Του Νικόλα Λιαροδήμου,

Τα τελευταία δέκα χρόνια, κατά τα οποία η διεθνής οικονομική κρίση έπληττε τις οικονομίες των κρατών και εμβόλιζε τα νοικοκυριά, θυμάμαι συχνά πυκνά να ακούω για τη ρευστοποίηση ενός αμύθητου θησαυρού που θα έσωζε την κατάσταση. Ο θησαυρός δεν ήταν άλλος από τον κουμπαρά ή καλύτερα το παγκάρι της Εκκλησίας της Ελλάδος! Κρίνοντας την “πρόταση” της ρευστοποίησης εκ των υστέρων, για να διασφαλίσω την ηρεμία της κριτικής απέναντι στην ουσία του ζητήματος, καταθέτω τις παρακάτω σκέψεις.

Η Εκκλησία της Ελλάδος είναι μεν ένας μεγάλος οργανισμός με νομική υπόσταση, αλλά ο σκοπός που υπηρετεί είναι πολύ βαθύτερος από των κοινών οργανισμών. Στο δομικό σχεδιασμό του οργανισμού αυτού διακρίνεται εταιρική διάρθρωση, όσον αφορά τη διοίκησή του, άρα έσοδα και έξοδα. Θα αποφύγω, όμως, το κέρδος ή τη ζημία και θα τα αντικαταστήσω με τις λέξεις πλεόνασμα ή έλλειμμα, κυρίως γιατί στόχος δεν είναι η αύξηση των ταμειακών διαθεσίμων, αλλά η εξυπηρέτηση τελετουργικών και φιλανθρωπικών σκοπών. Αν λοιπόν στον ισολογισμό περισσέψουν χρήματα, δεν έχουμε κέρδος, όπως θα είχε μία εμπορική επιχείρηση, αλλά πλεόνασμα και αντίστοιχα αν λείψουν δεν έχουμε ζημία, αλλά έλλειμμα. Ο ίδιος οργανισμός, με την ευθύνη της επί μέρους διάρθρωσης, είναι και ο υπεύθυνος της αξιοποίησης των ιδιοκτησιών του με σκοπό τη μεγιστοποίηση των -μη κερδοσκοπικών- αποτελεσμάτων χρήσης του.

Ξεκαθαρίζοντας τα παραπάνω, επανέρχομαι σε εκείνον τον αμύθητο θησαυρό, αλήθεια, τι εννοούμε όταν μιλάμε για εκκλησιαστική περιουσία και τι ακριβώς περιμέναμε να ρευστοποιηθεί; Αναζητώντας τις ρίζες της εκκλησιαστικής περιουσίας, σίγουρα θα χαθούμε στην αναδρομή, καθώς βρίσκονται βαθιά πίσω στους αιώνες. Από πρόσφατα παραδείγματα, όμως, η εκκλησιαστική περιουσία (κυρίως ακίνητη) προέκυψε από δωρεές και κάποτε αγορές, που σχεδόν στην συντριπτική τους πλειοψηφία υπηρετούν τις τελετουργικές ανάγκες του ανθρώπου και τον ίδιο τον άνθρωπο.

Μέχρι σήμερα, σε αυτή την ακίνητη περιουσία, η εκκλησία περιθάλπει χιλιάδες συμπολίτες μας, καλύπτοντας ευρέως ανάγκες που ξεκινούν από τις βασικές για την επιβίωση, μέχρι τις απαραίτητες για την εκπαίδευση και πολλές άλλες ακόμα. Τα παραδείγματα είναι εκατοντάδες, δραστήριοι και πάντοτε ανήσυχοι μητροπολίτες και ιερείς, διοχετεύουν την οικονομική και την υλική στήριξη των πιστών σε έργα και υποδομές που προασπίζουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Θα είναι άδικο να αναφερθώ σε κάτι συγκεκριμένο, διότι μόνο η προκατειλημμένη άρνηση θα αποστραφεί αυτή την πραγματικότητα. Στάση πρώτη: δεν θεωρώ ότι ο κοινός υγιής νους θα ήθελε ρευστοποίηση κάποιας από τις φιλανθρωπικές ή πνευματικές δομές που δημιουργήθηκαν με χρήματα πιστών για το σκοπό που υπηρετούν.

Αφήνοντας τα κτήρια και τις υποδομές, με την ελπίδα της κοινής αποδοχής του καταλυτικού κοινωνικού τους έργου, περνάμε στην εύκολη απάντηση. Να πουλήσουν οι παπάδες τα χρυσά τους. Ποια χρυσά; Τους πολυέλεους και τα καντήλια (τα ιερατικά σκεύη και τον εξοπλισμό των ναών εύκολα θα αναφέρει κανείς). Επεμβαίνω και διαβεβαιώ εξ ιδίας πείρας ότι σχεδόν κανένα σκεύος δεν είναι χρυσό, αλλά στη συντριπτική τους πλειονότητα είναι επιχρυσωμένα μπρούτζινα και χάλκινα σκεύη. Θα κινηθώ όμως για λίγο σε ένα παράλληλο σύμπαν που όλα στους ναούς ήταν χρυσά…

