Coroneconomics: Τι σημαίνει η συμμετοχή της Ελλάδας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας;

45

Του Βασίλη Λ. Παπαγιαννίδη,

«Οι απρόβλεπτοι καιροί απαιτούν απρόβλεπτες αποφάσεις». Με τον τρόπο αυτόν σχολίασε πριν από λίγα 24ωρα την απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) περί εφαρμογής νέου, επιπρόσθετου προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης (Quantitative Easing–QE) η Πρόεδρός της, Κριστίν Λαγκάρντ. Η κεντρική τραπεζίτης ενέκρινε μάλιστα και τη συμμετοχή της Ελλάδας στο πρόγραμμα αυτό ύψους 750 δις Ευρώ. Η απόφαση φέρνει ικανοποίηση στην ελληνική πλευρά, καθώς αποτελεί πάγιο αίτημά της ήδη από το 2015. Τότε, επί προεδρίας Μάριο Ντράγκι, η ΕΚΤ ανέλαβε η ίδια την ευθύνη της στήριξης της οικονομίας της Ευρωζώνης στο σύνολό της, ακολουθώντας την ιστορική δήλωσή του, ότι «Η Τράπεζα θα κάνει οτιδήποτε χρειαστεί για τη διάσωση της Ευρωζώνης: και αυτό θα είναι αρκετό»!

Με τον τρόπο αυτό, η ΕΚΤ για μία ακόμα φορά ήρθε να εκπληρώσει τα καθήκοντά της ως αρμόδια για τη νομισματική πολιτική και τη σταθερότητα τιμών, όπως αυτά περιγράφονται στα άρθρα 127(1),(2) και 282(2) της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) και εξειδικεύονται στα άρθρα 2 και 3(1)(α’) του Καταστατικού της.

Η παρούσα πρωτοβουλία έρχεται σε έναν κρίσιμο χρόνο, κατά τον οποίο ο κορωνοϊός εξαπλώνεται ραγδαία, εξαναγκάζοντας το σύνολο των κρατών της Ευρώπης σε αναστολή των οικονομικών δραστηριοτήτων τους, προκειμένου να αντιμετωπίσουν τις υγειονομικές συνέπειες του ιού στον πληθυσμό τους. Από εδώ και στο εξής, ωστόσο, τα κράτη του Ευρωσυστήματος έχουν στη διάθεσή τους τη μέγιστη δυνατή ρευστότητα για την αντιμετώπιση του ιού, καθώς και τη στήριξη των οικονομιών τους μέσω της ελαχιστοποίησης των επιπτώσεων στον τομέα αυτό.

Η παύση της οικονομικής δραστηριότητας οδηγεί σε αναπόφευκτη ύφεση της οικονομίας της Ευρωζώνης μετά από σειρά ετών θετικών ρυθμών ανάπτυξης, η οποία με τη σειρά της αντικατοπτρίζεται πλέον στην αύξηση των αποδόσεων/επιτοκίων των κρατικών ομολόγων στις διεθνείς αγορές. Αυτό σημαίνει ότι ο δανεισμός γίνεται πλέον ακριβότερος κι επομένως, δυσκολότερος. Ουδείς μπορεί αυτή τη στιγμή να προβλέψει τη χρονική διάρκεια της αναστολής των οικονομικών δραστηριοτήτων, δεδομένης της μη ύπαρξης αποτελεσματικού φαρμάκου ή εμβολίου που θα θέσει τον ιό υπό έλεγχο. Κατά τούτο, κανείς δεν μπορεί να υπολογίσει το τελικό ποσοστό της ύφεσης για το 2020, καθώς και τις συνέπειές της για τα κράτη-μέλη.Προκειμένου να αποφευχθούν τα χειρότερα, δηλαδή μία γενικευμένη έλλειψη ρευστότητας εξαιτίας της πιθανής αδυναμίας δανεισμού των χωρών της Ευρωζώνης, πράγμα που θα ήταν καταστροφικό για το ίδιο το κοινό νόμισμα, η ΕΚΤ έλαβε την εξής απόφαση: εξαγορά από την ίδια των κρατικών ομολόγων μακράς περιόδου ωρίμανσης των χωρών του Ευρωσυστήματος συνολικού ποσού 750 δις ευρώ, ανεξαρτήτως του ύψους των επιτοκίων τους. Η ιδέα πίσω από το εγχείρημα είναι ότι οι αγορές θα καθησυχαστούν, βλέποντας την Κεντρική Τράπεζα της μεγαλύτερης νομισματικής ένωσης στον κόσμο να αναλαμβάνει μέσω των παραπάνω εξαγορών τη χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας. Κατά τούτο, οι αποδόσεις των ομολόγων θα πέσουν λόγω του μικρότερου ρίσκου, καθιστώντας σχετικά εύκολη τη ροή χρήματος στις οικονομίες των κρατών της Ευρωζώνης.

