Της Αναστασίας Χατζηιωαννίδου,

Θα ήταν 2010. Όντας μαθήτρια της Β’ Γυμνασίου και παιδιόθεν λάτρης του μαγικού κόσμου που ονομάζεται θέατρο, η είδηση πως το σχολείο που φοιτούσα – ένα αρκετά αυστηρά δομημένο και ικανοποιητικά εξοπλισμένο, σε επίπεδο υλικοτεχνικής υποδομής, δημόσιο σχολείο των Βορείων Προαστίων της Αθήνας – θα αποκτούσε θεατρική ομάδα, προκάλεσε στην εφηβική ψυχή μου αλαλαγμούς χαράς. Ο ιθύνων νους, μία εκ των φιλολόγων του συλλόγου διδασκόντων, την οποία ακολουθούσαν κάποιες πολύ συγκεκριμένες αλλά και αρκετά αντιφατικές φήμες: ότι ήταν πολύ αυστηρή, ότι έλαμπαν τα μάτια της όταν συναντούσε κάποιο λαμπρό μυαλό ανάμεσα στα μαλλιαρά κεφαλάκια που στοιχίζονταν εμπρός της και ότι βούρκωνε από συγκίνηση διαβάζοντας στα παιδιά της Γ’ τάξης την Ελένη του Ευρυπίδη. Είναι από τις λίγες ως τώρα φορές που έχω συναντήσει φήμες να είναι απολύτως ακριβείς.

Κατά προφανές παράδοξο, η υποδοχή της πρωτοβουλίας της αυτής (αν και είχε προσελκύσει ικανοποιητικό αριθμό μαθητών, τέτοιο ώστε να μπορέσει να ανέβει η θεατρική παράσταση της ομάδας σε ελληνικό σχολείο της Γερμανίας έπειτα από τις δικές της πρωτοβουλίες, επαφές και εν γένει άοκνες προσπάθειες, για τις οποίες δεν αξίωνε και καμιά ανταμοιβή), αντιμετωπιζόταν από αρκετούς μαθητές με καχυποψία, αδιαφορία, κάποτε και με σκωπτική διάθεση, ως το καινούργιο παιχνιδάκι μιας γραφικής εκπαιδευτικού που επέμενε πεισματικά να πιστεύει στη δημόσια εκπαίδευση. Και είναι αλήθεια δυστυχώς αρκετά αντιπροσωπευτική για τους κοινωνούς της ημετέρας παιδείας: διδάσκοντες, διδασκόμενοι, αλλά και γονείς, δηλώνουν απογοητευμένοι από το εκπαιδευτικό σύστημα, ενώ παράλληλα οι Έλληνες μαθητές κατατάσσονται στην οπισθοφυλακή όσον αφορά στους διεθνείς δείκτες επιδόσεων. Παρά την αντίφαση που βιώνει η ελληνική κοινωνία όσον αφορά στην εκπαίδευση, καθώς οι οικογένειες είναι πρόθυμες να ξοδέψουν υπέρογκα ποσά για την κατάρτιση των παιδιών τους (αρκεί να αναλογιστούμε το κόστος της εκμάθησης ξένων γλωσσών, υπολογιστών, καθώς και την εξωτερική προετοιμασία που εκ των πραγμάτων απαιτεί η βάσανος που ονομάζεται πανελλαδικές εξετάσεις), εντούτοις φαίνεται πως οι προσπάθειες αυτές αποσκοπούν περισσότερο στην πιστοποίηση των τυπικών προσόντων, παρά στην ουσιαστική αφομοίωσή τους. 

