργο της απόκρυψης των μουσειακών εκθεμάτων. Τα έβαλε σε κιβώτια και, αφού τα σφράγισε, τα τοποθέτησε στην κλίμακα κάτω από τον μιναρέ του τζαμιού.

Συμπερασματικά, η γνωστή ως «η απόκρυψη των αρχαιοτήτων», η μεγάλη επιχείρηση που έγινε συντεταγμένα από το ελληνικό κράτος αμέσως μετά την κήρυξη του πολέμου, στις 28 Οκτωβρίου του 1940, αποτελεί μια κορυφαία πράξη της ελληνικής αρχαιολογίας. Με ταχύτητα, με σύστημα, μεθοδικά, με τάξη και με απόλυτη τήρηση διαδικασιών και πρακτικών, οι αρχαιολόγοι και άλλοι δημόσιοι υπάλληλοι φρόντισαν να κρύψουν χιλιάδες ευρήματα που σώθηκαν με αυτόν τον τρόπο από τις αρπαγές των κατακτητών.

Η Ελλάδα κατάφερε ταχύτατα και αποτελεσματικά να προστατεύσει τους πολιτιστικούς θησαυρούς της, τα πολιτιστικά αγαθά της. Σπουδαίες αποδείχθηκαν οι, ανά μουσείο, επιτροπές απόκρυψης στις οποίες συμμετείχαν δικαστικοί, πανεπιστημιακοί και δημόσιοι λειτουργοί, με επικεφαλής κάποιον αρχαιολόγο. Με οργανωμένο τρόπο, λοιπόν, και υπό την εποπτεία αυστηρών και σοβαρών επιτροπών παρακολούθησης, με τήρηση πλήρων πρακτικών απόκρυψης, η πλειονότητα των αρχαιοτήτων μεταφέρθηκε σε ασφαλή καταφύγια από τα τέλη του έτους 1940 και μέχρι τον Απρίλιο του 1941. Πολλά από εκείνα που δεν κρύφτηκαν, έγιναν αντικείμενο κλοπών και καταστροφών κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής που ακολούθησε. Μέχρι σήμερα αγνοείται η τύχη πολλών αρχαιοτήτων από όσες διαρπάχθηκαν ή ανασκάφτηκαν παράνομα.

Η επιχείρηση ξεκίνησε με σκοπό να προφυλαχθούν τα αρχαία από τους βομβαρδισμούς και τους άλλους κινδύνους του πολέμου και αποδείχθηκε σωτήρια κίνηση μετά τη γερμανική εισβολή. Με τη λήξη του μεγάλου πολέμου μια άλλη οδύσσεια ξεκίνησε, αυτή της αποκατάστασης των αντικειμένων και της εκ νέου έκθεσής τους στις γεμάτες σιωπηλή προσμονή αίθουσες των μουσείων. Το μακρόχρονο και κοπιώδες έργο της ανασυγκρότησης και επανέκθεσης των αρχαιοτήτων ολοκληρώθηκε στο μεγαλύτερο μέρος του μετά τον εμφύλιο, που ακολούθησε την απελευθέρωση από τους Γερμανούς.


Βιβλιογραφία

Παναγιώτης Τσελέκης

Γεννήθηκε στην Αθήνα και μεγάλωσε στην Καλαμάτα. Αποφοίτησε το 2018 από το Τμήμα Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Διαχείρισης Πολιτισμικών Αγαθών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου. Είναι μεταπτυχιακός φοιτητής του Τμήματος Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Διαχείρισης Πολιτισμικών Αγαθών στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών με τίτλο «Νεότερη και Σύγχρονη Ιστορία: Νέες θεωρήσεις και προοπτικές, ενώ παράλληλα ολοκληρώνει και το δεύτερο πτυχίο του σε προπτυχιακό επίπεδο στο Τμήμα Πολιτικών επιστημών και Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου. Έχει συμμετάσχει σε πλήθος σεμιναρίων, ημερίδων και συνεδρίων με θέματα που άπτονται του ενδιαφέροντός του.