Της Μαρίας Τάκη,

Σχεδόν κάθε, αν όχι κάθε μέρα του χρόνου τιτλοφορείται ως «Παγκόσμια μέρα». Του τάδε αγαθού, του δείνα προϊόντος, του χ πληθυσμού και ούτω καθεξής. Η 8η Μαρτίου, που σε λίγες μέρες καταφθάνει, έχει ορισθεί ως Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας ήδη από το 1910, όπου και προτάθηκε από τη Διεθνή Διάσκεψη Γυναικών της τότε εποχής. Το 1917 καθιερώθηκε ως εθνική αργία και στη Σοβιετική Ένωση, ενώ τα Ηνωμένα Έθνη την υιοθέτησαν το 1975.

Κι ενώ σε προηγούμενα χρόνια κάπως χαιρόμουν που υπήρχε παγκόσμια μέρα εορτασμού του φύλου μου, καθώς μεγάλωνα, αντί να γελάω, αναρωτιόμουν. ‘Και γιατί παγκόσμια μέρα; Για να υπάρχει, σημαίνει ότι δεν είναι δεδομένο κάτι που θα έπρεπε να θεωρείται ως τέτοιο. Μα το γυναικείο φύλο συνυπάρχει με το ανδρικό ανά τους αιώνες. Γιατί 19 Νοεμβρίου που είναι η παγκόσμια μέρα του άνδρα δεν γίνεται τόσος χαμός;

Για να απομονώσω αυτό που με ταλάνιζε περισσότερο, πιστεύω ακράδαντα πως οι «Παγκόσμιες μέρες» υπάρχουν για να μας χτυπήσουν λίγο δυνατότερα το καμπανάκι γύρω από ζητήματα που θα έπρεπε να είναι αυτονόητα και – δυστυχώς εν έτει 2020 – ακόμα δεν είναι. Όπως τα δικαιώματα των ατόμων με ειδικές ανάγκες. Όπως την απαγόρευση της παιδικής εργασίας. Όπως τη χρήση προφυλακτικού. Όπως την εξαφάνιση του bullying. Όπως τα ίσα δικαιώματα ανδρών και γυναικών.

Ναι. Η 8η Μαρτίου δεν υπάρχει για να πάρουμε ανθοδέσμες, σοκολατάκια και κάρτες με ευχές, όπως «Στο ωραιότερο φύλο του πλανήτη». Οι αισθητικές απόψεις του καθενός περί ωραίου μπορούν να συγκλίνουν ή να διαφέρουν από αυτό που ο διπλανός θεωρεί αντικειμενικά ωραίο και σίγουρα δε θα θεσπιζόταν παγκόσμια μέρα για κάτι τέτοιο.

Η 8η Μαρτίου υπάρχει για να μας υπενθυμίζει ότι πριν από 165 περίπου χρόνια μια ομάδα εργατριών από κλωστοϋφαντουργικές φάμπρικες στη Νέα Υόρκη πρωτοστάτησε και απαίτησε καλύτερους μισθούς και ανθρώπινες συνθήκες εργασίας. Σε μια εποχή που οι γυναίκες είχαν από μηδαμινά έως ανύπαρκτα δικαιώματα, η ανωτέρω κίνηση έκανε την αρχή και ξεκίνησε να εδραιώνει την αντίληψη ότι η συγκεκριμένη κοινωνική νόρμα πρέπει να αλλάξει.

Σε μια πατριαρχική κοινωνία και σε οικογενειακά σχήματα όπου μόνο η ανδρική παρουσία και γνώμη είχε βαρύτητα, η ζυγαριά άρχισε δειλά να γέρνει προς την πλευρά των γυναικών. Με σκληρούς αγώνες, θυσίες και πιέσεις στον εκάστοτε (ανδροκρατούμενο φυσικά) πολιτικό κόσμο, το αίτημα για ίσα δικαιώματα ανδρών και γυναικών ήρθε στο τραπέζι και έγινε δεκτό. Χώρα με τη χώρα ξεκίνησαν να θεσπίζουν δικαιώματα που πλέον τα θεωρούμε ταυτόσημα με την ανθρώπινη υπόσταση, κι όμως, χύθηκε αίμα προκειμένου να κατοχυρωθούν. Δικαίωμα ψήφου, ίσα δικαιώματα και προοπτικές ανέλιξης στον εργασιακό βίο, δικαίωμα πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και αν θέλουμε να μιλήσουμε για την Ελλάδα, κατάργηση της προίκας, αποποινικοποίηση της μοιχείας, ποινικοποίηση του συζυγικού βιασμού, δικαίωμα διατήρησης του επιθέτου της γυναίκας και μετά το γάμο.

