Της Πηνελόπης Ανυφαντή,

Η ενωσιακή έννομη τάξη εκπορεύεται από τη διεθνή, καθώς ιδρύθηκε με μία διεθνή Συνθήκη που τέθηκε σε ισχύ σύμφωνα με τις προβλεπόμενες από το διεθνές δίκαιο διαδικασίες, δηλαδή με υπογραφή και κύρωση από τα κράτη που την απαρτίζουν σύμφωνα με τις συνταγματικές τους διαδικασίες. Ωστόσο, η έννομη τάξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης διαφοροποιείται από τη διεθνή, λόγω των χαρακτηριστικών που έχει προσδώσει στα θεσμικά όργανα που διέπουν τη δράση της και την επίτευξη των στόχων που θέτει. Παράλληλα, διαφέρει μορφολογικά και από το ομοσπονδιακό κράτος, ενώ διαθέτει δική της νομική προσωπικότητα, γεγονός που την καθιστά διακριτή σε σχέση με την έννομη τάξη των κρατών μελών, η αυτονομία των οποίων συνιστά όρο sinequa non για τη λειτουργία και την ποιοτική ανέλιξη του ενωσιακού εγχειρήματος. Το γεγονός αυτό έχει διαπιστώσει και αναγάγει σε ύψιστη αρχή της Ένωσης το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μέσα από τις κομβικές αποφάσεις Van Gend en Loos και Costa v. ENEL.

Η αυτονομία αυτή ωστόσο, εκδηλώνεται κυρίως στον τομέα των γενεσιουργών αιτίων, των αιτίων δηλαδή που οδήγησαν τους λεγόμενους «πατέρες της Ένωσης» να σφυρηλατήσουν το ενωσιακό οικοδόμημα. Η διασφάλιση της ειρήνης μέσω της οικονομικής συνεργασίας των κρατών μελών προς αποτροπή ενός νέου πολέμου αποτέλεσε την ιδρυτική βάση που διαμορφώνει κατ’ επέκταση και το πλαίσιο των στόχων που επιδιώκει η Ένωση σήμερα.

Η Συνθήκη της Ρώμης μετρά πάνω από εξήντα χρόνια ζωής, διακρινόμενα σε δύο περιόδους: τα πρώτα τριάντα χρόνια εστιάζουν στις οικονομικές ελευθερίες και στην εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, δηλαδή στο δίκαιο του ανταγωνισμού και στην ελεύθερη κυκλοφορία αγαθών, προσώπων, υπηρεσιών και κεφαλαίων. Το Δικαστήριο μπόρεσε τότε να αναπτύξει νομολογιακά όλες τις δομικές αρχές του δικαίου της Ένωσης, όπως την αρχή της υπεροχής και του αμέσου αποτελέσματος, της καλόπιστης συνεργασίας, της επικουρικότητας και της αναλογικότητας. Η δεύτερη περίοδος ξεκινά με την υπογραφή της Ενιαίας Πράξης το 1986, η οποία καταργεί τα εσωτερικά σύνορα, για να διευκολύνει το εσωτερικό εμπόριο, ενώ παράλληλα κατοχυρώνεται η ευρωπαϊκή ιθαγένεια αλλά και η δικαστική, αστυνομική και τελωνειακή συνεργασία. Παρά την εξελικτική ανάπτυξη διαφόρων τομέων δράσης, πέραν του οικονομικού, τα θεμέλια της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η ίδια η ιστορική της φυσιογνωμία εξακολουθούν να εντοπίζονται στο οικονομικό σκέλος.Δύο από τις βασικότερες αρχές που διακήρυξε, ανέδειξε και ανέλυσε εις βάθος η νομολογία του Δικαστηρίου στηριζόμενη στις οικονομικές ελευθερίες και που δίχως τις οποίες δε θα μπορούσε να λειτουργήσει η Ένωση είναι η αρχή της αμεσότητας (άμεση ισχύς και άμεσο αποτέλεσμα) και η αρχή της υπεροχής. Οι αρχές αυτές που διαπλέκονται και αλληλοσυμπληρώνονται καθιστούν με λίγα λόγια, τους ιδιώτες υποκείμενα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και προσδίδουν στους ενωσιακούς κανόνες την ικανότητα να παραγάγουν αποτελέσματα στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών μελών χωρίς πρόσθετους κανόνες εφαρμογής από αυτά. Κεντρικό ερώτημα στην απόφαση Walt Wilhelm είναι αν οι εθνικές αρχές ενός κράτους έχουν τη δυνατότητα να εφαρμόσουν κανόνες ανταγωνισμού της εσωτερικής έννομης τάξης του και όχι αυτούς της ενωσιακής. Η απάντηση του Δικαστηρίου ήταν κατ’ αρχήν καταφατική, το επίπεδο όμως προστασίας που προσφέρει το ενωσιακό δίκαιο πρέπει να διαφυλαχθεί στο ακέραιο, καθώς θα ήταν αντίθετο στην ίδια τη φύση της Ένωσης τα κράτη μέλη να μπορούν να διατηρούν σε ισχύ διατάξεις που έρχονται σε αντίθεση με τις θεμελιώδεις αρχές της Ένωσης και που δυναμιτίζουν την πρακτική αποτελεσματικότητα των Συνθηκών.

Σε παρόμοιο πλαίσιο κινείται και η απόφαση Reyners όσον αφορά την αρχή της αμεσότητας. Ο Ολλανδός υπήκοος J. Reyners, που κατείχε δίπλωμα για την άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος στο Βέλγιο, αποκλείστηκε από τη δυνατότητα αυτή διότι δεν είχε τη βελγική ιθαγένεια. Όπως διαπίστωσε το Δικαστήριο, ο κανόνας της ίσης με τους ημεδαπούς μεταχείρισης αποτελεί κανόνα θεμελιώδους σημασίας για το ευρωπαϊκό εγχείρημα, τον οποίο μπορούν να επικαλεστούν άμεσα οι υπήκοοι όλων των κρατών μελών (σκ. 17, 24, 25).

Οι οικονομικές ελευθερίες, σε συνδυασμό με της ερμηνεία των σχετικών διατάξεων από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αποτελούν ακρογωνιαίο λίθο της ευρωπαϊκής έννομης τάξης. Διαμορφώνουν από κοινού με τις ιδιαίτερες νομικές παραδόσεις των κρατών μελών έναν οικονομικά φιλελεύθερο νομικό πολιτισμό και καθιστούν την Ένωση έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες του διεθνούς εμπορίου.


Πηγές
  • Β. Χριστιανός. Μ. Κουσκουνά, Ρ.-Ε. Παπαδοπούλου, Μ. Περάκης, Το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης μέσα από τη νομολογία, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2011
  • Β. Χριστιανός, Εισαγωγή στο Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Νομική Βιβλιοθήκη, 2011

Πηνελόπη Ανυφαντή

Είναι φοιτήτρια στη Νομική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Έχει λάβει μέρος σε σεμινάρια, ημερίδες καθώς και προσομοιώσεις λειτουργίας θεσμικών οργάνων της ΕΕ τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Μιλάει αγγλικά, γαλλικά και γερμανικά και έχει ολοκληρώσει ένα εξάμηνο φοίτησης στο Λουξεμβούργο στο πλαίσιο του προγράμματος Erasmus. Ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για το δημόσιο και ευρωπαϊκό δίκαιο, αγαπάει τα βιβλία και την ποίηση και της αρέσει πολύ να ταξιδεύει.