2.2 C
Athens
Τρίτη, 25 Ιανουαρίου, 2022
ΑρχικήΟικονομίαΑνάπτυξηΜουντή αποκέντρωση

Μουντή αποκέντρωση


Του Νικόλα Λιαροδήμου,

Θα αποκεντρώσουμε το κράτος. Θα ενισχύσουμε τις περιφερειακές υπηρεσίες. Θα υποστηρίξουμε τους νέους που παραμένουν στην επαρχία. Θα δώσουμε κίνητρα σε όσους θέλουν να κάνουν το δικό τους επιχειρηματικό ξεκίνημα… Αυτά και άλλα πολλά θα ήταν οι διαχρονικές υποσχέσεις για ένα κράτος αποκεντρωμένο που θα έδινε αξία στην περιφέρεια. Παρατηρώντας την πορεία από την αποκατάσταση της δημοκρατίας και έπειτα, θα διαπιστώσουμε ότι έγιναν φιλόδοξες εξαγγελίες προς την κατεύθυνση αυτή, που όμως δεν εξελίχθηκαν σε γενναίες προσπάθειες. Εμβαθύνοντας στην εφαρμογή των εκάστοτε πολιτικών, αντιλαμβανόμαστε πως το πελατειακό κράτος, από οποιονδήποτε κομματικό μηχανισμό και αν στελεχώθηκε, υπηρέτησε αμεσότερα την αστικοποίηση, αφού αυτή εξυπηρετούσε καλύτερα τους σκοπούς του εκάστοτε κόμματος εξουσίας.

Φτάσαμε, λοιπόν, στο 2020 έχοντας υπερπληθυσμό στα αστικά κέντρα και ανάγκη για μία ενεργή κοινωνικά και παραγωγικά δραστήρια επαρχία. Ξεπερνάμε αισίως μία παγκόσμια οικονομική κρίση η οποία αποτέλεσε εφαλτήριο για μεγάλες και εκ βάθρων αλλαγές στη δομική οργάνωση του κράτους, αλλά και της κοινωνικής αντίληψης. Σχεδιάζουμε το αύριο με αισιοδοξία, αλλά κάτι μας λείπει. Απουσιάζει σχεδόν ολοκληρωτικά η ενεργή δραστηριοποίηση ενός κεντρικού σχεδιασμού για την επαρχία. Θέλουμε ενεργές περιφέρειες, που θα αξιοποιούν τα παραγωγικά τους πλεονεκτήματα και θα αποτελούν πόλους ανάπτυξης, αλλά μέχρι σήμερα εφαρμόστηκαν μόνο ημίμετρα προς την κατεύθυνση αυτή!

Πριν την οικονομική κρίση, το χρήμα έρεε άφθονο σε όλη την επικράτεια και κάλυπτε πλασματικά κάθε ουσιαστική ανάγκη για πραγματική ανάπτυξη. Τότε, η περιφέρεια άνθισε, όχι εξαιτίας της πραγματικής παραγωγικής προόδου, αλλά διότι μία φαινομενική ευημερία κυριαρχούσε σε κάθε τομέα παραγωγής. Στην πορεία, όμως, φάνηκε ξεκάθαρα ότι τα θεμέλια αυτής της ευημερίας ήταν ανύπαρκτα και η δομή της αδύναμη.

Φτάσαμε εν μέσω της κρίσης να βλέπουμε την περιφέρεια ως διέξοδο εξαιτίας του χαμηλού κόστους ζωής, και ίσως των ευκαιριών που παρουσίασε… Ένα νέο ζευγάρι, που την δεκαετία που μας πέρασε βρέθηκε στην απαρχή του έγγαμου βίου του και τη δημιουργία οικογένειας, με όρεξη, μεράκι και διάθεση, σκέφτηκε να επιστρέψει στην επαρχία, όπου συνήθως προϋπήρχε κάποια βάση. Εκεί θα έκανε ένα παραγωγικό επιχειρηματικό ξεκίνημα. Αλλά και οικογένειες των οποίων η δραστηριοποίηση εμβολίστηκε, σκέφτηκαν να επιστρέψουν σε κάποια ιδιαίτερη πατρίδα. Και ακόμα, νέα παιδιά που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στην επαρχία, όταν ήρθε η ώρα της απόφασης, γενναία επέλεξαν να συνεχίσουν στον τόπο που ενηλικιώθηκαν.