Ποιο μαθηματικό μυαλό έλιωσε τους πολυελαίους των ναών και υπολόγισε πως ισούται με το δημοσιονομικό κενό και την ανευθυνότητα του κράτους και των πολιτών από τις ημέρες των ευτραφών αγελάδων; Ποιος μεταρρυθμιστής θεώρησε ότι η αναδιοργάνωση που επετεύχθη τα χρόνια της δημοσιονομικής προσαρμογής θα μπορούσε να επιτευχθεί με χρήμα από τα καντήλια και τα μανουάλια των ναών; Πόσο πρόχειρες και ανεύθυνες σκέψεις (δεν τολμώ να τις ανάγω σε προτάσεις)… Και αφού τα καντήλια, τα μανουάλια και οι πολυέλαιοι εκ των πραγμάτων δεν αρκούν, κυρίως γιατί δεν αξίζουν όσο φαίνεται, θα πρέπει να συμπληρώσουμε πώς αποκτήθηκαν: από δωρεές πιστών για συγκεκριμένη χρήση και δεν είναι κανείς υπεράνω του μόχθου των πολιτών, ώστε να κατευθύνει την αποτελεσματικότητά του.

Επόμενος σταθμός, οι μονές. Τα μοναστήρια, οι φύλακες μίας πολύ ιδιαίτερης και βαθύτατα πνευματικής πτυχής της ιστορίας του έθνους μας. Οι πηγές της σημερινής πνευματικής μας μετουσίωσης. Εκεί που πράγματι φυλάσσονται θησαυροί. Κειμήλια με αξία ανυπολόγιστη, όχι λόγω του υλικού κατασκευής, αλλά κυρίως λόγω της ιστορικής τους διαδρομής και πολύ περισσότερο λόγω της πνευματικής τους σύνδεσης με την ανώτερη Εκείνη δύναμη που η εκκλησία υπηρετεί. Η συνέχεια στην συγκεκριμένη προσέγγιση περιττεύει, αφού η πνευματικότητα των κειμηλίων έχει διαφορετικές άγκυρες στον κάθε άνθρωπο. Θέλοντας να πλησιάσω, όμως, την θιγόμενη πρόταση, περί ρευστοποίησης, θα κάνω έναν και μόνο παραλληλισμό. Σκέφτηκε ποτέ κανείς να ανοίξουμε τα μουσεία και να πουλήσουμε εκθέματα; Αυτό απαντά και σε αυτό αρκούμαι…

Άφησα για το τέλος τα άμφια, γιατί κάθε ‘’επαναστατική’’ σκέψη εκεί θα καταλήξει. Για μία στολή σωμάτων ασφαλείας ή ενόπλων δυνάμεων χρειάζονται δύο μέτρα ύφασμα, ενώ για μία ιερατική χρειάζονται τέσσερα μέτρα και αυτή είναι η μόνη διαφορά. Αρκούμαστε, όμως, στην πρώτη εντύπωση, πόσο λάμπει η μία και πόσο η άλλη, πράσινη, μπλε ή μαύρη κλωστή αφενός και χρυσοκλωστή αφετέρου. Οι μήτρες και οι ποιμαντορικές ράβδοι όσο ένα καλό πηλήκιο και ένα ξίφος. Δεν αξίζουν πολλά λοιπόν, ίσως δείχνουν ότι αξίζουν και δημιουργώντας μία πλαστή εικόνα που διαφέρει από την πραγματική, αποστρέφουν όποιον έχει την προδιάθεση. Όπως ένας ένστολος, λοιπόν, κατέχει τις στολές του, έτσι κι ένας ιερέας ή ένας αρχιερέας…

Δεν ανέφερα νούμερα και συγκεκριμένες καταστάσεις, γιατί θεώρησα πως η ουσία δεν βρίσκεται στα ποσά, αλλά στην ευκολία με την οποία βρίσκαμε λύσεις που δεν περιλάμβαναν ριζικές αλλαγές στις συνήθειές μας. Η εκκλησιαστική περιουσία, τα πετρέλαια, οι Κινέζοι, οι Ρώσοι και κάθε άλλη ευφάνταστη λύση, είχε έναν κοινό παρονομαστή, την αποφυγή της προσαρμογής. Στείρα άρνηση να αλλάξουμε, να αφήσουμε πίσω όλα όσα πλήγωσαν την υγιή πορεία του κράτους και να εφαρμόσουμε νέες συνήθειες, χάνοντας προνόμια που όμως θα μας οδηγήσουν στο αύριο. Η πορεία προς τα εμπρός απαιτεί την σταθερή ανάληψη της ατομικής ευθύνης και κυρίως τη σοβαρότητα, όταν πρόκειται να καταθέσουμε προτάσεις στο δημόσιο βίο.


Νικόλας Λιαροδήμος

Γεννήθηκε το 1996 στην Πάτρα και μεγάλωσε στο Μάνεσι Τριταίας. Σπούδασε οικονομικά, με την παραγωγική οικονομία να του κεντρίζει το ενδιαφέρον. Πιστεύει στη δύναμη του Έλληνα να παράγει και να καινοτομεί έχοντας αδυναμία στον πρωτογενή τομέα, στα σπλάχνα του οποίου ενηλικιώθηκε.