Σημειωτέον ότι η ποσοτική χαλάρωση αποτελεί ένα από τα βασικότερα μέτρα άσκησης νομισματικής πολιτικής παγκοσμίως σε καιρούς υφέσεων. Στοχεύει κυρίως (αλλά όχι μόνο) στην αγορά κρατικών χρεογράφων μακράς περιόδου ωρίμανσης από την τράπεζα άσκησης νομισματικής πολιτικής μίας χώρας ή μίας νομισματικής ένωσης, προκειμένου να αυξηθεί η αξία τους, να πέσουν οι αποδόσεις/επιτόκιά τους και να καταστεί φθηνότερος ο δανεισμός της ενδιαφερόμενης χώρας. Σε τελική ανάλυση, στόχος είναι η ενίσχυση της πραγματικής οικονομίας, μέσω του τραπεζικού συστήματος που με τη σειρά του θα τρέψει τα αυξημένα πλέον αποθεματικά του σε δάνεια και χρηματοδοτήσεις προς τις εταιρείες και τους καταναλωτές. Ταυτόχρονα, η μεγαλύτερη ρευστότητα των ταμειακών διαθεσίμων του κράτους τού προσφέρει ευελιξία για την αντιμετώπιση έκτακτων καταστάσεων, όπως εν προκειμένω.

Σχηματικά τα μέτρα ποσοτικής χαλάρωσης λειτουργούν ως εξής:

  1. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αγοράζει ομόλογα από τις τράπεζες.
  2. Έτσι αυξάνεται η τιμή των ομολόγων και δημιουργείται χρήμα στο τραπεζικό σύστημα.
  3. Κατά συνέπεια μία ευρεία σειρά επιτοκίων μειώνονται και τα δάνεια γίνονται φθηνότερα.
  4. Οι επιχειρήσεις και οι καταναλωτές μπορούν πλέον να δανείζονται περισσότερα χρήματα και η αποπληρωμή των δανείων τους κοστίζει λιγότερο λόγω των μειωμένων επιτοκίων δανεισμού.
  5. Με τον τρόπο αυτόν δίνεται ώθηση στην κατανάλωση και τις επενδύσεις.
  6. Η αύξηση της κατανάλωσης και των επενδύσεων στηρίζει την οικονομική ανάπτυξη και τη δημιουργία θέσεων εργασίας.
  7. Καθώς οι τιμές αυξάνονται, η ΕΚΤ επιτυγχάνει ρυθμό πληθωρισμού κάτω αλλά πλησίον του 2% μεσοπρόθεσμα, όπως ακριβώς προβλέπει το Καταστατικό της.

