Της Αναστασίας Χατζηιωαννίδου,

Ελλάδα, αρχές 19ου αιώνα. Στην Αθήνα της εποχής, ο τότε εκπρόσωπος της Μεγάλης Βρετανίας στην Υψηλή Πύλη φτάνει στον Ιερό Βράχο της Ακροπόλεως. Έτσι ξεκινά η ιστορία μας, ιστορία δύο αιώνων, δύο αντιμαχόμενων πλευρών, δεκάδων αναλύσεων και επιχειρημάτων, μια ιστορία με πολιτιστικό, ηθικό, πολιτικό αλλά και νομικό βάρος. Τα πραγματικά περιστατικά είναι, λίγο – πολύ, γνωστά: ο Thomas Bruce αφαιρεί σημαντικό μέρος των γλυπτών του Παρθενώνα, καθώς και ορισμένα από τα Προπύλαια και το Ερέχθειο. Ύστερα από την άφιξή τους στη γενέτειρά του, τα αφαιρεθέντα μάρμαρα θα φέρουν έκτοτε τον τίτλο από το όνομα με το οποίο ήταν ευρύτερα γνωστός ο υπεύθυνος του αποχωρισμού τους από το μητρικό τους περιβάλλον: αποκαλούνται Ελγίνεια Μάρμαρα, και αποτελούν ίσως τα πιο γνωστά και θαυμασμένα λάφυρα στον κόσμο.

Κατά παράδοξο της τύχης, από αυτά που συχνότατα συμβαίνουν και μας πείθουν ότι οι ανθρώπινες συμφορές απαιτούν μια εξαιρετική αίσθηση του χιούμορ, ο έβδομος Κόμης του Έλγιν δε θα μπορέσει να απολαύσει τα μοναδικής ομορφιάς έργα του Φειδία, τουλάχιστον όχι στο βαθμό που προσδοκά. Καταχρεωμένος αφενός από το τιτάνιο κόστος της θαλάσσιας μεταφοράς των γλυπτών και αφετέρου από το ταπεινωτικό του διαζύγιο, ο Λόρδος Έλγιν βρίσκεται σε άμεση ανάγκη για ρευστό. Ευτυχώς για ‘κείνον, τα γλυπτά του Παρθενώνα, αν και δεν πρόκειται να πραγματώσουν την αρχική του φιλοδοξία και να συμβάλλουν στον διάκοσμο της προσωπικής του κατοικίας, εντούτοις τελικά του αποφέρουν έσοδα τέτοια που, αν και υποπολλαπλάσια των αρχικών δαπανών του, αρκούν για να καλύψουν τους πιστωτές του. Ο πάροχος της αποζημίωσης αυτής, το βρετανικό δημόσιο, το οποίο αποκτά την κυριότητα των γλυπτών το 1816, έπειτα από μια μαραθώνια εξέταση του Έλγιν σχετικά με την αυθεντικότητα των μαρμάρων, αλλά και τη νομιμότητα της πράξης του. Έκτοτε, και παρόλο που η βρετανική βουλή απαλλάσσει τον Έλγιν από τυχόν κατηγορίες και αγοράζει τα γλυπτά, η συζήτηση συνεχίζει να περιστρέφεται γύρω από το οθωμανικό φιρμάνι πάνω στο οποίο ο Λόρδος Έλγιν, και εδώ και δεκαετίες το ίδιο το Βρετανικό Μουσείο, βασίζει τη νομιμότητα της αφαίρεσης των γλυπτών από τον Παρθενώνα.

Μολαταύτα, η γνησιότητα του εγγράφου που εκτίθεται στο μουσείο, μια αγγλική μετάφραση ιταλικού αντιγράφου που φέρεται να απέδιδε το σουλτανικό φιρμάνι, έχει σφόδρα αμφισβητηθεί, τόσο λόγω της διατύπωσης, που δεν ομοιάζει με εκείνη που χαρακτήριζε τα έγγραφα αυτού του τύπου, όσο και εξαιτίας του γεγονότος ότι κανένα επίσημο αντίγραφο δεν έχει εντοπιστεί, αν και τα φιρμάνια, ως επίσημες πράξεις της αρχής, αρχειοθετούνταν με παροιμιώδη σχολαστικότητα (εξ ου και το πλήθος αυτών που επιβιώνει έως και σήμερα). Η αμφισβητούμενη, λοιπόν, γνησιότητα του εγγράφου που ο Έλγιν παρουσίασε στο βρετανικό κοινοβούλιο, αποτελεί τον πυρήνα της αντιμαχίας για την κυριότητα των Γλυπτών του Παρθενώνα, με την ελληνική πλευρά και τους εν γένει υποστηρικτές του επαναπατρισμού των γλυπτών να αμφισβητούν την κυριότητα του Βρετανικού Μουσείου. Το δεύτερο με τη σειρά του διαχρονικά εμμένει στην πάγια θέση πως τα μάρμαρα αποτελούν περιουσία του, όπως και κάθε άλλο έκθεμά του και προτάσσει το νομότυπο της απόκτησής τους εξαρχής από τον Έλγιν, στη βάση πως ο Σουλτάνος Σελίμ ο Γ’ αποτελούσε την τότε νόμιμη κυβέρνηση, δεδομένης της κατοχής του ελληνικού εδάφους από την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Όσο κι αν τα επιχειρήματα των δύο πλευρών έχουν εμπλουτιστεί σε πολιτιστικό και πολιτικό επίπεδο με το πέρασμα των ετών, βάση της διαφοράς εξακολουθεί να αποτελεί το νομικό κομμάτι του ζητήματος.