Σε αυτό το πλαίσιο, και δεδομένων των υψηλών προσδοκιών που δικαιολογημένα έχει δημιουργήσει η κυβέρνηση για καίριες μεταρρυθμίσεις στο χώρο της Παιδείας («Όταν μιλώ για Εκπαίδευση, αναφέρομαι στην Ελλάδα που ονειρεύομαι και για την οποία μάχομαι», δήλωνε ο Κυριάκος Μητσοτάκης το Νοέμβριο του 2018), η εκστρατεία της ΟΝΝΕΔ με τίτλο «Το Σχολείο που Θες» αποτελεί ένα πρώτο βήμα προς την κατεύθυνση των ανοιχτών, συμμετοχικών διαβουλεύσεων σχετικά με την πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Συμπληρώνοντας το σχετικό ερωτηματολόγιο, μπορεί κανείς να διαπιστώσει τη φιλόδοξη προσέγγιση που το διαπνέει. Φιλόδοξη, βεβαίως, για την Ελλάδα, γιατί στις περισσότερες χώρες της ΕΕ τα υπό συζήτηση ερωτήματα θεωρούνται εν πολλοίς λυμένα, αν όχι στοιχειώδη. Με θεματικές που άπτονται αιτημάτων διαχρονικά νευραλγικών για το δημόσιο διάλογο, από τον επαγγελματικό προσανατολισμό μέχρι τις ψηφιακές τεχνολογίες και από τη σεξουαλική διαπαιδαγώγηση ως τον τρόπο διδασκαλίας του μαθήματος της Ιστορίας, δεν μπορεί κανείς να μην φέρει μπροστά στα μάτια του το σχολείο που θα είχε ενσωματώσει τις δομές αυτές: εμπλουτισμός των διδακτικών μεθόδων με ψηφιακό υλικό, επισκέψεις σε επαγγελματικούς χώρους, βιωματικές ημερίδες για την οδηγική ασφάλεια, όλα αυτά ακούγονται τόσο ριζοσπαστικά, όσο και θεμελιώδη, και τελικά, στον 21ο αιώνα, είναι πιο πολύ το δεύτερο απ’ ό,τι το πρώτο. Δύσκολα κάποιος θα μπορούσε να επιχειρηματολογήσει κατά του διανθισμού της σχολικής ζωής με τέτοιες πρωτοβουλίες, και ελάχιστοι είναι και εκείνοι οι γονείς ή οι εκπαιδευτικοί που θα έφερναν αντιρρήσεις σε αυτές. Ως εδώ καλά, έχουμε εντοπίσει προβλήματα, έχουμε ξεκαθαρίσει τι πρέπει να γίνει για την επίλυσή τους και προχωράμε σε εφαρμογές στις οποίες πάνω – κάτω συμφωνεί η μεγάλη πλειοψηφία των ενδιαφερομένων. Τι γίνεται όμως όταν η συζήτηση προχωρά σε θέματα αισθητά πιο ακανθώδη; Ακόμη αντηχεί στ’ αυτιά μου η αντίδραση που πληροφορήθηκα, ότι είπε πατέρας στο άκουσμα της διοργάνωσης ημερίδας σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης στο σχολείο των παιδιών του: «Ποιος είστε εσείς που ήρθατε να δώσετε προφυλακτικά στην κόρη μου;». Κάποιος μυημένος θα έλεγε πως, λαμβανομένων υπόψη των διάφορων σωματείων προστασίας “του αγέννητου παιδιού’’, που φύονται ως μανιτάρια στον δημόσιο βίο της χώρας, η ανάγκη ουσιαστικής γνωριμίας της νεολαίας με τη σωστή χρήση των μεθόδων αντισύλληψης είναι πιο επιτακτική παρά ποτέ. Κάποιος κακεντρεχής (ή όχι και τόσο…) θα έδινε έμφαση στο Θ του αρκτικόλεξου ΥπΕΠΘ, επισημαίνοντας την κραταιά επιρροή που η Εκκλησία της Ελλάδος έχει, ως μη όφειλε, σε ζητήματα που δεν εμπίπτουν στις αρμοδιότητές της. Στο ίδιο μήκος κύματος, εκείνο των αθέμιτων επιρροών, σημαντική παράλειψη θα αποτελούσε η μη αναφορά στις συγκρούσεις που ταλανίζουν εκ των έσω το χώρο της εκπαίδευσης: δύσκολα θα μπορούσε κάποιος να υποστηρίξει πως είναι αμελητέα η μερίδα εκείνη των εκπαιδευτικών που αρνείται –για λόγους πιο πολύ υστεροβουλίας παρά ιδεολογίας– να υποβληθεί σε αξιολόγηση, με τη βαθιά πεποίθηση πως ο Έλληνας φορολογούμενος υποχρεούται να χρηματοδοτεί εφ’ όρου ζωής από το υστέρημά του οποιονδήποτε κάποτε έδωσε επιτυχώς πανελλήνιες για κάποια σχολή συνδεδεμένη με το καθηγητικό επάγγελμα (ας αναλογιστούμε σε ποια άλλη γλώσσα γνωρίζουμε να υπάρχει η έννοια του αδιόριστου εκπαιδευτικού, που είναι κάτι σαν τη νομιμοποίηση αυθαιρέτου: ελληνική ευρεσιτεχνία), ενώ την ίδια στιγμή αξιοπρόσεκτο μέρος του εισοδήματός του σπαταλάται σε ιδιωτικούς φορείς που αναλαμβάνουν να διδάξουν στο παιδί του αντικείμενα που βρίσκονται ίδια κι απαράλλαχτα στο δημόσιο πρόγραμμα σπουδών.