Η ανακοίνωση των μέτρων, ως συνέχεια μάλιστα των αντιστοίχων της 12ης Μαρτίου ύψους 120 δις ευρώ, έτυχε ευρείας αποδοχής από τις αγορές. Αποτύπωση αυτού ήταν η απότομη και μεγάλη αύξηση των χρηματιστηριακών δεικτών των χωρών της Ευρωζώνης μετά από μία μακρά περίοδο πτώσης. Ο ενθουσιασμός αυτός επηρέασε θετικά και τον Γενικό Δείκτη του Χρηματιστηρίου Αθηνών, ο οποίος μετά από καιρό σημείωσε άνοδο 7,68%, κλείνοντας τη συνεδρίαση της 24/3/2020 στις 552,45 μονάδες, με τη συνολική κεφαλαιοποίηση της αγοράς να αυξάνεται κατά 2,4 δις ευρώ σε σχέση με την αμέσως προηγούμενη συνεδρίαση, με την αξία των συναλλαγών να ανέρχεται στα 104,161 εκατ. ευρώ.

Την ίδια στιγμή, η ένταξη της Ελλάδας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης με την άρση του waiver που επέτρεπε τη συμμετοχή μόνο σε χώρες, των οποίων τα ομόλογα τοποθετούνται στις επενδυτικές βαθμίδες από τους κυριότερους οίκους αξιολόγησης, φαίνεται σημαντική και για τη θέση της χώρας στις χρηματαγορές. Συγκεκριμένα, η ανακοίνωση της ΕΚΤ περί εξαγοράς ελληνικών ομολόγων ύψους 12 δις ευρώ είχε ως αποτέλεσμα τη σημαντική μείωση της απόδοσης του 10ετούς ομολόγου του Ελληνικού Δημοσίου από το 4,5% στο 2,4% την επόμενη κιόλας ημέρα. Σημειωτέον ότι η θετική πορεία της ελληνικής οικονομίας είχε οδηγήσει τα επιτόκια των 10ετών ομολόγων πριν από έναν μήνα σε τιμές κάτω του 1%, καθιστώντας τον δανεισμό της χώρας φθηνότερο από ποτέ.

Εν κατακλείδι, όλα δείχνουν μία πιθανή θετική επίδραση των νέων μέτρων της ΕΚΤ, τόσο για την Ευρωζώνη όσο και ειδικότερα για την ελληνική οικονομία. Η αντίδραση των αγορών είναι ενθουσιώδης μέχρι στιγμής, ενώ η αγορά θα ενισχυθεί πλέον με έκτακτη ρευστότητα. Ταυτόχρονα, όμως, θα προσφέρει στο κράτος την απαραίτητη ευελιξία για την αντιμετώπιση των συνεπειών του κορωνοϊού σε υγειονομικό επίπεδο, πράγμα που επείγει. Σε κάθε περίπτωση, όμως, δεν θα ήταν σώφρον να προεξοφληθεί μία μακροπρόθεσμη θετική επίπτωση των μέτρων στις αγορές, καθώς κάτι τέτοιο θα συμβεί μόνο με την εύρεση του εμβολίου, που θα δώσει τέλος στον ιό. Μέχρι τότε αναμένουμε τις επόμενες κινήσεις των Ευρωπαίων ηγετών, (μεταξύ των οποίων και ο Έλληνας Πρωθυπουργός) που υπέβαλαν αίτημα στον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Σαρλ Μισέλ, για τη συζήτηση στη Σύνοδο Κορυφής περί της έκδοσης Ευρωομολόγου (Coronabond).


Πηγές

Βασίλης Λ. Παπαγιαννίδης

Είναι νέος δικηγόρος, απόφοιτος της Νομικής Σχολής Αθηνών. Την παρούσα περίοδο πραγματοποιεί μεταπτυχιακές σπουδές στο Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο  Πανεπιστήμιο του Leiden της Ολλανδίας. Η εξελισσόμενη σχέση μεταξύ του Ενωσιακού και των εθνικών δικαίων, η οικονομική κρίση και η συμβολή της στην ολοκλήρωση της Νομισματικής Ένωσης ως σταδίου πλήρους επίτευξης της Κοινής Αγοράς αποτελούν τον πυρήνα των ενδιαφερόντων του. Η αντανάκλαση των παραπάνω παραγόντων στην έκταση προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και στην καθημερινότητα του Ευρωπαίου πολίτη τα καθιστούν μείζονος σημασίας ζητήματα τα οποία εξετάζει υπό την προσωπική του οπτική.