Σταδιακά οι γυναίκες ξεκίνησαν να μορφώνονται και να μην έχουν αυτοσκοπό τη δημιουργία οικογένειας και το μεγάλωμα των παιδιών, να συμμετέχουν στα κοινά, να αποκτούν βήμα στην πολιτική σκηνή, τα επιστημονικά εργαστήρια, τις θεωρητικές επιστήμες. Λαμπρές εφευρέσεις, λογοτεχνικά διαμάντια και γυναικείες προσωπικότητες σε όλους τους διανοούμενους χώρους άρχισαν να ξεπροβάλουν, αποδεικνύοντας ότι τα μορφωμένα μυαλά δεν ταυτίζονται με το φύλο, αλλά με τον άνθρωπο. Χρόνο με το χρόνο, η εξίσωση των δυο φύλων βελτιωνόταν αισθητά, ώσπου έπαψε να μονοπωλεί την επικαιρότητα.

Κι όμως. Υπάρχουν ακόμα χώρες που η ενδοοικογενειακή βία δεν αποτελεί έγκλημα, που η γυναίκα απαγορεύεται να οδηγεί, να φορέσει ό,τι θέλει, να χωρίσει και να βγει από το σπίτι χωρίς την άδεια του συζύγου. Το έθιμο της κλειτοριδεκτομής οργιάζει ακόμη σε χώρες της Αφρικής, η έκτρωση θεωρείται αδίκημα ακόμη κι αν κινδυνεύει η ζωή της μητέρας, ο συζυγικός βιασμός δεν υφίσταται σαν έννοια, τα κορίτσια παντρεύονται ενώ είναι ακόμη παιδιά και το ποσοστό των μορφωμένων γυναικών είναι μονοψήφιος αριθμός.

Στον Δυτικό κόσμο; Τίθενται ερωτήσεις όπως «σκοπεύετε να κάνετε παιδιά;» σε συνεντεύξεις για δουλειά και οι αγγελίες με «ζητείται νέα εμφανίσιμη» κάνουν πάρτυ, τη στιγμή που η ψαλίδα μεταξύ των αμοιβών των δυο φύλων αναμένεται να κλείσει (αισίως) το 2060. Οι γυναίκες φλερτάρουν με την απόλυση σε μια πιθανή καταγγελία σεξουαλικής παρενόχλησης από ανώτερό τους, αντιμετωπίζουν σεξισμό περισσότερες φορές απ’όσες φανταζόμαστε, ενώ ενδέχεται να χρειαστεί να πείσουν τον οποιονδήποτε για τις ικανότητές τους, αφού έρθουν πρώτα αντιμέτωπες με την ατάκα «μα, είναι γυναίκα!».

Γι’αυτό και η 8η Μαρτίου έχει ακόμη λόγο ύπαρξης. Για όλες όσες βιώνουν ακόμη φρικτή καθημερινότητα και εργάζονται με μισθούς πείνας, για όλες όσες δεν έχουν πρόσβαση στην παιδεία, για όλες όσες χάνουν την παιδικότητά τους για να φέρουν οι ίδιες παιδιά στον κόσμο, για όλες όσες λιθοβολούνται, λιντσάρονται, δολοφονούνται για «λόγους τιμής».

Τα δώρα και τα γλυκά περιττεύουν. Όπως και φράσεις του τύπου «είμαι περήφανη που είμαι γυναίκα», το οποίο δεν έχει κανένα λογικό υπόβαθρο γιατί ισοδυναμεί με το ‘είμαι περήφανη που έχω καστανά μαλλιά ή είμαι περήφανη που το μπουφάν μου είναι κόκκινο’. Δεν μπορείς να νιώθεις υπερηφάνεια για κάτι που έτυχε να είσαι. Αντίθετα, μπορείς να αποκτήσεις φωνή που θα ξεστομίσει «Υπάρχω! Αξίζω! Έχω τα ίδια δικαιώματα που ανήκουν στον οποιονδήποτε άνδρα!» και να απαιτήσεις να τεθεί ως βάση αυτό που θα έπρεπε να ισχύει ως δεδομένο από τις απαρχές του κόσμου.

Όχι άνδρες και γυναίκες, αλλά άνθρωποι. Όχι απέναντι κι εχθροί, αλλά μαζί.

Ισότιμα. Και μαζί.


Μαρία Τάκη, Αρχισυντάκτρια Ελεύθερου

Γεννήθηκε στην Έδεσσα. Είναι απόφοιτη του τρίτου ευρωπαϊκού σχολείου Βρυξελλών και της Νομικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Γνωρίζει άριστα Αγγλικά και Γαλλικά. Παίζει ακορντεόν και πιάνο και έχει κάνει μαθήματα φωνητικής. Χορεύει μπαλέτο και λάτιν και ασχολείται ερασιτεχνικά με το θέατρο και την φωτογραφία. Η αγάπη της για την λογοτεχνία και την ποίηση την οδήγησε στην αρθρογραφία, ενώ τα ταξίδια και η επαφή με διαφορετικές κουλτούρες και πολιτισμούς είναι το διάλειμμα από την καθημερινότητά της.