Του Αλέξανδρου Γκανά,

Κάθε άνθρωπος, κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής του, ασυνείδητα υιοθετεί την πεποίθηση ότι είναι ανίκητος, άφθαρτος και τίποτε δεν μπορεί να τον καταβάλλει. Η ζωή φαντάζει μεγάλη και αέναη, ενώ ο θάνατος δεν είναι παρά μια μακρινή και αβέβαιη σκέψη που φευγαλέα μόνο περνάει απ’ τον ανθρώπινο νου. Ίσως θα μπορούσε κανείς να τον παρομοιάσει με την ομίχλη που σχηματίζεται στο τέλος ενός ορμητικού καταρράκτη.

Καθώς, όμως, ο κάθε άνθρωπος μεγαλώνει, αποκτά χρήσιμες εμπειρίες και βιώματα ενώ παράλληλα, ακονίζονται περαιτέρω οι διανοητικές και πνευματικές του ικανότητες. Κάτι τέτοιο έχει ως άμεσο απότοκο την ταχεία συνειδητοποίηση, ότι η αποφυγή της ανθρώπινης φθοράς και παρακμής και κατ’ επέκταση του θανάτου, δεν είναι παρά μια ουτοπική φαντασίωση τροφοδοτούμενη απ’ την παιδική άγνοια και αθωότητα.

Προσωπικά πιστεύω ακράδαντα ότι έρχεται μια μέρα ή συνηθέστερα μια νύχτα στη ζωή κάθε ανθρώπου, κατά την οποία συνειδητοποιεί ουσιαστικά το πόσο σίγουρο και τελεσίδικο είναι αυτό το μακάβριο τέλος που μας περιμένει όλους, γεγονός που, αναπόφευκτα, του δημιουργεί μια σειρά αλλεπάλληλων αναπάντητων ερωτημάτων, ικανών να ταλανίζουν ανελέητα τα περιορισμένα όρια της ανθρώπινης νόησης.

Τί συμβαίνει στην νόηση, την προσωπικότητα, την σκέψη και γενικότερα, σε όλα εκείνα τα στοιχεία που σχηματίζουν το «εγώ» του κάθε ανθρώπου; Θα υπάρχει η οποιαδήποτε αίσθηση, αφότου έχει επέλθει ο θάνατος; Θα έχει ο θανών την δυνατότητα να συνειδητοποιήσει την τελμάτωση της ζωής του ή απλά υπάρχει το απόλυτο κενό και η ανυπαρξία;

Εντούτοις, κανείς δυστυχώς δεν έχει μπορέσει να δώσει μια ξεκάθαρη και σίγουρη απάντηση σε ουδένα εκ των άνωθεν διατυπωθέντων ερωτημάτων. Κάτι τέτοιο φαντάζει, βέβαια, ιδιαίτερα παράδοξο, πόσο μάλλον αν αναλογιστεί κανείς τις ανεξάντλητες δυνατότητες που προσφέρει η τεχνολογική πρόοδος και ακμή. Προσωπικά θεωρώ αδιανόητα ενδιαφέρον, το ότι ενώ έχουμε ταξιδέψει στην σελήνη, δεν είμαστε καν κοντά στο να ξεκλειδώσουμε το «κουτί της Πανδώρας» που ονομάζεται ανθρώπινος εγκέφαλός, καθώς και τα μυστικά που αυτό περιέχει, ένα εκ των οποίων είναι και ο τερματισμός της λειτουργίας του.

Υπάρχει μια πληθώρα θεωριών και προσεγγίσεων σε σχέση με το τί συμβαίνει μετά το θάνατο, η υιοθέτηση των οποίων εξαρτάται από ποικίλους παράγοντες, όπως το οικογενειακό και κοινωνικό υπόβαθρο, το διανοητικό και ορθολογικό επίπεδο του κάθε ατόμου, καθώς και διάφορα άλλα ερεθίσματα που δύναται να έχει προσλάβει το τελευταίο κατά τη διάρκεια της ζωής του. Πρώτα-πρώτα, υπάρχει η θρησκευτική ή θεολογική προσέγγιση, σύμφωνα με την οποία τον θάνατο του σώματος τον ακολουθεί η αθανασία του πνεύματος. Ήτοι, η ψυχή του κάθε ανθρώπου ύστερα απ΄ τον θάνατο του, μεταβαίνει, ανάλογα με τα αμαρτήματα του, είτε στον παράδεισο είτε στην κόλαση. Σαφώς, η εν λόγω αντίληψη αποτελεί πυρήνα πολλών διαφορετικών θρησκευτικών δογμάτων και λατρειών. Ωστόσο, χρησιμοποιώ την εκδοχή του χριστιανισμού εφόσον αυτή κρίνεται πιο οικεία και προσιτή. Περαιτέρω, πολλοί πολιτισμοί ανά τον κόσμο, όπως οι αρχαίοι Αιγύπτιοι ή ακόμα και πολλές σύγχρονες ινδικές θρησκευτικές ομάδες, τάσσονται υπέρ του συστήματος της μετενσάρκωσης σύμφωνα με το οποίο η φύση της συνεχιζόμενης ύπαρξης καθορίζεται άμεσα από τις πράξεις του ατόμου στην τελειωμένη ζωή και όχι από την απόφαση ενός άλλου όντος.