Σε αυτό το υπέροχο τοπίο, και ενόσω ο άνεμος της μετριοκρατίας πνέει ούριος (ενίοτε και αντίξοος, απλώς όχι για τους ίδιους ανθρώπους), εκπαιδευτικοί με συναίσθηση καθήκοντος υφίστανται την απαξίωση γιατί «χαλάνε την πιάτσα» (θυμάστε την ηρωίδα του προλόγου μας), χιλιάδες νέοι επιστήμονες διαβιούν στο επισφαλές καθεστώς των αναπληρωτών, γονείς κάνουν δυσβάστακτες θυσίες προκειμένου να επενδύσουν στη μόρφωση των παιδιών τους (που είναι για την ελληνική κοινωνία όνειρο εφάμιλλο της ιδιόκτητης μονοκατοικίας με τζάκι), ενώ οι μεγάλοι πρωταγωνιστές, οι ίδιοι οι μαθητές, αποδεικνύονται και οι μεγάλοι χαμένοι ενός συστήματος που κόβεται και ράβεται στα μέτρα των διδασκόντων και όχι των διδασκομένων, που από καταβολής του αναμασά τις γνωστές και μη εξαιρετέες παθογένειές του, που μετρά την αριστεία όχι ως ιδανικό, αλλά ως την παράδοση του εθνικού συμβόλου για μία ώρα εξαμηνιαίως στον καλύτερο παπαγάλο. 

Τούτων λεχθέντων, και σε συνδυασμό με τις εξαγγελίες της φερέλπιδος Υπουργού Παιδείας, Νίκης Κεραμέως –για πολλές από τις οποίες αναμένεται πιλοτική εφαρμογή από το επόμενο σχολικό έτος– φαίνεται να έχει δημιουργηθεί μια σχετικά ευνοϊκή συγκυρία για τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις, όσο ολοένα και ευρυτερό μέρος της κοινωνίας των πολιτών σταδιακά ωριμάζει και αποδέχεται αδυναμίες, μελανά σημεία και κακώς κείμενα. Χρειάζεται μόνο να ξεκαθαριστεί τούτο: οι όποιες διορθωτικές μεταβολές δεν αναμένεται να επέλθουν άνευ αντίστασης από το, κάποτε σε σημείο αυτοματισμού, αντιδραστικό κομμάτι της κοινωνίας: οι εκάστοτε ευνοούμενοι από τις παθογένειες της εμποδών παιδείας δεν θα παραδώσουν αμαχητί προνόμια χρόνων, ούτε ο μέσος έλληνας «γονέας και κηδεμόνας», που ιδεοληπτικά επιμένει να εθελοτυφλεί, θα απεμπολήσει το στείρο συντηρητισμό που τον κατατρύχει εν μία νυκτί. Ωστόσο, όντας η πρώτη αυτοδύναμη κυβέρνηση μετά από πάνω από μία δεκαετία πολιτικής αστάθειας, με αξιοπρόσεκτη για τον ελληνικό 21ο αιώνα συσπείρωση της εκλογικής της βάσης και ιδεοληψίες δεκαετιών πλήρως αποδομημένες ως ευγενική χορηγία της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, το υπουργικό συμβούλιο Μητσοτάκη έχει μια πρώτης τάξεως ευκαιρία (και, καταπώς φαίνεται, τη διάθεση) να παρουσιάσει τα δείγματα γραφής του, όχι τόσο σχετικά με την Παιδεία που θέλουμε αλλά, ιδανικά, με την Παιδεία που έχουμε ανάγκη. Μακάρι.


Αναστασία Χατζηιωαννίδου

Γεννηθείσα το 1997 και μεγαλωμένη μεταξύ Θεσσαλονίκης και Αθήνας, είναι τεταρτοετής φοιτήτρια της Νομικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου. Στη διάρκεια των σπουδών της έχει πάρει μέρος σε αρκετές προσομοιώσεις στα όργανα των Ηνωμένων Εθνών (MUN), καθώς το Διεθνές Δίκαιο αποτελεί τη μεγάλη της επιστημονική αγάπη, όπως επίσης και κύριο ακαδημαϊκό της ενδιαφέρον, μαζί με το Ποινικό Δίκαιο και την Πολιτική Φιλοσοφία.