Είναι ιστορίες που όλοι ακούσαμε. Η εξέλιξη των υποθετικών παραδειγμάτων (που όμως στην πραγματικότητα είναι σχέδια που έλαβαν σάρκα και οστά) θα αναδείξει τη μοναξιά του πολίτη προς αυτή την κατεύθυνση. Όταν το κεντρικό κράτος αρκείται σε επιδοτούμενα προγράμματα, αλλά όχι σε πλαίσια στήριξης και εκτεταμένα έργα υποδομής, τότε η αποκέντρωση δεν υποστηρίζεται στον πυρήνα της. Γιατί το θέμα δεν είναι μία επιχείρηση, της οποία θα επιδοτηθεί και θα προστατευτεί η λειτουργία τα δύο πρώτα χρόνια (με ορισμένες απαλλαγές και κάλυψη εισφορών), αλλά η μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα της! Αντίστοιχα, σε ένα παραγωγικό ξεκίνημα, η τριετής δέσμευση δεν θα αποτελούσε σε καμία περίπτωση ισχυρό παράγοντα υγιούς προόδου. Επεκτείνοντας τον προβληματισμό, πώς μία οικογένεια θα εγκαταλείψει το μεγάλο αστικό κέντρο, αν δεν έχει τα εχέγγυα πως η ποιότητα ζωής είναι ιδανική, που σημαίνει ότι αν λύσει το πρόβλημα του βιοπορισμού τότε η απόπειρα της μετεγκατάστασης θα είναι επιτυχής;

Εν απουσία του κεντρικού σχεδιασμού, μία άναρχη προσπάθεια οδεύει σε μία ιδιόμορφη αποτυχία. Είναι λοιπόν αναγκαίο, μαζί με την χρηματοδότηση επαγγελματικών σχεδίων και την προστασία τους τα πρώτα χρόνια, να υπάρξει ένας ουσιαστικός σχεδιασμός που θα προτρέπει τους πολίτες στην πραγματική παραγωγική αποκέντρωση και θα διαφυλάττει την εξέλιξη της. Αυτό θα επιτευχθεί με ένα  στοίχημα που πρέπει να κερδηθεί, την ουσιαστική απαλοιφή των κοινωνικών ανισοτήτων, την παροχή ίσων ευκαιριών, την αποκατάσταση των αδικιών. Στο πλαίσιο αυτό πρέπει η πολιτεία να χωροθετήσει ανάγκες και δυνατότητες κατά τόπους, ώστε ο πολίτης να γνωρίζει που θα κατευθύνει τη δράση του.

Κάνοντας ελκυστική τη ζωή στην επαρχία, σε μικρές πόλεις και μικρά ή μεγάλα χωριά, δεν θα πρέπει να λησμονήσουμε την παροχή, όχι βασικών, αλλά ουσιαστικών υπηρεσιών, χρησιμοποιώντας τις νέες τεχνολογίες, στην εκπαίδευση, στα μικρά ορεινά σχολεία, στην υγεία, στα ιατρεία των χωριών, στην πολιτιστική δραστηριότητα, σε τομείς που το πλήθος των κατοίκων είναι ανάλογο της ποιότητας. Όταν, λοιπόν, ο κεντρικός σχεδιασμός συμπεριλάβει την κατανομή των αναγκών και την παροχή κινήτρων σε αυτούς που θα τις καλύπτουν, όταν έργα υποδομής θα είναι έτοιμα να βελτιώσουν την καθημερινότητα του πολίτη, όταν ενισχυθεί δηλαδή, επί της ουσίας, η ποιότητας ζωής στην ελληνική επαρχία, τότε η τελευταία θα μπορέσει να ξεδιπλώσει τις ποιοτικές της δυνατότητες. Δυνατότητες αναρίθμητες που θα ωθήσουν τις κατά τόπους οικονομίες σε πρόοδο, και θα δώσουν ζωή στην τόσο σπουδαία πολιτιστική μας παράδοση μέσα από την αναβίωση της δυναμικής της ελληνικής περιφέρειας. Οδηγό θα αποτελούν πάντα τα φωτεινά παραδείγματα ανά τη χώρα, που αναμένουμε όμως να γίνουν ο κανόνας και όχι η εξαίρεση την οποία εκπροσωπούν σήμερα!


TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Νικόλας Λιαροδήμος
Γεννήθηκε το 1996 στην Πάτρα και μεγάλωσε στο Μάνεσι Τριταίας. Σπούδασε οικονομικά, με την παραγωγική οικονομία να του κεντρίζει το ενδιαφέρον. Πιστεύει στη δύναμη του Έλληνα να παράγει και να καινοτομεί έχοντας αδυναμία στον πρωτογενή τομέα, στα σπλάχνα του οποίου ενηλικιώθηκε.