Τέλος, υπάρχει η σύγχρονη σκεπτικιστική θεώρηση, την οποία και ενστερνίζεται το μεγαλύτερο μέρος των σύγχρονων νοούντων ανθρώπων. Σύμφωνα με την προαναφερθείσα, κάθε ανθρώπινο σώμα δεν είναι τίποτα άλλο από ένα σύστημα αλληλοεπιδρώντων χημικών ενώσεων, το οποίο σταδιακά φθείρεται και παρακμάζει μέχρι που κάποια στιγμή σταματά να λειτουργεί. Σ’ αυτό το σημείο, η καρδιά σταματά να πάλλεται και ως εκ τούτου να διοχετεύει αίμα στο υπόλοιπο σώμα και στο εγκέφαλο και στην συνέχεια ο ανθρώπινος οργανισμός, έχοντας απολέσει πλήρως την λειτουργικότητα του, καταρρέει. Το ανθρώπινο πνεύμα απ’ την άλλη, η σκέψη, οι αισθήσεις, τα στοιχεία της προσωπικότητας, περνούν απλώς στο στάδιο της ανυπαρξίας.

Αναλυτικότερα, ο ανθρώπινος νους δεν δύναται να αντιληφθεί την έννοια της ανυπαρξίας σε βαθμό ουσιαστικό και ικανοποιητικό, γεγονός που τρομοκρατεί τον μέσο άνθρωπο. Είναι επόμενο, λοιπόν, όλοι μας να τρέμουμε στην ιδέα του θανάτου, ακριβώς επειδή δεν μπορούμε να τον διανοηθούμε, δεν μπορούμε να τον εκλογικεύσουμε, ούτε να τον φέρουμε στα μέτρα μας αλλά κυρίως δεν μπορούμε να τον αποφύγουμε. Υπάρχει μάλιστα μια θεωρία η οποία χαίρει ιδιαίτερης αποδοχής στην κοινή γνώμη, που υποστηρίζει ότι ο μόνος φόβος που μπορεί να διακατέχει κάποιον άνθρωπο είναι αυτός του θανάτου. Όλες οι υπόλοιπες φοβίες είναι απλώς παρεπόμενες και εμπορευόμενες από την προαναφερθείσα. Λόγου χάριν, ένας άνθρωπος που έχει υψοφοβία, δεν φοβάται τα ύψη αυτά καθ’ εαυτά αλλά πολύ περισσότερο το μοιραίο αποτέλεσμα που ενδέχεται να συνεπάγεται η πτώση του.

Συνοψίζοντας, όπως είπε ο μετρ του γοτθικού τρόμου Edgar Allan Poe, κάθε ζωή ξεκινά κάποια στιγμή μόνο και μόνο για να τελειώσει σε μια άλλη. Αυτό είναι που καθιστά το δώρο της ύπαρξης τόσο όμορφο και μοναδικό. Προσωπικά, κατανοώ ότι καταπιάστηκα με ένα ιδιαίτερα μακάβριο και δύσπεπτο θέμα και ως εκ τούτου θα ήθελα να κλείσω με μια πιο ευχάριστη νότα. Έτσι, θα ήθελα να παραθέσω μια έκφραση, η οποία ενδέχεται να θεωρείται ιδιαίτερα «κλισέ», αλλά στην παρούσα περίσταση την θεωρώ ιδανική, ότι δηλαδή, σημασία δεν έχει ο προορισμός αλλά το ταξίδι.


Αλέξανδρος Γκανάς

Είναι προπτυχιακός φοιτητής του τμήματος Νομικής στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης. Ο κλάδος της νομικής, ανέκαθεν φάνταζε ιδιαίτερα συναρπαστικός σε εκείνον, εφόσον από πολύ νεαρή ηλικία γνώριζε ότι αυτήν την κατεύθυνση θα ήθελε να ακολουθήσει μελλοντικά. Τα τελευταία δύο χρόνια ασχολείται ερασιτεχνικά με την συγγραφή και πιο συγκεκριμένα με την συγγραφή πολιτικών δοκιμίων, ποιημάτων και σύντομων διηγημάτων της λογοτεχνίας του φανταστικού. Τρέφει επιπλέον, μια ιδιαίτερη αγάπη για τον αθλητισμό, την τζαζ μουσική και το σκάκι, ευελπιστώντας ότι, κάποια στιγμή στο άμεσο μέλλον θα του δοθεί και η ευκαιρία να συμμετάσχει σε σκακιστικούς αγώνες.