Της Σεβίνας Γιαννιού,

Η Αποκριά είναι το χρονικό διάστημα των τριών εβδομάδων πριν την Καθαρά Δευτέρα, που ταυτίζεται με την περίοδο του Τριωδίου. Η ετυμολογία τόσο του όρου «Αποκριά», όσο και του αντίστοιχου λατινογενούς «Καρναβάλι», δηλώνει την αποχή από το κρέας, με στόχο την προετοιμασία των πιστών για τις ημέρες του Πάσχα. Την περίοδο αυτή, εδώ και πολλά χρόνια, άνθρωποι μεταμφιέζονται και συμμετέχουν σε γιορτές, χορούς και παρελάσεις, σε κλίμα ενθουσιασμού και φρενήρους διασκέδασης. Η μεταμφίεση, η εφαρμογή μασκών, οι χοροί, το χιούμορ, τα δρώμενα και γενικότερα, το διάχυτο κλίμα ευθυμίας και πανηγυρισμών, είναι δείγμα των νεοελληνικών τελετών της περιόδου της Αποκριάς. Μια αναδρομή όμως στο παρελθόν είναι αρκετή για να μας πείσει πως οι συνήθειες αυτές είναι μια «κολόνια» που κρατάει χρόνια. Το δε άρωμά της απελευθερώνει συμβολισμούς και μύθους βαθιά ριζωμένους στο χρόνο και δείχνει ότι το καρναβάλι στηρίζεται σε μια φιλοσοφία πολύ πιο σύνθετη από την εικόνα που έχουμε σήμερα για αυτό…

Πιο συγκεκριμένα, τα καρναβαλικά έθιμα αφετηρία έχουν τις λατρευτικές εκδηλώσεις που διοργανώνονταν προς τιμήν του Θεού Διονύσου και σχετίζονταν με την λήξη του Χειμώνα και την έναρξη της Άνοιξης, το χρονικό δηλαδή εκείνο σημείο που η Γη ξυπνά από τη χειμερία νάρκη της και αναγεννάται.

Οι συμμετέχοντες, θέλοντας να υμνήσουν την γονιμότητα και την οργιαστική χαρά της ανοιξιάτικης φύσης, παραδίδονταν σε ένα εκστατικό παραλήρημα και με θύρσους και λαμπάδες ακολουθούσαν τον αόρατο Διόνυσο, χόρευαν ξέφρενα, έπιναν άφθονο αλκοόλ, πείραζαν τους περαστικούς, βωμολοχούσαν, έψελναν λατρευτικούς ύμνους και έβγαζαν άγριες κραυγές.

Η έκσταση και η Ιερή τρέλα που κυρίευε με αυτόν τον τρόπο τους συμμετέχοντες, ήταν μια δύναμη που διαχώριζε την ψυχή από το σώμα και την εξύψωνε, προκαλώντας την ένωσή της προς το θείο. Η διονυσιακή έκσταση πραγματωνόταν έτσι με την πλήρη αποξένωση σώματος και ψυχής, την αλλοτρίωση της προσωπικότητας, το «εκτός εαυτού». Ο πιστός προσωρινά ξεχνούσε τις σκοτούρες της καθημερινότητας, αισθανόταν ότι πανηγύριζε με τον Διόνυσο παρόντα και -χάνοντας τον εαυτό του- έβρισκε την απενοχοποίηση και την άρση των αμφιβολιών και των αναστολών που βασάνιζαν την ανθρώπινη φύση του.

Η διονυσιακή μανία ήταν ομαδική και μεταδοτική και οδηγούσε στην κάθαρση, στην απελευθέρωση. Εξού και τα προσωνυμία «Ελευθέριος» και «Λύσιος» Θεός, που δίδονταν στον Διόνυσο. Την πολυπόθητη αυτή αίσθηση της απώλειας της προσωπικής ταυτότητας διευκόλυνε η αμφίεση των συμμετεχόντων στις διονυσιακές γιορτές: προσωπεία, νεβρίδες, δέρματα ζώων και χρώματα που εφαρμόζονταν στο πρόσωπο προσέφεραν την τέλεια «κάλυψη» για ανώνυμη διασκέδαση.                                                                          

Γιατί πράγματι, η επωνυμία εκθέτει σε έναν χείμαρρο τύψεων και αναστολών και τελικά, στον αυτοπεριορισμό μας.

Η ανωνυμία, αντίθετα, καθιστά τα κίνητρά μας φανερά και μετουσιώνει σε εξωτερικευμένες πράξεις τις σκέψεις, τη βούληση και τα βαθύτερα ένστικτά μας, που μέχρι πρότινος η επωνυμία κράταγε αλυσοδεμένα μέσα μας.

Βγάζει «εκτός εαυτού» δράσεις που ποτέ δε θα πραγματοποιούνταν επώνυμα. Απογυμνώνει τη βούλησή μας από συμβάσεις της καθημερινότητας και από την υποκρισία που ενίοτε επιβάλλει η ανάγκη μας για συνύπαρξη. Τελικά, οδηγεί στη φανέρωση του πραγματικού εαυτού μας.

Αυτή η δυαδικότητα, οι δυο ανθρώπινες ταυτότητες που ενώνονται στο προσωπείο, συμβόλιζαν και το διαχωρισμό μεταξύ των δυο κόσμων, του επίγειου και του υπογείου, του φωτός και του σκότους. Υπενθύμιζαν έτσι παράλληλα τον κύκλο της ζωής που ενεργοποιείται με τον ερχομό της Άνοιξης, την οποία, άλλωστε, εξυμνούσαν οι λάτρεις του Διονύσου.                                                            

Φαίνεται, λοιπόν, πως το καρναβάλι, ως κατάλοιπο της διονυσιακής λατρείας, που στο πέρασμα των αιώνων έχει υποστεί διάφορες δογματικές και πολιτισμικές προσμίξεις, δεν αποτελεί απλώς μία αφορμή για να αποδράσουμε από την καθημερινότητα, αλλά πολλές φορές και από τον εαυτό μας τον ίδιο.

Πάνω από όλα όμως, η σύνδεσή του με το παρελθόν, μάς επιτρέπει να αντιληφθούμε ότι το κάθε είδους προσωπείο, αποκρύπτει μεν το πρόσωπο, φανερώνει όμως την προσωπικότητα του φορέα του, αφού ενθαρρύνει την ανεμπόδιστη έκφρασή της.

Ίσως τελικά, το «ΕΓΩ» από το ΕΓΩ να είναι ένα προσωπείο δρόμος.


Σεβίνα Γιαννιού

Γεννήθηκε τον Μάρτιο του 2000 στην Αθήνα, όπου και μεγάλωσε. Το 2018 αποφοίτησε από το Αρσάκειο Ψυχικού και έκτοτε σπουδάζει στη Νομική Σχολή Αθηνών. Τον Απρίλιο του 2017 συμμετείχε στο 35ο Εθνικό Συνέδριο Επιλογής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου Νέων Ελλάδος. Λατρεύει τα ταξίδια, τον κινηματογράφο, το θέατρο, τη μουσική και τον αθλητισμό.