Της Στεφανίας Αρβανιτάκη,

Ένας από τους βασικότερους θεσμούς που διατήρησαν οι Έλληνες κατά τη διάρκεια της Οθωμανικής κυριαρχίας ήταν η θρησκεία. Όταν καταλήφθηκε η Κωνσταντινούπολη, δεν υπήρχε πατριάρχης στον θρόνο. Συνεπώς, υπήρχε η ανάγκη να εκλεγεί έμπιστο άτομο και αυτό δεν ήταν άλλο από τον Γεννάδιο Β΄ Σχολάριο (1400-1473). Ο ίδιος ήταν ανθενωτικός και αυτό εξάλειφε σε μεγάλο βαθμό ανησυχίες του Μεχμέτ Β΄ (1432-1481) για ενδεχόμενη επίθεση των Δυτικών. Άλλωστε, η ανασύσταση του πατριαρχείου υπήρξε αιτία για την εγκατάσταση υπηκόων στην Πόλη, οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν χριστιανοί ορθόδοξοι. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, ο στόχος για ανασυνοικισμό επιτεύχθηκε. Μία περίοδος παραχώρησης προνομίων στους πατριάρχες και τους μητροπολίτες μόλις είχε αρχίσει (πληροφορίες σχετικά με αυτό αντλούνται μέσα από τα βεράτια).

Όπως είναι γνωστό, θρησκεία χωρίς μοναστήρια δε νοείται. Μέρος αυτών των πνευματικών κέντρων συνέχισαν απρόσκοπτα τη λειτουργία τους κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας. Βέβαια, την περίοδο της κατάκτησης πολλά υπέστησαν ολοκληρωτικές καταστροφές ή ερημώθηκαν. Αυτό, όμως, που διευκόλυνε την οθωμανική αυτοκρατορία ήταν να ασκεί τον έλεγχό της ακόμα και σε απομακρυσμένους τόπους. Μέσο για την επίτευξη αυτού του στόχου ήταν οι μονές, απέναντι στις οποίες δεν εφαρμόστηκε επιθετική πολιτική. Μάλιστα, τον 16ο αιώνα εγκαινιάστηκε μια περίοδος ανακαίνισης μοναστηριακών ιδρυμάτων που είχαν υποστεί φθορές και ίδρυσης νέων. Αυτό μαρτυρεί τη σημασία τους για εκείνη την εποχή και τον ρόλο που διαδραμάτιζαν για την οικονομία. Επιπλέον, σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να λησμονείται ο πνευματικός τους ρόλος. Η ελληνική παιδεία αναπτυσσόταν μέσα από τα μοναστήρια και τα πατριαρχεία, οι βιβλιοθήκες τους φιλοξενούσαν μεγάλο μέρος ελληνικών χειρογράφων (πολλά από τα οποία επιβιώνουν μέχρι και σήμερα) και σημαντικοί μοναχοί όπως ο Κοσμάς Αιτωλός αναδείχθηκαν μέσω αυτών. Η ακτινοβολία του Αγίου Όρους δεν έπαψε να φωτίζει τα χριστιανικά κράτη.

Αξιοσημείωτο να ειπωθεί είναι ότι όσο επεκτεινόταν η οθωμανική αυτοκρατορία, τόσο πιο πολύ διευρυνόταν και η δικαιοδοσία του πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης. Αυτό σήμαινε πως πλέον μπορούσε να ασκεί επιρροή και σε άλλα εδάφη και να εμπλέκεται στις εξωτερικές σχέσεις της οθωμανικής πολιτικής. Το κύρος του ενισχύθηκε και όπως έχει παρατηρήσει εύστοχα ο Παρασκευάς Κονόρτας «ο πατριάρχης του τέλους του 16ου αιώνα δεν είναι πια ένας ταπεινός μοναχός όπως ο Γεννάδιος Β΄. Πρόκειται μάλλον για έναν πολιτικό άνδρα που ταξιδεύει και διατηρεί επαφές και διπλωματικές σχέσεις με πολιτικούς παράγοντες, οι οποίοι βρίσκονται και εκτός των οθωμανικών ορίων».

Κάτω από τον οθωμανικό ζυγό, η εκκλησία μπόρεσε να συνεχίσει τον θεσμικό της ρόλο και τα μοναστήρια ως οικονομικά και θρησκευτικά κέντρα επιβίωσαν διατηρώντας την περιουσία τους, ένα μέρος της οποίας προερχόταν από τις δωρεές που είχαν κάνει οι πιστοί. Αυτά τα χρηματικά αποθέματα αναγνωρίζονταν ως βακούφια και οι μοναχοί που τα διαχειρίζονταν έχαιραν προνομιακής μεταχείρισης ως προς τους φόρους, όπως ήδη αναφέρθηκε παραπάνω. Βέβαια, η κατάσταση άλλαξε περίπου στα μέσα του 16ου αιώνα όταν έλαβε χώρα η δήμευση των περιουσιών που ανήκαν στα εκκλησιαστικά και μοναστηριακά ιδρύματα. Αυτό το μέτρο δεν έθετε στο στόχαστρο την καταστροφή των μονών, αλλά είναι κάτι που δε θα σχολιαστεί περαιτέρω εδώ λόγω διαφορετικής θεματολογίας.

Στο παρόν άρθρο έγινε μια προσπάθεια να παρουσιαστούν κάποιες πτυχές της στάσης της οθωμανικής αυτοκρατορίας αλλά και ευνοϊκά μέτρα απέναντι στη χριστιανική θρησκεία και τους πιστούς της, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι υπήρχε μόνο αυτή όλους τους αιώνες που οι Έλληνες ήταν υποδουλωμένοι. Από ιστορικούς συμπεραίνετε πως η ορθόδοξη εκκλησία ενσωματώθηκε στο θεσμικό πλαίσιο της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Η προσοχή μας αξίζει να στραφεί στη συνέχιση της δράσης των χριστιανών σε μια περίοδο που ο κυρίαρχος ήταν αλλόθρησκος.


Βιβλιογραφία

  • Δημήτριος Παπασταματίου-Φωκίων Κοτζαγεώργης, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού κατά τη διάρκεια της Οθωμανικής πολιτικής κυριαρχίας, Αθήνα ΣΕΑΒ 2015.
  • Ελένη Γκαρά-Γεώργιος Τζεδόπουλος, Οθωμανικό κράτος και χριστιανικές εκκλησίες, Αθήνα, 2015.
  • Ελένη Γκαρά-Γεώργιος Τζεδόπουλος, Χριστιανοί και μουσουλμάνοι στην οθωμανική αυτοκρατορία, Αθήνα, 2015.

Στεφανία Αρβανιτάκη

Γεννημένη το 1997 στη Θεσσαλονίκη. Προπτυχιακή φοιτήτρια του τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου με κατεύθυνση Ιστορίας. Έχει επιλέξει να ασχοληθεί με Βυζαντινές σπουδές και ξενάγηση. Τα τελευταία χρόνια ασχολήθηκε με το Θέατρο και συμμετείχε σε διαγωνισμούς εκφραστικής ανάγνωσης στους οποίους και διακρίθηκε. Στόχος της να χρησιμοποιήσει το Θέατρο ως μέσο διδασκαλίας της Ιστορίας.