Το θέμα ωστόσο του επαναπατρισμού των Γλυπτών του Παρθενώνα φαίνεται να επανέρχεται στην επικαιρότητα, αυτή τη φορά ελέω Brexit: καθώς οι διαπραγματεύσεις σχετικά με το καθεστώς των σχέσεων Ηνωμένου Βασιλείου και Ευρωπαϊκής Ένωσης συνεχίζονται, το φως της δημοσιότητας βλέπει η ρήτρα που φημολογείται πως η ελληνική πλευρά, με τη στήριξη Ιταλών και Κυπρίων, κατάφερε να συμπεριλάβει στο υπό διαπραγμάτευση κείμενο. Η μορφή της περί ου ο λόγος ρήτρας, όπως δημοσιεύθηκε στην Daily Telegraph, έχει ως εξής: «Τα συμβαλλόμενα μέρη θα πρέπει, σύμφωνα με τους κανόνες της Ένωσης, να ασχολούνται με θέματα επιστροφής ή αποκατάστασης πολιτιστικών αγαθών που έχουν απομακρυνθεί παράνομα από τις χώρες καταγωγής τους». Ενόσω η Ελλάδα υποστηρίζει πως η ρήτρα δεν αφορά στο ζήτημα των ελγινείων αλλά στην πάταξη του παραεμπορίου αρχαιοτήτων, Bρετανοί αξιωματούχοι περνούν στην αντεπίθεση, με αποκορύφωμα τον Mark Francois – έναν από τους επιδεικτικούς «υπερπατριώτες» υποστηρικτές του Brexit και μέλος μιας κοινοβουλευτικής σέχτας που, κατά κάποια ειρωνεία, αυτοαποκαλείται “the Spartans” – ο οποίος σε σχετική ερώτηση κατέφυγε στο γνωστό και μη εξαιρετέο λογοπαίγνιο: “anybody who thinks this will be a high priority has lost their marbles…”.

Εν κατακλείδι, θα χρειαζόταν κανείς να επιστρατεύσει όλη του την αισιοδοξία, αν όχι κάποια πεισματική και ηθελημένη άρνηση της πραγματικότητας, για να πιστέψει πως η Γηραιά Αλβιώνα είναι διατεθειμένη να παραδώσει αμαχητί ένα από τα σύμβολα της αίγλης και της παρελθούσας επιρροής της, πολλώ δε μάλλον τη στιγμή που η παρούσα συγκυρία εντείνει την ανάγκη της βρετανικής κυβέρνησης να ικανοποιήσει, έστω και με μακροπρόθεσμο πολιτικό και διπλωματικό κόστος, τα κατώτερα ένστικτα της εκλογικής της βάσης, στα οποία πολλοί αποδίδουν το ίδιο το Brexit: στην αναγωγή της εθνικής ακεραιότητας και της ολοκληρωτικής αυτάρκειας σε απόλυτο ιδανικό – όσο εκτός πραγματικότητας κι αν φαντάζει κάτι τέτοιο, δεδομένου του βαθμού παγκοσμιοποίησης που χαρακτηρίζει το σύγχρονο διεθνές στερέωμα –  και στον σχεδόν ιδεοληπτικό μηρυκασμό του ένδοξου παρελθόντος μιας πάλαι ποτέ κραταιάς αυτοκρατορίας.

Όσο κι αν η επιστροφή των γλυπτών θα αποτελούσε την αναγνώριση των συναισθηματικών δεσμών της χώρας μας με το ίδιο το παρελθόν της, όσο κι αν θα σηματοδοτούσε ίσως την αναστύλωσή της έπειτα από μία δεκαετία οικονομικής κρίσης (δεν είναι τυχαίο που το ζήτημα έχει επίσης συζητηθεί στο πλαίσιο του εορτασμού των διακοσίων ετών από την εθνική παλιγγενεσία), όσο κι αν μια τέτοια πράξη εκ μέρους της Μεγάλης Βρετανίας θα ήταν “the classy thing to do” (αν θέλουμε να τιμήσουμε τον αναφανδόν υπέρ της επιστροφής βρετανό κωμικό Stephen Fry) και «θα τιμούσε πάντα το όνομά της» (για να θυμηθούμε το ζήλο της Μελίνας Μερκούρη), ελάχιστα πράγματα συνηγορούν στην πιθανότητα η τρέχουσα βρετανική κυβέρνηση να αξιοποιήσει την ευκαιρία να διορθώσει, αφενός, μια συνεχιζόμενη αδικία, και να δώσει, αφετέρου, ένα θετικό στίγμα για την μετά – Brexit εποχή. Καθώς το ζήτημα για ακόμα μία φορά παραπέμπεται στις βρετανικές καλένδες, οι στίχοι του Άγγλου φιλέλληνα ποιητή παραμένουν, ως μη όφειλαν, επίκαιροι:

Και στο τέλος, μες στο τόσο το ανώνυμο το πλήθος,

θα βρεθεί κάποιος διαβάτης που θα έχει λίγο ήθος•

λυπημένος, βλέποντάς τα, άφωνος θ’ αγανακτήσει,

θα θαυμάσει τα κλεμμένα, μα τον κλέφτη θα μισήσει.


Αναστασία Χατζηιωαννίδου

Γεννηθείσα το 1997 και μεγαλωμένη μεταξύ Θεσσαλονίκης και Αθήνας, είναι τεταρτοετής φοιτήτρια της Νομικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου. Στη διάρκεια των σπουδών της έχει πάρει μέρος σε αρκετές προσομοιώσεις στα όργανα των Ηνωμένων Εθνών (MUN), καθώς το Διεθνές Δίκαιο αποτελεί τη μεγάλη της επιστημονική αγάπη, όπως επίσης και κύριο ακαδημαϊκό της ενδιαφέρον, μαζί με το Ποινικό Δίκαιο και την Πολιτική Φιλοσοφία.